Skip to main content

Αγάπιος Σαχίνης: Η συγκλονιστική ιστορία του θείου -μικρού Αγάπιου- που εκτελέστηκε στο Επταπύργιο

Οι τραγικές ιστορίες μετά την ανακάλυψη των ομαδικών τάφων στις Συκιές - «Πρέπει να φορέσουμε τα παπούτσια αυτών των ανθρώπων, όχι για να καταλάβουμε, αλλά για να προσεγγίσουμε το μεγαλείο αυτών των ανθρώπων που εκτελέστηκαν». Η επίσκεψη στις φυλακές και η αναζήτηση του θείου. Η καθυστερημένη βάφτιση και η σύμπτωση των Έκτακτων Στρατοδικείων

Περπατάει αργά και με το βλέμμα του ανιχνεύει τα σκάμματα στο πάρκο της Εθνικής Αντίστασης. Λίγα μέτρα μακριά από το Επταπύργιο, στις Συκιές. 

Έφτασε να συμπληρώσει τα 78 του χρόνια, για να έρθουν πάλι στη ζωή του τα πέτρινα χρόνια που πέρασε ο ίδιος και η οικογένειά του. Ο πατέρας και ο θείος του. Ο τελευταίος, ένας από τους 400 κομμουνιστές που καταδικάστηκαν σε θάνατο επί εμφυλίου, από το έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης. Και εκτελέστηκαν. Αγάπιος Σαχίνης. «Ο μικρός Αγάπιος τον λέγαμε στην οικογένεια», θα πει στη Voria.gr. Οι εργασίες ανάπλασης στο πάρκο, αποκάλυψαν τη φρίκη του Εμφυλίου. Ομαδικούς τάφους, τους πρώτους που αποκαλύπτονται στην Ελλάδα. Τότε οι καταδικασθέντες πολιτικοί κρατούμενοι του Επταπυργίου εκτελούνταν με συνοπτικές διαδικασίες. Και θάβονταν με τον ίδιο τρόπο.

Οι 33 σκελετοί που βρήκαν τα συνεργεία του δήμου Συκεών, άλλαξαν τη ζωή του Αγάπιου Σαχίνη. Εμβληματική φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης ο ίδιος, υποψήφιος δήμαρχος με το ΚΚΕ, έχει στις πλάτες του αγώνες υπεράσπισης των ιδεών του. Και φυλακίσεις. Όπως λέει «πέρασα απ’ όλα τα πεντάστερα της χούντας». Ωστόσο, η ιστορία του θείου του, ήταν πάντα χαραγμένη στο μυαλό του. Του ανθρώπου που εκτελέστηκε για τις ιδέες του, με το νόμο 509 «για την ανατροπή του κρατούντος κοινωνικού συστήματος». Στις 31 Αυγούστου 1949. Όταν ήταν 19 χρόνων. Και τώρα, ο Αγάπιος Σαχίνης, απέναντι από το Επταπύργιο, όπου φυλακίστηκε ο θείος του, περιμένει μήπως τα οστά που βρέθηκαν ανήκουν και σε εκείνον. Άλλωστε αυτά που συνδέουν θείο και ανεψιό δεν είναι μόνον το κοινό ονοματεπώνυμο. «Και ο καινούργιος Αγάπιος καταδικάστηκε και αυτός από το έκτακτο Στρατοδικείο της Θεσσαλονίκης, 19 χρόνων, πάλι 31 Αυγούστου. Είναι σύμπτωση», διερωτάται αναφερόμενος στον εαυτό του.

«Η οικογένεια μας είχε δύο θανατοποινίτες. Τον πατέρα μου, ο οποίος ήτανε στα περιβόητα Γιούρα (Γυάρος) και τον Αγάπιο Σαχίνη, ο οποίος ήτανε στο Επταπύργιο. Πρέπει να φορέσουμε τα παπούτσια αυτών των ανθρώπων για να μπορέσουμε όχι να καταλάβουμε, αλλά έστω κατά το ελάχιστο να προσεγγίσουμε το μεγαλείο αυτών των ανθρώπων. 

Και το λέω όχι για τον θείο μου, αλλά γενικότερα για αυτούς τους εκτελεσμένους του Επταπυργίου», απλώνει τις σκέψεις του. Δείχνει ανακουφισμένος που επιβεβαιώθηκε ότι οι εκτελεσθέντες του Επταπυργίου, στην περίοδο του Εμφυλίου, θάφτηκαν εκεί. «Υπήρχε το εξής κενό. Οι τότε αρχές δεν λέγανε που έχουν πάει τους εκτελεσμένους. Τώρα αρχίζει πλέον το πράγμα να μπαίνει στη θέση του. Δηλαδή είναι φανερό πως στο σημείο όπου γίνονται οι εκτελέσεις έγιναν και οι ομαδικοί τάφοι και έχω τη γνώμη ότι τώρα είμαστε στην αρχή. Έχουμε να δούμε με τη συνέχιση των ανασκαφών πολλά ακόμη. Έτσι το πρώτο συγκλονιστικό είναι ότι μάθαμε ότι εδώ βρίσκονται οι τάφοι», σημείωσε.

Image

 

Η διπλή ευκαιρία

Μιλάει διαρκώς για την παλικαριά αυτών των ανθρώπων. Που τους έστησαν στα έξι μέτρα και δεν λιγοψύχησαν ούτε μία στιγμή. Από την ώρα που τους οδήγησαν στον Αράπη (την απομόνωση) και αντιλήφθηκαν ότι έφτασε η τελευταία ώρα. «Δεν πρέπει να κουβαλάς μέσα σου μόνο την παλικαριά, τη λεβεντιά. Πρέπει να κουβαλάς στην ψυχή σου και άλλα πράγματα, που είναι οι αξίες και τα ιδανικά σου, που είναι η αξιοπρέπειά σου και που αυτά δεν θέλεις να τα διαπραγματευτείς ούτε η ζωή σου», λέει για τους ανθρώπους αυτούς που οδηγήθηκαν στο απόσπασμα και περιγράφει τί συνέβαινε από την καταδίκη ως την εκτέλεση. «Είχαν τη δυνατότητα σε δύο ευκαιρίες να γλυτώσουν τη ζωή τους. Η πρώτη ευκαιρία ήταν στο στρατοδικείο. Μπορούσαν να υπογράψουν την περιβόητη δήλωση, όπου θα δήλωναν πως το «προδοτικό ΚΚΕ που πούλησε την Ελλάδα, που γκρέμισε τις εκκλησίες και έκανε όλα τα δεινά του πλανήτη» το αποκηρύσσουν μετά βδελυγμίας. Και εφόσον δεν κάνουν αυτή τη δήλωση στρατοδικείου, θα καταδικάζονταν σε θάνατο. Και η δεύτερη ευκαιρία ήταν όταν κατέβαιναν από το Ρέο και πήγαιναν για τα έξι μέτρα. Τους ξαναέλεγε τότε ο ενωμοτάρχης «μην είσαι χαζός, η ζωή είναι μπροστά, πάνε στη γυναίκα σου, πάνε στη μητέρα σου, στα αδέλφια σου βάλε μια υπογραφή να τελειώνεις». Και στις δύο περιπτώσεις αυτοί οι 400 του Επταπυργίου γύρισαν την πλάτη και προτίμησαν τα έξι μέτρα. Δεν είναι απλά πράγματα αυτά».

Τον έψαχνε στις φυλακές

Ο πόνος των οικογενειών των ανθρώπων που αντιμετωπίστηκαν με τέτοιον τρόπο δεν έμενε μόνον στις φυλακίσεις και τα βασανιστήρια. Ακόμη και στο θάνατο η αντιμετώπιση ήταν το ίδιο οικτρή. Οι συγγενείς δεν ενημερώνονταν ούτε για την εκτέλεση, ούτε για τον τόπο ταφής. Και η αποκάλυψη των ομαδικών τάφων είναι ένα δείγμα ότι οι άνθρωποι αυτοί «παραπετάχτηκαν», όπως λέει ο Αγάπιος Σαχίνης. Πίσω στο 1949, η μητέρα και η θεία του είχαν ξεκινήσει για το καθιερωμένο επισκεπτήριο στο Επταπύργιο. Τα όσα έγραφαν όμως οι εφημερίδες της ημέρας τις γύρισε πίσω. «Πριν μπουν στο αστικό που τους έφερνε στο Επταπύργιο είδαν τις εφημερίδες, ότι έγιναν εκτελέσεις. Και εκεί διάβασαν και το όνομα του Αγάπιου Σαχίνη. Και ξαναγύρισαν πίσω», περιέγραψε.

Ο ίδιος, μικρός καθώς ήταν, δεν ενημερώθηκε για την εκτέλεση του θείου, παρ’ ότι η βάφτισή του καθυστέρησε για να πάρει το όνομά του. Όπως κι έγινε. Αργότερα επισκέφτηκε με τη μητέρα του τον έτερο φυλακισμένο της οικογένειας, τον πατέρα του Μήτσο Σαχίνη. Η περιγραφή είναι καθηλωτική: «Γινόταν προσπάθεια να μην μπω σε αυτό το κλίμα, μετά την εκτέλεση, που ήταν και ένα κλίμα κοινωνικής απομόνωσης. Δεν σου έλεγε ο άλλος εύκολα καλημέρα. Πολύ περισσότερο δεν σου άνοιγε το σπίτι του. Κατά συνέπεια γινόταν μια προσπάθεια να με κρατήσουν όσο γίνεται πιο μακριά. 

Υποχρεώθηκαν να μου το πουν για το που είναι ο θείος, όταν στα 5 μου χρόνια με κατέβασε στην Αθήνα η μητέρα μου, ο ήρωας της οικογένειας, για να δω πως είναι ο μπαμπάς στις φυλακές Αβέρωφ. Διότι μπαμπά άκουγα αλλά μπαμπά δεν έβλεπα. Ο πατέρας μου με άφησε 9 μηνών και όταν βγήκε από τη φυλακή εγώ ήμουν 7 χρόνων,  πήγαινα στο δημοτικό. Όταν λοιπόν γυρίσαμε από την Αθήνα ρώτησα. Τον μπαμπά τον είδα, τον θείο όμως; Δεν τον είδα. Που ήταν θείος; Γιατί δεν ήρθε να με δει ο θείος; Τότε λοιπόν ο παππούς και η μαμά, σε όχι εύκολο κλίμα στην προσφυγική παράγκα της Κάτω Τούμπας, υποχρεώθηκαν να μου πουν ότι «ναι. Τον θείο δεν τον είδες γιατί τον θείο τον σκότωσαν». Και μάλιστα ως παιδί, αντέδρασε αφήνοντας για πάντα το παιχνίδι με τα εργαλεία της τσαγκαρικής, που ήταν του θείου. «Από τη μέρα που μου το είπαν και μετά άφησα στη γωνία τα εργαλεία του και δεν τα ξανάπιασα».

Image

 

Τα πλεκτά του αδερφού

Κάθε στιγμή που περιγράφει ο Αγάπιος Σαχίνης είναι ένα επιπλέον στοιχείο για τις μελανές σελίδες της Ιστορίας της εποχής. Όπως ότι η μάνα και η νύφη του εκτελεσθέντα όταν πήγαν να πάρουν τα προσωπικά του είδη διαπίστωσαν ότι έλειπαν ένας μπερές και ένα γιλέκο. Τα είχε πλέξει ο Μήτσος Σαχίνης στις φυλακές Αβέρωφ και τα έστειλε στον αδερφό του στο Επταπύργιο. Στις φυλακές τους είπαν ότι τα είχε πάρει νωρίτερα μία κοπέλα. Περισσότερα από 25 χρόνια αργότερα, όταν πλέον ο Αγάπιος Σαχίνης είχε αποφυλακιστεί και επέστρεψε από την εξορία, περιέγραψε ότι άρχισε με τη σύζυγό του Δήμητρα, την αναζήτηση σπιτιού στην περιοχή της Τούμπας. Η ιδιοκτήτρια προχώρησε στις τυπικές ερωτήσεις, μέχρι που έφτασε στο όνομα του υποψήφιου ενοικιαστή. Και αυτή η περιγραφή είναι συγκλονιστική.

«Πώς σε λένε εσένα;», με ρώτησε. «Εμένα με λένε Αγάπιο Σαχίνη», απάντησα. Είδα στο πρόσωπο της κυρίας και στο σώμα της, θα έλεγα μικρό συγκλονισμό. Ανεξήγητο για μένα. Μας ζήτησε να περιμένουμε για λίγο. Υποθέσαμε ότι μάλλον έχουμε πέσει σε κάποια περίπτωση χουντικού ο οποίος θα μας πει με τη δική του ευγένεια ότι το σπίτι αυτό δεν μπορεί να μας το νοικιάσει. Και ετοιμαζόμασταν να φύγουμε. Πριν βγούμε από το σαλόνι και να πάμε στην εξώπορτα η ιδιοκτήτρια επιστρέφει με μια άλλη κυρία. Της λέει «αυτός ο κύριος λέγεται Αγάπιος Σαχίνης». Το κεφάλι της κυρίας έχει κατέβει τόσο χαμηλά που με δυσκολία έβλεπα τα μάτια της. Και σχεδόν καθόλου το χρώμα του προσώπου της. Όμως είδα με πολύ μεγάλη προσοχή να σφίγγει το χέρι της κυρίας που τη συνόδευε και μάλιστα με πολύ μεγάλη ένταση. 

Κάποια στιγμή θα ήταν δευτερόλεπτα για μένα όμως ήταν χρόνος πολύς, σήκωσε το κεφάλι της. Και μου είπε πως «κι εγώ ζω». Ζω. Όχι, γνώριζα. «Ζω με τον Αγάπιο Σαχίνη». Το πρόσωπό της ήταν ιδιαίτερα σφιγμένο. Αλλά είχε και μια μοναδική λάμψη που δεν την έχω ξαναδεί σε πρόσωπο ανθρώπου. «Ήταν καλό παιδί και μεγάλο παλικάρι». Έστριψε αργά. Και ξαναπήγε στο απέναντι διαμέρισμα από το οποίο είχε έρθει μαζί με την όπως αποδείχθηκε αδερφή της. Δεν θα είμαι ειλικρινής αν πω ότι γνωρίζω πως κατέβηκα τα σκαλοπάτια ή πως έφθασα στο πατρικό μου σπίτι μαζί με τη Δήμητρα. Όπως επίσης δεν θα είμαι ειλικρινής αν πω ότι είχα το θάρρος να ρωτήσω. Ή ότι πέρασε από το μυαλό μου να ρωτήσω. Ή αν είχα την τόλμη να ρωτήσω. Το βέβαιο είναι ένα. Ότι αυτή η κοπέλα μου είπε αυτό που εγώ ήθελα να πιστεύω. Ότι ήταν καλό παιδί και μεγάλο παλικάρι».

Σήμερα ο Αγάπιος Σαχίνης κρατάει στα χέρια του το πορτρέτο του θείου του Αγάπιου, όπως το είχε ζωγραφίσει ο Μήτσος Σαχίνης, και περιμένει. Την ώρα που θα κάνει το τεστ DNA στα οστά που βρέθηκαν, ελπίζοντας να ταυτοποιηθούν ότι ανήκουν στον θείο του.  «Επειδή εγώ τον Αγάπιο θέλω να τον έχω μαζί μου. Τουλάχιστον όσο ζω. Και να τον αφήσω στα παιδιά μου. Γιατί με τη συμπεριφορά μου και την πολιτική αλλά και την καθημερινή θέλω να τιμώ αυτό που έκανε. Θα προχωρήσουμε στην καύση των οστών εάν τα βρούμε. Και θα τα έχω σε ένα διαλεχτό και ιδιαίτερο σημείο του σπιτιού μου», είπε

Τιμά τους ανθρώπους που οδηγήθηκαν για τις ιδέες τους στο απόσπασμα. Το θάρρος τους. Όμως ζητάει ακόμη και τώρα «η Ιστορία να μπει στη θέση της». Εξάρει την πρωτοβουλία του δήμου Συκεών να συνεχίσει την ανασκαφή και να αξιοποιήσει το χώρο, αναδεικνύοντας την ιστορικότητά του. «Να δοθεί από το υπουργείο Δικαιοσύνης η δυνατότητα το αρχείο των φυλακών Επταπυργίου το οποίο έχει μεταφερθεί στις καινούργιες φυλακές που έχουν φτιάξει, να γίνει προσβάσιμο στους ιστορικούς ώστε να αποδειχτεί και η σαθρότητα των κατασκευασμένων κατηγοριών και ποιοι ήταν αυτοί που τελικά υπερασπίστηκαν αυτές τις σαθρές κατηγορίες και με βάση αυτές τις σαθρές κατηγορίες έστελναν κόσμο στο εκτελεστικό απόσπασμα», ζήτησε.

Image