Όλα δείχνουν ότι η ένταση στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας θα είναι μόνιμη από εδώ και στο εξής.
Η μαξιμαλιστική «πολιτική του βάθους» που εφαρμόζει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν περνά κι από τα ελληνικά χωρικά ύδατα κι αργά ή γρήγορα μια κάποιας μορφής εμπλοκή δείχνει σχεδόν αναπόφευκτη. Συνεπώς, και υπό την έννοια αυτή, τα γεγονότα αυτής της περιόδου δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια τροχιοδεικτική βολή και υπ' αυτό το πρίσμα αντιμετωπίζονται από ελληνικής πλευράς.
Ο στόχος της χάραξης ΑΟΖ με την Αίγυπτο και η κατάθεση συντεταγμένων για τις θαλάσσιες ζώνες ενδιαφέροντος, μετά από όλα τα παραπάνω γίνεται πρωταρχικός για την Αθήνα. Στο πλαίσιο αυτό, οι πληροφορίες επιμένουν ότι οι σχετικές συζητήσεις με το Κάιρο έχουν μπει στην τρίτη και πλέον αποφασιστική φάση τους, κατόπιν αμοιβαίων υποχωρήσεων, αλλά τα καλά νέα δύσκολα θα έρθουν πριν το τέλος του έτους. Γι' αυτό και η ελληνική πλευρά, καλείται να διαχειριστεί ένα πολύ κρίσιμο δεύτερο εξάμηνο του τρέχοντος έτους, που κανείς δεν γνωρίζει εκ των προτέρων τι εκπλήξεις μπορεί να επιφυλάσσει.
Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Αθήνα είχε και θα εξακολουθήσει να έχει τις επόμενες εβδομάδες την προσοχή της στραμμένη στις εξελίξεις στη Λιβύη. Αν η Σύρτη «πέσει» στα χέρια των ισλαμιστών μισθοφόρων της Τουρκίας, τότε η εκεί στρατιωτική επέμβαση της Αιγύπτου είναι δεδομένη. Αυτό θα αλλάξει τις ισορροπίες σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο (και όχι μόνο) και η Αθήνα σίγουρα «θα αγοράσει χρόνο». Το πιθανότερο, όμως, είναι πως από μια τέτοια εμπλοκή θα προσδοκά και σε άλλα, μεγαλύτερα, οφέλη.