Skip to main content

Eurofighter: Το νέο χαρτί του Ερντογάν στα ελληνοτουρκικά και το ευρωπαϊκό στοίχημα

Η Άγκυρα εξοπλίζεται από το Λονδίνο, πιέζει για είσοδο στο πρόγραμμα SAFE και δοκιμάζει τις αντοχές της Ευρώπης

Πριν λίγες ημέρες, στις 27 Οκτωβρίου 2025, η Άγκυρα υποδέχτηκε τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ με δύο αεροσκάφη Eurofighter Typhoon της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας να συνοδεύουν το αεροπλάνο του, προοικονομώντας την υπογραφή μιας ιστορικής συμφωνίας.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο Στάρμερ ανακοίνωσαν την αγορά 20 νέων μαχητικών Eurofighter από την Τουρκία, αξίας 8 δισεκατομμυρίων βρετανικών λιρών, δηλαδή περίπου 9,2 δισεκατομμύρια ευρώ (κατά την ανακοίνωση του Λονδίνου), από το κονσόρτσιουμ-σύμπραξη Eurofighter (Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία) γεγονός που σηματοδοτεί μια ιστορική στροφή στην αμυντική στρατηγική της Άγκυρας.

Για πρώτη φορά στα τελευταία 75 χρόνια, η Τουρκία στρέφεται στην προμήθεια ενός μαχητικού αεροσκάφους που δεν έχει κατασκευαστεί στις ΗΠΑ, αναζητώντας λύση για την πολεμική της αεροπορία μετά τον αποκλεισμό της από το πρόγραμμα των F-35 (λόγω των ρωσικών S-400) και τις καθυστερήσεις στην αναβάθμιση των F-16. Η συμφωνία, η οποία περιλαμβάνει και την προμήθεια επιπλέον 24 μεταχειρισμένων Eurofighter από το Κατάρ και το Ομάν, είναι αποτέλεσμα εντατικών διαπραγματεύσεων και ήρθε στο φως μετά την άρση του γερμανικού βέτο, χάρη στην αλλαγή κυβέρνησης από τον Όλαφ Σολτς στον Φρίντριχ Μερτς, και άνοιξε τον δρόμο για αυτή τη συμφωνία. Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας διευκρίνισε ότι το πραγματικό κόστος ανέρχεται σε 5,4 δισεκατομμύρια λίρες, καλύπτοντας τζετς, εξοπλισμό και πυρομαχικά. Η Άγκυρα επιδιώκει να αποκτήσει την τελευταία εκδοχή του αεροσκάφους και τον απαραίτητο εξοπλισμό, συμπεριλαμβανομένων των προηγμένων πυραύλων Meteor και Brimstone, αν και οι παραδόσεις των νέων αεροσκαφών αναμένονται από το 2030 και μετά, ενώ τα μεταχειρισμένα εκ Ανατολής αναμένονται πιο άμεσα αν επιτευχθούν οι συμφωνίες με Κατάρ και Ομάν.

 

Η κίνηση αυτή, όμως, έχει πολύ πιο σοβαρές διπλωματικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις πέρα από την απλή ανανέωση του τουρκικού στόλου. Η Τουρκία επιδιώκει να χρησιμοποιήσει την αγορά ευρωπαϊκών οπλικών συστημάτων ως μοχλό για να τρυπώσει στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλεια και ειδικότερα στο αμυντικό δανειοδοτικό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το SAFE.

Την ίδια στιγμή, στην Αθήνα, η κυβέρνηση διατηρεί την αισιοδοξία για τη διατήρηση της αεροπορικής υπεροχής (με τα Rafale, τα F-16 Viper και την αναμενόμενη είσοδο των F-35 από το 2028), αλλά η ευρύτερη συζήτηση αφορά πλέον το κατά πόσο οι Ευρωπαίοι εταίροι είναι πρόθυμοι να παραβλέψουν τον τουρκικό μαξιμαλισμό στην Ανατολική Μεσόγειο έναντι του δικού τους γεωπολιτικού συμφέροντος. Αναλύοντας τη συμφωνία με την αναπληρώτρια καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Φωτεινή Μπέλλου, και την καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και Διευθύντρια του Κέντρου Ανάλυσης Μεσανατολικής Πολιτικής (ΚΕ.Α.ΜΕ.Π.) Βιβή Κεφαλά, οι οποίες μιλούν στην Voria.gr αναδεικνύονται τρεις κρίσιμες παράμετροι αυτής της νέας ισορροπίας:

1. Η ποιοτική αναβάθμιση και η εξίσωση του Αιγαίου

Η πρώτη αφορά την αξία και τον αντίκτυπο της ενσωμάτωσης τόσο των Eurofighter στην τουρκική πολεμική αεροπορία όσο και των πυραύλων Meteor στις επιχειρησιακές ικανότητες των αεροσκαφών σε σχέση πάντα με τα ελληνικά Rafale.

Όπως επισημαίνει η κ. Κεφαλά, η αναβάθμιση των οπλικών συστημάτων είναι «και απαραίτητη και βεβαίως βελτιώνει τις επιχειρησιακές δυνατότητες» της χώρας που την πραγματοποιεί, υπογραμμίζοντας ότι η Τουρκία χρησιμοποιεί τα εξοπλιστικά της προγράμματα ως μοχλό πολιτικής πίεσης κερδίζοντας διπλά: Αφενός βελτιώνει τις αμυντικές της ικανότητες και αφετέρου αυτό φέρνει πολιτικά πλεονεκτήματα. Αναφορικά με την ισορροπία στο Αιγαίο, η κ. Κεφαλά εκτιμά ότι είναι «πάρα πολύ νωρίς για να το κρίνουμε», καθώς «δεν είναι μόνο τα όπλα που έχει κανείς στη διάθεσή του, είναι και οι δυνατότητες, οι ικανότητες να τα χειριστεί το ανθρώπινο δυναμικό», τονίζοντας ότι οι Έλληνες πιλότοι συγκαταλέγονται στους καλύτερους στον κόσμο.

Από την πλευρά της, η κ. Μπέλλου υπενθυμίζει τη χρονική διάσταση: «Όταν θα τα αποκτήσουν οι Τούρκοι, γιατί δεν θα πάρουν άμεσα, εμείς ήδη θα έχουμε στην κατοχή μας και τα F-35». Η εκτίμησή της τονίζει τη διαρκή τουρκική επιδίωξη για υπεροχή: «Η Τουρκία δεν επιθυμεί να υπάρχει ανισορροπία δυνάμεων κατά της και άρα μέχρι τότε θα έχει προσπαθήσει να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερη υπεροχή». Αυτή η προσπάθεια γίνεται με «μία συνεκτική και συνεχή λογική», αναζητώντας εξισορρόπηση «με στρατιωτικές δυνατότητες άλλης τάξεως».

Και οι δύο καθηγήτριες συγκλίνουν στο ότι η ισορροπία είναι ένα δυναμικό μέγεθος που επηρεάζεται όχι μόνο από τα όπλα (όπως οι Meteor, οι οποίοι προσδίδουν ποιοτικό πλεονέκτημα), αλλά και από την τεχνολογική εξέλιξη και το ανθρώπινο δυναμικό.

Image

 

2. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η πίεση για το SAFE

Η δεύτερη παράμετρος αφορά τον ρόλο του Ηνωμένου Βασιλείου και το κατά πόσο η συμφωνία αντανακλά ευρύτερες αλλαγές στις διεθνείς αμυντικές συμμαχίες, καθώς και την πίεση για την ένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE της ΕΕ.

Εδώ, η κ. Μπέλλου είναι κατηγορηματική, χαρακτηρίζοντας την υποστήριξη του Λονδίνου προς την Άγκυρα ως σχεδόν σταθερό παράγοντα, μια σταθερά που «σχεδόν ιστορικά βρίσκεται στο πλευρό της Τουρκίας. Άμεσα ή έμμεσα». Αναλύοντας τους λόγους της έντονης βρετανικής εμπλοκής, η καθηγήτρια τονίζει την οικονομική ανάγκη του κράτους μετά το Brexit: «Είναι απίστευτη η αδυναμία αυτή τη στιγμή της βρετανικής αμυντικής βιομηχανίας και ο πρωθυπουργός οφείλει να δείξει ότι υπάρχει μία πνοή ανάπτυξης». Παράλληλα, το Ηνωμένο Βασίλειο επιδιώκει να διαδραματίσει ρόλο «facilitator​​​​​​, δηλαδή ​εποικοδομητικού διαπραγματευτή και διαμεσολαβητή» στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αναφορικά με το πρόγραμμα SAFE, η κ. Μπέλλου δεν έχει καμία αμφιβολία ότι η Μεγάλη Βρετανία «θα πιέσει παραπάνω» για την ένταξη της Τουρκίας, επιδιώκοντας να βρει «εκείνες τις νομικές οδούς... προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα», μια «γνωστή και μεγάλη τέχνη» του Ηνωμένου Βασιλείου.

Την ίδια εκτίμηση μοιράζεται και η κ. Κεφαλά, τονίζοντας ότι «σίγουρα όλοι οι Ευρωπαίοι εταίροι θέλουν την Τουρκία να συμμετάσχει στο πρόγραμμα SAFE ασχέτως αν το λένε κάποιοι με σαφήνεια ή όχι». Η επικρατούσα άποψη είναι ότι, με αυτόν τον τρόπο, «η Τουρκία θα πλησιάσει περισσότερο τη Δύση και θα απομακρυνθεί έστω και λίγο από τη Ρωσία». Ωστόσο, η κ. Κεφαλά θεωρεί την αντίληψη αυτή εσφαλμένη, καθώς «ο πρόεδρος Ερντογάν έχει αποδείξει ότι επιδιώκει να διαλέγεται και να συναλλάσσεται τόσο με τη Μόσχα όσο και με την Ουάσιγκτον χωρίς να έχει κανέναν λόγο να σταματήσει αυτή την πολυδιάστατη πολιτική».

Image

 

3. Μαξιμαλισμός, εξοστρακισμός και «νηφάλια ετοιμότητα»

Η τρίτη και πιο κρίσιμη διάσταση αφορά τις άμεσες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την περιφερειακή σταθερότητα.

Για την κ. Κεφαλά, η στρατιωτική ενίσχυση της γειτονικής χώρας «δεν πρόκειται να παίξει έναν ιδιαίτερο ρόλο στα ελληνοτουρκικά» με την έννοια ότι «δεν αλλάζει τους στόχους της Τουρκίας», η οποία ήδη από το 2017 αλλά και αργότερα δια στόματος Ερντογάν «έχει δηλώσει καθαρά ξεκάθαρα ότι επιδιώκει να αποκαταστήσει τη λεγόμενη Γαλάζια Πατρίδα». Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι «το παραβλέπουν και επιτρέπουν στην Τουρκία να συμπεριφέρεται ως περιφερειακός ηγεμόνας να απειλεί και να κατέχει ξένα εδάφη, όπως αυτήν τη στιγμή κατέχει τη Βόρεια Κύπρο και έχει σχέση κατοχής στη Συρία επίσης». Η καθηγήτρια τονίζει την ανάγκη η Ελλάδα να χρησιμοποιήσει «πολύ αποτελεσματικά όσα διπλωματικά εργαλεία διαθέτει» και να «θέσει βέτο» όταν είναι ανάγκη, καθώς «η τουρκική διπλωματία στηρίζεται σε ένα δόγμα Signe et Oublié, δηλαδή υπογράψτε και ξεχάστε».

Η κ. Μπέλλου προσεγγίζει το θέμα από την πλευρά της διαχείρισης του κινδύνου. Εκτιμά πως είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας «να μην εξαιρεθεί η Τουρκία» από συνεργατικά σχήματα και μια πιθανή διάσκεψη για την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς όπως αναφέρει, «δεν συμφέρει την Ελλάδα να εξοστρακίσει μια τόσο μεγάλη χώρα και να την αφήσεις έξω από σχήματα συνεργασίας, γιατί μέσα από αυτά είναι πιο εφικτή και μεγαλύτερη η διαπραγματευτική μας θέση και η συζήτηση». Σκοπός είναι μια «λειτουργική συνύπαρξη που αποτρέπει ένα απρόβλεπτο περιστατικό, το οποίο πιθανόν να γίνει μέσα από μια εγωιστική κίνηση, κάτι αναπάντεχο».

Η στρατηγική επιλογή της Αθήνας είναι να συζητά όσα μπορούν να συζητηθούν, με τις κόκκινες γραμμές να παραμένουν πεντακάθαρες. Ωστόσο, η κ. Μπέλλου προειδοποιεί: «Πρέπει να βρισκόμαστε σε μια νηφάλια ετοιμότητα (Sobering vigilance) για να μην βρεθούμε να χάνουμε κάτι μέσα από ένα παζάρι που όλοι οι άλλοι θέλουν, εκτός από εμάς».

 

 

Η αγορά των Eurofighter από την Τουρκία ξεπερνά τη στρατιωτική διάσταση και αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα διπλωματίας όπου η Άγκυρα εκμεταλλεύεται με δεξιοτεχνία τις ρωγμές και τις ανάγκες των Δυτικών της συμμάχων. Το Ηνωμένο Βασίλειο, ωθούμενο από την οικονομική αναγκαιότητα μετά το Brexit, γίνεται ο βασικός υποστηρικτής της Τουρκίας στις ευρωπαϊκές αμυντικές δομές, ενώ χώρες όπως η Γερμανία βλέπουν την Άγκυρα ως απαραίτητο αμυντικό εταίρο, παραβλέποντας τις μαξιμαλιστικές της επιδιώξεις.

Για την Ελλάδα, η στρατιωτική υπεροχή διατηρείται προς το παρόν, αλλά η συμφωνία επιβεβαιώνει την ανάγκη για διαρκή διπλωματική επαγρύπνηση και την αποτελεσματική χρήση των διαθέσιμων μοχλών πίεσης (όπως το βέτο στο SAFE) προκειμένου να τεθούν όρια στον τουρκικό επεκτατισμό. Η προσέγγιση της Αθήνας για μια ενεργό συμμετοχή της Τουρκίας σε σχήματα, όπως μια διάσκεψη για την Ανατολική Μεσόγειο, μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στον κίνδυνο ενός απρόβλεπτου επεισοδίου, αλλά απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στο «παζάρι» που συντελείται στην ευρωπαϊκή αμυντική σκακιέρα.