Δέκα ξεχωριστές οινικές ιστορίες για δέκα αθέατους… θησαυρούς του βορειοελλαδικού αμπελώνα, στους οποίους οι ντόπιοι οινοποιοί επέλεξαν να επενδύσουν, με σκοπό να αναδείξουν τον σπάνιο χαρακτήρα τους, είχε την ευκαιρία να ακούσει το οινόφιλο κοινό στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο Masterclass των ΒορΟινών για τις Σπάνιες ποικιλίες της Βόρειας Ελλάδας. Από το Tannat με άρωμα... Ουρουγουάης που φυτεύτηκε στο Αμύνταιο από το Κτήμα Άλφα, το ιταλικό Montepulciano της Ευστρατίας Ταζογλίδου στη Νάουσα και την πορτογαλική Turiga Nacional του Κτήματος Τέχνη Οίνου μέχρι το μικρασιάτικης μνήμης Αμάσσι του οινοποιείου 3Γενιές στην Αριδαία και το Βλάχικο του Zoinos Winery στη Ζίτσα, οι ποικιλίες -γηγενείς και διεθνείς- ξεδίπλωσαν η κάθε μία τη γοητεία τους.

Με οδηγούς τον πιστοποιημένο sommelier Αλέξανδρο Μπουζίκα και τους εκπροσώπους δέκα οινοποιείων που παρουσίασαν ο καθένας έναν μονοποικιλιακό οίνο βασισμένο σε μια ξεχωριστή ποικιλία, το κοινό περιπλανήθηκε στον ποικιλόμορφο βορειοελλαδικό αμπελώνα, που συνεχίζει να εκπλήσσει με την ιδιαιτερότητά του. Τι σημαίνει όμως σπάνια ποικιλία; Όπως εξήγησε ο Αλέξανδρος Μπουζίκας, ο χαρακτηρισμός αυτός έχει διαφορετικές ερμηνείες: σημαίνει περιορισμένη καλλιέργεια σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, σημαίνει ότι η καλλιέργεια της αφορά ορισμένες γεωγραφικές περιοχές ή ότι είναι ελάχιστα γνωστή στο εθνικό ή διεθνές αμπελουργικό τοπίο και στο ευρύτερο κοινό, ενώ έτσι χαρακτηρίζονται και κάποιες ιστορικά παραμελημένες ποικιλίες, η δυνατότητα αναβίωσης των οποίων διαφαίνεται σήμερα.
Το Βιδιανό από την Κρήτη στο Κατάφυτο Δράμας
Στην οινική αυτή περιπλάνηση πρώτος σταθμός ήταν το Blanc de Blanc Brut του οινοποιείου Costa Lazaridi από τη Δράμα, ένα αφρώδες κρασί με ποικιλιακή σύνθεση 100% Βιδιανό, που, όπως είπε ο οινολόγος Χριστόφορος Ελευθερόπουλος, αποτελεί μια έκφραση της εξέλιξης του οινοποιείου και της σχέσης του με τον ελληνικό αμπελώνα. Μετά την αρχική επικέντρωση της Δράμας στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στις ξένες ποικιλίες και στη συνέχεια τη στροφή και στις ελληνικές, το Costa Lazaridi άρχισε τις αναζητήσεις του και κατέληξε στο Βιδιανό, μια ποικιλία με κρητικές ρίζες, που δίνει κρασιά με εξαιρετική δομή, φρεσκάδα, ισορροπία και υψηλή οξύτητα. Η πρώτη φύτευση έγινε το 2016 στον αμπελώνα «Γέννηση Αυγής», που βρίσκεται στο ορεινό Κατάφυτο σε υψόμετρο 830 μέτρων.

Αμάσσι που δεν… ξεχνά στην Αριδαία
Επόμενος σταθμός ήταν το Αμάσσι, μια τοπική ποικιλία στην Αριδαία, που εκφράστηκε εν προκειμένω από το κρασί Lithi του οινοποιείου 3Γενιές, με μικρασιατική μνήμη. Οι πρόγονοι των σημερινών ιδιοκτητών του οινοποιείου όταν ήρθαν στην Αριδαία βρήκαν την ποικιλία ως αυτοφυή και την ονόμασαν Αμάσσι γιατί έμοιαζε με την Amassya της Μικράς Ασίας. Μάλιστα, το οινοποιείο 3Γενιές ήταν και το πρώτο που κατάφερε να εμφιαλώσει το Αμάσσι, το οποίο και έδωσε ένα ευχάριστο, φρουτώδες κρασί, όπως σημείωσε η εκπρόσωπος της τρίτης γενιάς, γεωπόνος Φωτεινή Θωμαΐδου. Η πρώτη φύτευση του αμπελώνα που βρίσκεται στην Πιπεριά της Αριδαίας σε υψόμετρο 200 μέτρων έγινε το 1936. Μάλιστα, η συγκεκριμένη ποικιλία καλλιεργείται σε μορφή κληματαριάς και είναι συνδεδεμένη με την ιστορία των Μικρασιατών, ενώ αποτελεί κομμάτι της ταυτότητας της περιοχής. Αυτή η τιμή στους προγόνους και η προσπάθεια να μην ξεχαστούν έδωσε και το όνομα Lithi στο κρασί.

Κυδωνίτσα σαν… Μαλαγουζιά στο Κιλκίς
Η Κυδωνίτσα της Oenops, που είναι φυτεμένη στο Κιλκίς, είχε και αυτή τη δική της ιστορία, αν και είναι ο νεότερος κωδικός του οινοποιείου. Ένας από τους συνεργάτες του Oenops στη Μαλαγουζιά συμπλήρωσε στο παρελθόν τα στρέμματά του κατά τύχη και με ένα άλλο φυτό, το οποίο και πρότεινε να προμηθεύσει στην Oenops λέγοντας «έχω και κάτι σαν Μαλαγουζιά». Το οινοποιείο έκανε τις μετρήσεις, είδε ότι ήταν Κυδωνίτσα και αποφάσισε να δημιουργήσει «αυτό το πολύ ωραίο κρασί», όπως σημείωσε ο υπεύθυνος ανάπτυξης πωλήσεων Βόρειας Ελλάδας της Oenops, Κωνσταντίνος Σαρηγιαννίδης. Η παραγωγή είναι μόλις 3.000 με 4.000 φιάλες και η οινοποίηση γίνεται σε πήλινους αμφορείς. «Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ποικιλία, ανερχόμενη» πρόσθεσε ο Κωνσταντίνος Σαρηγιαννίδης.

Verdicchio στην Πύδνα Πιερίας
Μια ανατρεπτική διεθνή ποικιλία που καλλιεργείται ευρέως στην κεντρική Ιταλία, αλλά είναι σπάνια στην Ελλάδα, τη Verdicchio, επέλεξε το οινοποιείο Kitrvs, φυτεύοντάς την στην Πύδνα Πιερίας σε υψόμετρο 150 μέτρων και απόσταση 3 χλμ από τη θάλασσα. Η ιταλική αυτή ποικιλία επελέγη γιατί το οινοποιείο ήθελε να φέρει ποικιλίες από πιο νότιες περιοχές σε πιο ψυχρά κλίματα, έχοντας στο νου την κλιματική αλλαγή, αλλά και την οξύτητα. Μάλιστα, ήταν το συγκεκριμένο οινοποιείο που πέτυχε την ένταξή της στις επιτρεπόμενες ποικιλίες. «Πιστεύαμε ότι θα δώσει πολύ καλά χαρακτηριστικά σε συνδυασμό με τη Μαλαγουζιά μας» ανέφερε ο οινοποιός Κωνσταντίνος Γαρυπίδης, σημειώνοντας ότι για πέντε χρόνια ήταν σε πειραματική φάση. Η πρώτη φύτευση έγινε το 2013 και έδωσε μια ευκαιρία στο Verdicchio, που σημαίνει πρασινωπό, να δημιουργήσει το μονοποικιλιακό Idealista, με την αίσθηση του πικραμύγδαλου στη μύτη και στην επίγευση και με τον έντονο ανθικό χαρακτήρα όσο είναι φρέσκο. «Είναι μια πολύ κομψή ποικιλία παλαίωσης» ανέφερε ο Κωνσταντίνος Γαρυπίδης.

Το Viognier της Επανομής
Επόμενο κρασί ήτανε το Viognier του Κτήματος Γεροβασιλείου, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1992. Όπως εξήγησε ο Αργύρης Γεροβασιλείου, οινολόγος και εκπρόσωπος της δεύτερης γενιάς του οινοποιείου, ο πατέρας του Ευάγγελος Γεροβασιλείου μετά τις σπουδές του στο Μπορντό και την επιστροφή του στο χωριό του, την Επανομή, εκτός από τη Μαλαγουζιά και το Ασύρτικο, αποφάσισε να φυτέψει και ξενικές ποικιλίες, όπως οι Sauvignon Blanc, Chardonnay και Viognier. Το 1988 αγόρασε 10.000 φυτά και το 1990 φύτεψε 20 στρέμματα Viognier. Αν και το οινοποιείο δίνει έμφαση στις ελληνικές ποικιλίες, αναγνωρίζει πως οι ξενικές παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο κυρίως στο εξωτερικό, καθώς ένας ξένος δεν νιώθει πάντα σίγουρος να δοκιμάσει μια ελληνική ποικιλία, άρα η πρώτη επαφή μπορεί να γίνει ευκολότερα μέσω μιας ξένης. Το Viogner αγαπά την Επανομή, αγαπά το ζεστό καλοκαίρι και την ηλιοφάνεια και το πιο σημαντικό είναι πως πρέπει να ωριμάσει. Τα τελευταία χρόνια δε, ο Έλληνας καταναλωτής τού δείχνει την προτίμησή του.

Το ρουμπινί Βλάχικο της Ζίτσας
Το Βλάχικο της Zoinos Winery στη Ζίτσα μέσα από τον ομώνυμο ερυθρό οίνο, με το λαμπερό ρουμπινί χρώμα και τα αρώματα των φρούτων του δάσους, παρουσίασε από την πλευρά της η οινολόγος του ηπειρώτικου οινοποιείου και πρόεδρος της Ένωσης Οινοποιών Βορείου Ελλάδος, Ελένη Σίντου. Πρόκειται για σπάνια ποικιλία, γιατί δεν έχει μεγάλες στρεμματικές εκτάσεις, με τα στρέμματα να έχουν φτάσει τα 138 σήμερα, η οποία καλλιεργείται εδώ και πολλά χρόνια στην περιοχή και αποτελεί δίδυμο με την Ντεμπίνα. Η φύτευση έχει γίνει σε αμπελώνα στην περιοχή της Ζίτσας σε πλαγιές με νότια ή δυτική έκθεση και υψόμετρο 700 μέτρων. Όπως εξήγησε η κα Σίντου, το 99% των ποικιλιών στην Ήπειρο είναι γηγενείς και στόχος είναι να αναδειχθεί η δυναμική τους.

Το αγιορείτικο Λημνιό
Επόμενος σταθμός σε αυτό το οινικό ταξίδι ήταν το κρασί Επιφανής, από το Μετόχι Μυλοπόταμος, με ποικιλιακή σύνθεση 100% Λημνιό, ένας ερυθρός οίνος που προέρχεται από έναν γραμμικό παραθαλάσσιο επικλινή αμπελώνα, τύπου παλμέτα, σε υψόμετρο 60 μέτρων και βορειοανατολικό προσανατολισμό. Ο αείμνηστος Μοναχός Επιφάνιος αναγνώρισε τα κοινά καιρικά χαρακτηριστικά Λήμνου και Αγίου Όρους -ξηρά, σχεδόν άνυδρα καλοκαίρια, δροσεροί χειμώνες, ισχυροί άνεμοι- που θα μπορούσαν να κάνουν τις δύο περιοχές να μοιραστούν το Λημνιό. Κάπως έτσι αποφάσισε όταν άρχισε να αναστηλώνει τον αμπελώνα στις αρχές της δεκαετίας του ’90, να προχωρήσει στη φύτευση της ποικιλίας που εκείνα τα χρόνια δεν ήταν διαδεδομένη. Η πρώτη χρονιά της σε μονοποικιλιακό κρασί ήταν, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Μυλοποτάμου, Θεόδωρο Τζιτζιλή, το 2016.

Το Montepulciano της Νάουσας
Πώς βρέθηκε στη Νάουσα το Montepulciano, η δεύτερη πιο πολυφυτεμένη ποικιλία στην Ιταλία, που όμως, εκτός της Αυστραλίας, ελάχιστα εμφανίζεται σε άλλες χώρες; Ένα ταξίδι της γεωπόνου Ευστρατίας Ταζογλίδου στο Ambruzzo της Ιταλίας ήταν αρκετό για να γοητευτεί από την ποικιλία και να διαπιστώσει πως εδαφοκλιματικά η περιοχή ήταν κοντά με τη Νάουσα. Κάπως έτσι και από απλή περιέργεια να δει πώς θα εκφραζόταν στην περιοχή της Νάουσας, είπε να το προσπαθήσει. Μάλιστα, επειδή η ποικιλία δεν ήταν επιτρεπόμενη, μπήκε σε μια μακρά και δύσκολη διαδικασία για να μπορέσει να την καλλιεργήσει. Η Montepulciano φυτεύτηκε πριν από 26 χρόνια στον Τρίλοφο Ναούσης σε υψόμετρο 180 μέτρων. Πρόκειται για μια πολύ παραγωγική ποικιλία, όψιμης ωρίμανσης.

Turiga Nacional: από την Πορτογαλία στη Δράμα
Η πορτογαλική Turiga Nacional, η πιο γνωστή ερυθρή ποικιλία της Πορτογαλίας, όχι όμως διαδεδομένη εκτός των ορίων της, γοήτευσε το Κτήμα Τέχνη Οίνου, που πίστεψε ότι θα μπορούσε να εγκλιματιστεί στο terroir της Δράμας. Δεν περιλαμβανόταν στις επιτρεπόμενες ποικιλίες, οπότε το οινοποιείο κίνησε εκείνο τη σχετική διαδικασία ένταξης. Η πρώτη φύτευση έγινε το 2009 -ο αμπελώνας βρίσκεται στην Καλή Βρύση σε υψόμετρο 650 μέτρων- ενώ για αρκετό καιρό γίνονταν πειραματικές οινοποιήσεις. Η παραγωγή στο ερυθρό είναι περιορισμένη, ενώ φτιάχνεται πλέον και ροζέ από Turiga Nacional. Όπως ανέφερε ο εκπρόσωπος της δεύτερης γενιάς και οινολόγος του Κτήματος Τέχνη Οίνου, Άκης Παπαδόπουλος, πρόκειται για μία βαφική ποικιλία, με μικρή ράγα, πολύ παραγωγική και με ιδιαίτερα γοητευτικό χαρακτήρα στη μύτη.

Το μαγικό Tannat με… άρωμα Ουρουγουάης
Δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό του ο οινοποιός Άγγελος Ιατρίδης του Κτήματος Άλφα για την ποικιλία Tannat, που στην Ουρουγουάη θεωρείται εθνικό σύμβολο, καλλιεργείται ιστορικά στο Madiran της Νοτιοδυτικής Γαλλίας και από το 2016 είναι φυτεμένη στο αμπελοτεμάχιο Βράχος, 45 στρεμμάτων, στην περιοχή του Αμυνταίου σε υψόμετρο 630-640 μέτρων, δίνοντας το κρασί Single Block Βράχος. Όπως εξήγησε ο κ. Ιατρίδης, η ποικιλία αυτή τον συνόδευσε στα χρόνια των σπουδών του στη Γαλλία, όταν εργάστηκε στο εμβληματικό οινοποιείο Chateau Montus και τον συνεπήρε.
«Αν το Cabernet είναι ο αυτοκράτορας των ερυθρών ποικιλιών, το Tannat είναι o μονομάχος» είπε, σημειώνοντας πως ο οίνος αυτός παλαιώνει όσο καιρό το αποφασίζουν εκείνοι. Σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για μια ποικιλία υπερβολική σε όλα, την οποία πρέπει να την… κόψεις με το μαχαίρι, η οποία θέλει πολλές πρωτεΐνες και πολλά λιπαρά, δεν πηγαίνει μόνη της, δίνει μεγάλες στρεμματικές αποδόσεις, κάνει πολύ υψηλόβαθμα κρασιά, έχει μεγάλη παραγωγή φαινολικών χαρακτηριστικών, μεγάλη οξύτητα, μεγάλο τσαμπί, είναι εκρηκτική και όχι για όλους τους καταναλωτές. «Μου κίνησε την περιέργεια. Δίνει κρασιά σε πολύ ψυχρό κλίμα και είναι όψιμη. Φανταστείτε ακόμα δεν την έχουμε τρυγήσει» είπε, τονίζοντας πως είναι πλούσια σε δομή και σε μαγεύει με τον όγκο, τον πλούτο και τη δυνατότητά της να «παντρεύεται» με μεγάλη γκάμα πολύ πλούσιων εδεσμάτων.
