Skip to main content

Απαλλοτριώσεις: Η «Αχίλλειος Πτέρνα» του Αστικού Σχεδιασμού

Οι δήμοι της χώρας έχουν κρατήσει επί δεκαετίες οικόπεδα «παγωμένα», μπλοκάροντας την αξιοποίησή τους, χωρίς να ολοκληρώνουν έγκαιρα τις απαλλοτριώσεις
Προσθήκη του voria.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Του Κωνσταντίνου Ιακώβου*

Η ημερήσια διάταξη της τελευταίας συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου του δήμου Θεσσαλονίκης περιελάμβανε τρία θέματα ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων.

Προσπερνώ τις συγκεκριμένες περιπτώσεις γιατί νομίζω ότι πρέπει κάποια στιγμή να μιλήσουμε ανοιχτά, ρεαλιστικά και με το βλέμμα στραμμένο στο εγγύς μέλλον. Υπάρχει ένα πεδίο όπου η ελληνική πόλη σκοντάφτει συστηματικά—και αυτό είναι οι απαλλοτριώσεις. Κι αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για ποιότητα ζωής, πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά για γη.

Η εικόνα της Θεσσαλονίκης φαίνεται ότι αλλάζει. Η πόλη εξελίσσεται. Μετά από μια μακρά περίοδο οικονομικής στασιμότητας, βλέπουμε ξανά γερανούς, μηχανήματα, εργοτάξια, αναπλάσεις και μεγάλες υποδομές που υλοποιούνται από την Πολιτεία.

Κατασκευάζονται σημαντικά έργα υποδομής που δικαιούνταν η πόλη και παρά τις καθυστερήσεις το γεγονός είναι θετικό. Ωστόσο, πίσω από τις βιτρίνες των μεγάλων έργων, η καθημερινότητα στις γειτονιές παραμένει «όμηρος» μιας παλιάς παθογένειας - των λιμναζουσών απαλλοτριώσεων.

Τι είναι  όμως η ρυμοτομική απαλλοτρίωση;

Στην ελληνική πολεοδομική πρακτική, «ρυμοτομική απαλλοτρίωση» (ή ρυμοτομική δέσμευση) σημαίνει ότι, με ένα σχέδιο πόλης/ρυμοτομικό σχέδιο, ένα ακίνητο ή τμήμα του δεσμεύεται για να μείνει κοινόχρηστο (π.χ. δρόμος, πλατεία, πράσινο) ή να εξυπηρετήσει κοινωφελή χρήση (π.χ. σχολείο, πολιτιστικό κέντρο, αθλητικές εγκαταστάσεις, παιδικοί σταθμοί, κοινωνικές δομές).

Το κρίσιμο είναι πως αυτή η δέσμευση δεν μπορεί να λειτουργεί ως «ισόβια απαγόρευση», χωρίς να ολοκληρωθεί η απαλλοτρίωση και χωρίς να καταβληθεί η αποζημίωση. Το 2020, νόμος επιχείρησε να βάλει «ημερομηνία λήξης» σε χρονίζουσες δεσμεύσεις και δικαιώς. Δεν μπορεί η ιδιοκτησία να δεσμεύεται άτυπα για χρόνια.

Ποιο είναι το πρόβλημα

Οι δήμοι της χώρας-και ιδιαίτερα τα μεγάλα αστικά κέντρα-έχουν κρατήσει επί δεκαετίες οικόπεδα «παγωμένα», μπλοκάροντας την αξιοποίησή τους, χωρίς να ολοκληρώνουν έγκαιρα τις απαλλοτριώσεις. Τώρα, με τις τιμές να ανεβαίνουν, πληρώνουμε ακριβότερα το ίδιο λάθος.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δείχνει ότι στη Θεσσαλονίκη οι τιμές διαμερισμάτων αυξάνονται με ρυθμούς που κάνουν κάθε καθυστέρηση πολιτική αυτοπαγίδευση. Η καρδιά του προβλήματος δεν είναι ότι «δεν υπάρχει σχεδιασμός», όπως λέμε συχνά και δικαίως για πολλά θέματα. Εδώ υπάρχει σχεδιασμός -και μάλιστα φιλόδοξος. Το πρόβλημα είναι ότι ο σχεδιασμός δεν συνοδεύεται από έγκαιρη χρηματοδότηση για την απόκτηση της γης.

Αν οι πόλεις θέλουν σχολεία, πολιτιστικά κέντρα, αθλητικές εγκαταστάσεις, παιδικούς σταθμούς και πράσινο, χρειάζονται ταμείο γης και διαρκές χρηματοδοτικό εργαλείο-όχι μόνο για τα εύκολα.

Η μεταπολεμική ανάπτυξη των ελληνικών πόλεων άφησε ελάχιστες πλέον επιλογές. Σήμερα, η ανάγκη για κοινόχρηστους χώρους είναι πιο επιτακτική από ποτέ.

Όμως δεν αρκεί να «βαφτίζουμε» ένα οικόπεδο ως χώρο πρασίνου πρέπει να έχουμε τη βούληση και το πλάνο να το αποκτήσουμε.

Η κεντρική πολιτική και η αυτοδιοικητική διαχείριση

Πολλοί δήμαρχοι αντιμετωπίζουν το ζήτημα των απαλλοτριώσεων ως υπόθεση που εκτείνεται πέρα από τον δικό τους εκλογικό κύκλο. Ακόμη και όταν υπάρχει πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία ή διαθέσιμοι πόροι, η προτεραιότητα συχνά στρέφεται σε παρεμβάσεις με άμεσο και ορατό αποτέλεσμα. Eνίσχυση υπηρεσιών καθαριότητας, έργα ανάπλασης, παρεμβάσεις που αποδίδουν πολιτικά σε σύντομο χρονικό ορίζοντα, έργα βιτρίνας κ.ο.κ. Είναι επιλογές κατανοητές στο πλαίσιο της εκλογικής λογικής, όμως σπάνια συνοδεύονται από τη βούληση να επενδυθεί πολιτικό κεφάλαιο σε απαλλοτριώσεις, που απαιτούν χρόνο, επιμονή και συστηματική χρηματοδότηση χωρίς άμεση ανταμοιβή.

Αυτή η κοντόφθαλμη ιεράρχηση, ωστόσο, έχει συσσωρεύσει ένα δομικό πρόβλημα. Η διαρκής αναβολή της απόκτησης γης μεταθέτει το κόστος στο μέλλον, αυξάνει τις αποζημιώσεις και στερεί από τις πόλεις τους απαραίτητους χώρους για σχολεία, πράσινο και κοινωνικές υποδομές. Όσο οι δημοτικές αρχές κινούνται με ορίζοντα πενταετίας, η ανάγκη για μια σταθερή, υπερκείμενη στρατηγική καθίσταται επιτακτική.

Το βάρος, επομένως, δεν μπορεί να επαφίεται αποκλειστικά στην Tοπική Aυτοδιοίκηση. Η Πολιτεία οφείλει να αναλάβει πρωτοβουλία, να διαμορφώσει μόνιμο χρηματοδοτικό μηχανισμό και να θέσει την πολιτική γης σε προτεραιότητα εθνικού σχεδιασμού, ιδίως για τα μεγάλα αστικά κέντρα. Αν θέλουμε οι πόλεις μας τις επόμενες δεκαετίες να είναι στοιχειωδώς ανθρώπινες, κλιματικά ανθεκτικές και κοινωνικά συνεκτικές, τότε η απόκτηση και διαχείριση γης δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια• είναι προϋπόθεση βιωσιμότητας και αναπτυξιακής προοπτικής.

* Ο Κωνσταντίνος Ιακώβου είναι δημοτικός Σύμβουλος του δήμου Θεσσαλονίκης, πρώην αντιδήμαρχος Καθαριότητας, Ανακύκλωσης και Μηχανικών Μέσων του Δήμου Θεσσαλονίκης, πρώην Οικονομικός Επόπτης του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης και πρόεδρος Ένωσης Καπνοπωλών, Ψιλικών και Περιπτέρων Μακεδονίας.