Άρθρο του Παναγιώτη Στ. Ζαμπίτη*
Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 5 παράγρ. 5 ότι «Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας …», στο άρθρο 21 παράγρ. 3 ότι «Το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών …» και στο άρθρο 22 παράγρ. 5, όπως η παράγρ. αυτή αναριθμήθηκε με την αναθεώρηση του 2001, ότι «Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει». Από τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος, όπως κρίθηκε με την Ολομέλεια ΣτΕ 431/2018, -προσωπικά δε αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχής που συνέβαλα στη διαμόρφωση αυτής της νομολογίας στην κατεύθυνση μισθολογικής αναβάθμισης των ιατρών του δημοσίου συστήματος υγείας- συνάγεται ότι γεννάται ευθεία υποχρέωση του Κράτους και των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως για την προστασία της υγείας των πολιτών, εργαζομένων και συνταξιούχων, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου, οι οποίες πρέπει να καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες διαγνώσεως και θεραπείας των σχετικών παθήσεων, τις χειρουργικές επεμβάσεις, εφ' όσον απαιτούνται, ως και γενικώς τις ανάγκες νοσηλείας των πολιτών. Η υποχρέωση αυτή υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, υπό τον όρο ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας. Όπως άλλωστε γίνεται δεκτό, ο δικαστικός έλεγχος των νομοθετικών επιλογών κατά τη λήψη μέτρων είτε θετικών είτε περιοριστικών των δικαιωμάτων, είναι έλεγχος ορίων και όχι ορθότητας των εκάστοτε νομοθετικών επιλογών.
Εν προκειμένω, το κανονιστικό περιεχόμενο των κρίσιμων ως άνω συνταγματικών διατάξεων δύναται να οδηγήσει σε καταφατικό, υπέρ της συνταγματικότητας, έλεγχο του περιορισμού των «άσκοπων» μετακινήσεων ενόψει του επιτακτικού κινδύνου δημόσιας υγείας, συνισταμένου στη σφοδρή πιθανότητα διασποράς στην κοινότητα μιας υψηλής μεταδοτικότητας μολυσματικής ασθένειας, δυσχερώς μάλιστα διαγνώσιμης κατά το «σκοτεινό παράθυρο» του πρώτου πενθημέρου από τη μετάδοση, και εντεύθεν στην πρόκληση χιλιάδων θανάτων (βλ. Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία με ισχυρότερο υγειονομικό σύστημα και οικονομία έναντι της Ελλάδας), λαμβανομένου υπόψη ότι στην απευκταία αυτή περίπτωση το σύστημα υγείας θα αδυνατούσε να εξυπηρετήσει όχι μόνον την τεράστια και επείγουσα ζήτηση υπηρεσιών για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης νόσου, άλλα και το τραύμα και όλες τις άλλες νόσους που χρήζουν επείγουσας δευτεροβάθμιας (νοσοκομειακής) περίθαλψης, καταλήγοντας υπό το βάρος αυτό στην κατάρρευση.
Άλλωστε, η παράγρ. 4 του άρθρου 5 του Συντ. που ορίζει ότι απαγορεύονται τα ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιονδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση, υπό το φως της ερμηνευτικής δήλωσης που συνοδεύει το εν λόγω άρθρο, συνηγορεί και αυτή υπέρ της συνταγματικότητας, δεδομένου ότι "... στην απαγόρευση ... δεν περιλαμβάνεται ...η λήψη μέτρων που επιβάλλονται για την προστασία της δημόσιας υγείας ...".
Επομένως, η πολιτεία, ευρισκόμενη στην ιδιότυπη αυτή κατάσταση ανάγκης εξαιτίας της άγνωστης ασύμμετρης υγειονομικής απειλής και της βάσιμης πιθανολόγησης ότι έχει ήδη προσβληθεί απροσδιόριστος αριθμός ασυμπτωματικών συνανθρώπων μας, όφειλε να σταθμίσει τα εκατέρωθεν αγαθά και δικαιώματα, και τη διακινδύνευσή τους, και να αποφασίσει την παράλληλη άσκησή τους μέσω της θέσπισης αναγκαίων περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία προς αποφυγή του κινδύνου περαιτέρω αθρόας μετάδοσης της νόσου, για την αντιμετώπιση της οποίας σημειωτέον δεν υπάρχει σήμερα επιβεβαιωμένη θεραπεία, αλλά και δεν είναι προδήλως εφικτό να τεθούν σε λειτουργία πολλές πολλές χιλιάδες αναπνευστήρων. Τούτο διότι για να υπηρετηθεί η συνταγματικής περιωπής υποχρέωση της Πολιτείας για προάσπιση της υγείας των πολιτών, η στόχευσή της δεν πρέπει να είναι προεχόντως η νοσηλεία και θεραπεία των COVID ασθενών (αφού ιδίως στη βαριά μορφή της δεν υπάρχει ακόμα τέτοια θεραπεία) αλλά η πρόληψη, δηλαδή η ελαχιστοποίηση του αριθμού αυτών που θα χρειαστούν νοσηλεία και κατ’ επέκταση θεραπεία˙ ώστε παράλληλα να είναι σε θέση να παρέχει υπηρεσίες υγείας υψηλού επιπέδου προς όλους όσοι χρήζουν δευτεροβάθμιας περίθαλψης και όχι μόνον στους COVID ασθενείς. Η επιτυχής διαχείριση της κρίσης θα εξαρτηθεί από το πόσους δεν θα χρειασθεί να διασωληνώσουμε και όχι από το πόσους πολλούς μπορούμε να διασωληνώσουμε (διαδικασία που στις όμορες χώρες αποδείχθηκε ιατρικά αλυσιτελής σε μεγάλο βαθμό με βάση τα στοιχεία των διασωληνωμένων ασθενών που κατέληξαν και εκείνων που αποσωληνώθηκαν και τελικά ιάθηκαν).
Συμπερασματικά, η βραχυ-μεσο-μακροπρόθεσμη επιβίωση του Ε.Σ.Υ., η αποστολή του οποίου δεν περιορίζεται στο να καταστεί ένα anti-COVID Health System, είναι στρατηγικός σκοπός υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος. Και ναι μεν θα πρέπει να ενισχυθεί άμεσα με εξειδικευμένο προσωπικό και μέσα (γάντια, μάσκες, στολές ειδικής προστασίας, αντιδραστήρια, κλίνες ΜΕΘ κλπ) αλλά ας μην τρέφουμε αυταπάτες: χώρες του μεγέθους της Ελλάδας (ή και ισχυρότερες ακόμη) δεν μπορούν να αντέξουν την οργάνωση και εφεξής λειτουργία και συντήρηση ενός υπερτροφικού συστήματος υγείας προσανατολισμένου να αντιμετωπίζ(σ)ει πανδημικά φαινόμενα τύπου COVID με αιφνίδια και πιεστική εκδήλωση. Διότι (ελπίζουμε γρήγορα) θα ξημερώσει η μετα-COVID-19 εποχή και πρέπει να βρει το Ε.Σ.Υ. όρθιο και βιώσιμο σε βάθος χρόνου.
Συνακόλουθα, η Υπουργική Απόφαση που εκδόθηκε από τους υπουργούς Προστασίας του πολίτη, Υγείας και Εσωτερικών (ΦΕΚ 986, τ. Β΄) και εισάγει «ατομικά μέτρα γενικής εφαρμογής» λόγω διακινδύνευσης της δημόσιας υγείας από τον κορωνοϊό βρίσκει, κατά τη γνώμη μου, επαρκές έρεισμα στις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις.
*Ο Παναγιώτης Στ. Ζαμπίτης είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω, Μ.Δ.Ε. Δημοσίου Δικαίου - Ειδίκευση στο Δίκαιο της Υγείας