Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης είναι το θέμα των ημερών. Ή μάλλον, πρέπει να είναι. Διότι στη πραγματικότητα αποτελεί άλλη μια εκκρεμότητα, μεταξύ πολλών της πόλης, της οποίας η διευθέτηση εκκρεμεί τουλάχιστον 20 χρόνια.
Η εικόνα που παρουσιάζει η ΔΕΘ είναι πράγματι απογοητευτική για την ίδια και, κυρίως, για τη πόλη. Σήμερα, δεν είναι παρά 180 στρέμματα καλυμμένα από, τσιμέντο, λαμαρίνες και ένα συνονθύλευμα κατασκευών, των οποίων η όποια αισθητική αξία (εκείνη πάντως που είναι υπαίτια για την αρχιτεκτονική καταστροφή όλης της χώρας μας), έχει υποβαθμιστεί ακόμα περισσότερο από αλλεπάλληλες αυθαιρεσίες, ανεπαρκή συντήρηση και πρόχειρες συμπληρώσεις. Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αποτέλεσμα δεκαετιών αλόγιστων (όσο και ανεξέλεγκτων) παρεμβάσεων οδήγησαν σε ένα αποτέλεσμα που μονολεκτικά θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει φρικτό. Μια εικόνα που, όλοι συμφωνούμε, ότι πρέπει να αλλάξει.
Το πρώτο βήμα έκανε πριν μερικά χρόνια η τότε διοίκηση της, βρίσκοντας σύμμαχο την δημοτική αρχή του αείμνηστου Γιάννη Μπουτάρη. Το σχέδιο που τότε συμφωνήθηκε να προχωρήσει, δίκαια, αν και ετεροχρονισμένα, χαρακτηρίστηκε φαραωνικό: τέσσερα ογκωδέστατα περίπτερα, ξενοδοχείο, εμπορικό κέντρο. Από αυτό το έκτρωμα, που η σημερινή διοίκηση του Δήμου και σύσσωμη η κοινωνία της Θεσσαλονίκης απέρριψαν, ευτυχώς απαλλαγήκαμε.
Σήμερα λοιπόν υφίσταται στη συζήτηση μόνο ένα σχέδιο ανάπλασης της έκτασης, στο οποίο διεκδικήσαμε και πετύχαμε να περιληφθούν: 120 στρέμματα μητροπολιτικό πάρκο, απομάκρυνση όλων των άσχημα γερασμένων σημερινών κατασκευών, υπόγειες θέσεις στάθμευσης, που θα δώσουν ανάσα στους κατοίκους του κέντρου, αισθητικά αναβαθμισμένες υποδομές εκθέσεων και συνεδρίων, στα διεθνή πρότυπα, χωρίς όμως ξενοδοχείο και εμπορικό κέντρο, και διατήρηση του αποκλειστικά δημοσίου χαρακτήρα της επενδυσης.
Πρόκειται με λίγα λόγια για ένα σχέδιο που λύνει το μεγάλο πρόβλημα της αισθητικής, αναζωογονεί την περιοχή και διασφαλίζει το πράσινο που τόσο μας λείπει. Συγχρόνως όμως διατηρεί και την έκθεση στη φυσική της θέση, θέση αντίστοιχη με εκείνη που κατέχει στο αξιακό, ιστορικό και κοινωνικό επίπεδο. Διότι η ΔΕΘ δεν βρίσκεται απλώς γεωγραφικά στη καρδιά της Θεσσαλονίκης. Είναι η καρδιά της.
Από ιδρύσεώς της, το 1926, η ΔΕΘ συνοδεύει τη Θεσσαλονίκη σχεδόν σε όλη την μετά την απελευθέρωση ιστορία της, αποτελώντας, ιδίως για τις δεκαετίες της μεγάλης ελληνικής οικονομικής ανάπτυξης, μηχανισμό διεθνούς προβολής της χώρας και στήριξης της τοπικής οικονομίας. Ο οικονομικός και αναπτυξιακός σκοπός όμως είναι μόνο τυπικά ο κύριος. Η έκθεση σταδιακά εξελίχθηκε σε μια ετήσια γιορτή της πόλης, για κατοίκους και επισκέπτες, που υπερβαίνει τις νοσταλγικές αναμνήσεις της "μαύρης μπύρας και των χοτ ντογκ". Μαζί με τα "Δημήτρια" και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, το οποίο μάλιστα η ίδια γέννησε (ως "Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου" στα πλαίσια των εκδηλώσεων της), δημιουργεί ένα σύνολο που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει "φθινόπωρο της Θεσσαλονίκης". Είναι εκείνο το διάστημα που οι θεσμοί και η κοινωνία της πόλης, ο επιχειρηματικός και καλλιτεχνικός της κόσμος, έρχονται σε επαφή με την Ελλάδα και το κόσμο.
Η ΔΕΘ είναι όμως και θεσμός πολιτικός, μοναδικός στην Ελλάδα. Ένας θεσμός που κάθε Σεπτέμβριο έλκει όλη την πολιτική ηγεσία της χώρας στην Θεσσαλονίκη, υποχρεώνοντάς την σε έναν σπάνιο, άτυπο, απολογισμό και συγχρόνως στην παρουσίαση ενός νέου πολιτικού σχεδίου. Ένας θεσμός που ταυτόχρονα έλκει και τις υπόλοιπες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, οι οποίες στον ετήσιο κύκλο την αντιλαμβάνονται, εδώ και δεκαετίες, ως σταθμό διεκδίκησης, διαλόγου ή και αντιπαραθεσης. Ένας θεσμός που έχει εξελιχθεί σε σχεδόν ιδιότυπη συνθήκη του πολιτεύματος. Κατά την έννοια αυτή η Θεσσαλονίκη έρχεται για λίγες, αλλά πάντως συγκεκριμένες, ημέρες το χρόνο στο πολιτικό επίκεντρο, έχοντας μάλιστα κατά καιρούς γίνει μάρτυρας ιστορικών πολιτικών στιγμών. Έτσι, ακόμα και αν αυτή η διαδικασία ορισμένες φορές επιχειρείται από συγκεκριμένους να υποβαθμιστεί σε διελκυστίνδα επίδειξης δύναμης στους δρόμους γύρω της, διασφαλίζει πάντως ένα δομημένο πλαίσιο διεκδίκησης πολλών επιπέδων προς όφελος της πόλης και της ευρύτερης περιοχής.
Η αντίστιξη της σημερινής κακής όψης και, στη συνέχεια, ενός εκτός κλίμακας σχεδίου, με την διαχρονική κοινωνική και βαθιά ιστορική αξία του θεσμου είναι που έως τώρα, δικαιολογημένα, έθετε τη πόλη ενώπιον ενός υπαρξιακού διλήμματος. Δίλημμα όμως που, υπό τα νέα δεδομένα, καθίσταται φαινομενικό, αν όχι παρελκυστικό. Η παρουσία μεγάλων εκθέσεων στο πολεοδομικό κέντρο σημαντικών πόλεων δεν είναι καθόλου σπάνια, αποτελώντας συχνότατα πόλο έλξης επισκεπτών. Άλλωστε, η παρουσία ενός φορέα με πυκνή οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, πέραν της αυτονόητης ανάγκης σύνδεσής του με το εμπορικό και ιστορικό κέντρο, αποτελεί, για τα δικά μας δεδομένα, και εγγύηση οικονομικής βιωσιμότητας, τόσο του έργου όσο και της διατήρησης της περιοχής στη κατάσταση που της αναλογεί. Αποτελεί εντέλει και εγγύηση της βιωσιμότητας του ίδιου του φορέα, εν προκειμένω της ΔΕΘ, η οποία, ακόμα και αν υπήρχε εναλλακτικός χώρος μετακίνησής της εκτός πόλης, αυτός θα συνεπάγονταν την περιθωριοποίηση, υποβάθμιση και τελικά οριστική διάλυσή της.
Συνεπώς, αν πρέπει οπωσδήποτε να επινοήσουμε ένα δίλημμα, να το θέσουμε στη σωστή του βάση. Ανάπλαση ή οι σημερινές λαμαρίνες, μητροπολιτικό πάρκο ή τα σημερινά τσιμέντα, σύγχρονη διεθνής έκθεση στη Θεσσαλονίκη ή οριστικό τέλος ακόμα ενός θεσμού της πόλης. Στο πραγματικό αυτό όμως δίλημμα, κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει το κίνδυνο να μείνει η πόλη με μια ακόμα χαμένη ευκαιρία, με τη διατήρηση της έκτασης στη σημερινή της, κάκιστη, κατάσταση και με την περαιτέρω υποβάθμιση ενός θεσμού που εδώ και έναν αιώνα είναι συνυφασμένος το τόπο μας.
Ενώπιον του κινδύνου αυτού, είναι περισσότερο από ποτέ απαραίτητο να παραμείνει η πόλη αδιαίρετη, να υπερβούμε όλοι ψευδεπίγραφα διλήμματα, να αποφευχθεί ένας ακόμα κύκλος συζήτησης που μόνο θα καθυστερήσει την υλοποίηση του πνεύμονα πρασίνου και της ανάπλασης που η Θεσσαλονίκη έχει ανάγκη. Ένα έργο δηλαδή που, επιτέλους, έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου για να υλοποιηθεί.
*Ο Μιχάλης Μήττας είναι Γενικός Γραμματέας του Δήμου Θεσσαλονίκης
