Ρουμπινί χρώματα, φρουτώδη αρώματα και έκρηξη γεύσεων. Θα μπορούσαν σίγουρα να γραφτούν τόμοι ολόκληροι για την πολυπλοκότητα του βορειοελλαδίτικου οίνου, αλλά εάν έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε λίγες λέξεις, αυτές θα μπορούσαν έστω και λίγο να αποτυπώσουν τη μοναδικότητα ενός ιδιαίτερου αμπελώνα, που ξεκινά από την Ήπειρο και φτάνει έως τη Δράμα.
Οι οίνοι του Βορρά παίρνουν μια άτυπη ρεβάνς τα τελευταία χρόνια, καταλαμβάνοντας όλο και περισσότερο χώρο στο τραπέζι και τις κάβες των Ελλήνων, ενώ χρόνο με τον χρόνο κερδίζουν και τις καρδιές των καταναλωτών του εξωτερικού.

Στην εορταστική περίοδο, δε, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι προτιμήσεις σε καλό βορειοελλαδίτικο κρασί αυξάνονται, προκαλώντας αισιοδοξία.
Αδιάψευστος μάρτυρας η εικόνα από τα Βοροινά των Χριστουγέννων του 2024 στη Θεσσαλονίκη, που προσέλκυσαν πλήθος οινόφιλων, πιστοί στο ραντεβού με τις σπάνιες και εξαίρετες ποικιλίες του βορειολλαδίτικου αμπελώνα.
«Φαίνεται ότι το ενδιαφέρον του καταναλωτή εστιάζει στη Βόρεια Ελλάδα και αυτό μας τιμάει», τονίζει στη Voria.gr η πρόεδρος της Ένωσης Οινοποιών Βορείου Ελλάδος, Ελένη Σίντου.
Σύμφωνα με την ίδια, τα αξιόλογα οινοποιεία στα βόρεια της χώρας είναι πια αρκετά αναδεικνύοντας όχι μόνο τις γηγενείς ποικιλίες αλλά και το πάντρεμα των γηγενών με διεθνείς ποικιλίες.

«Έτσι βλέπουμε πως οι ξένες ποικιλίες έχουν εγκλιματιστεί στην Ελλάδα», σημειώνει η κ. Σίντου.
Με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται και ο πλούτος του βορειοελλαδίτικου terroir που παρουσιάζει διαφορετικότητα αφού εκτείνεται σε έξι ζώνες ΠΟΠ, προσφέροντας μια μεγάλη βεντάλια αρωμάτων και γεύσεων χάρη στα διαφορετικά στυλ.
Η ιδιαίτερη χρονιά και το πολυδιάστατο ξινόμαυρο
Τα φετινά Βοροινά των Χριστουγέννων βρήκαν την ελληνική οινοποιία σε μια ιδιαίτερη φάση. Την ώρα που η κλιματική αλλαγή έχει επηρεάσει τον ελληνικό αμπελώνα, στη Βόρεια Ελλάδα η επιρροή είναι μικρότερη, αφού διαθέτει ορεινούς αμπελώνες που έχουν μικρότερες επιπτώσεις στην ποιότητα των παραγόμενων οίνων.
«Θεωρούμε πως στο μέλλον δεν θα έχουμε τόσο οξυμένα τα θέματα της κλιματικής αλλαγής», εξηγεί η πρόεδρος των Οινοποιών της Βόρειας Ελλάδας.
«Αντίθετα θεωρούμε ότι μας έχει βοηθήσει πάρα πολύ, αφού η περίοδος ωρίμανσης των ποικιλιών μας που, είναι ο Σεπτέμβριος – Οκτώβριος, ήταν παλαιότερα βροχεροί μήνες με πολλά προβλήματα για την ωρίμανση, ενώ τώρα με την αλλαγή των καιρικών συνθηκών τα πράγματα βαίνουν καλύτερα αφού η παραγόμενη ύλη είναι ποιοτικότερη», λέει η Ελένη Σίντου.

Την ίδια ώρα, το εγχώριο κοινό συνεχίζει να μαθαίνει τους αμπελοοινικούς θησαυρούς του βορειοελλαδίτικου terroir. Παράλληλα, στόχος είναι οι καταναλωτές του εξωτερικού να μάθουν τις ξεχωριστές ποικιλίες που παράγει ο ελληνικός αμπελώνας, αλλά και το επιτυχημένο πάντρεμά τους με τις διεθνείς ποικιλίες που ήδη γνωρίζουν.
Τα στοιχεία άλλωστε είναι ελπιδοφόρα, αφού είναι γνωστό πως το ενδιαφέρον στο εξωτερικό για τις ελληνικές γηγενείς ποικιλίες είναι ολοένα αυξανόμενο.
Ναυαρχίδα φυσικά είναι το ξινόμαυρο. Η Ελένη Σίντου το χαρακτηρίζει μια «πολυδυναμική ποικιλία» και αυτό, όπως τονίζει, «μπορούμε να το καταλάβουμε από τους παραγόμενους οίνους, που μάλιστα ξεπερνούν τις προσδοκίες αφού έχουμε προϊόντα όπως αφρώδεις οίνους, οίνους blanc de noir, αλλά και μοντέρνους ερυθρούς οίνους βασισμένους στο ξινόμαυρο, αλλά και εξαιρετικές παλαιώσεις».