Skip to main content

Ένα άλλο σύμπαν, αυτό των βιβλίων, προσγειώθηκε… εκκωφαντικά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης

Σε μια άνευ προηγουμένου προσέλευση η εικόνα παρέπεμπε σε ένα σύμπαν που θα θέλαμε πολύ να κυριαρχεί, συνήθως όμως είναι κάπου παράλληλο, χωρίς αλληλεπίδραση με την καθημερινότητά μας

Η ομορφιά και η δύναμη της λογοτεχνίας είναι πως μπορείς να αναβάλεις το τέλος, να κατανοήσεις τον εαυτό σου και να τον παρηγορήσεις, μαζί και τους άλλους. Κι όταν γράφεις ιστορίες, δεν πεθαίνεις ποτέ. Με τα λόγια αυτά ο Βούλγαρος συγγραφέας Georgi Gospodinov -στη βραχεία λίστα για το φετινό βραβείο Booker με το μυθιστόρημα «Χρονοκαταφύγιο»- που βρέθηκε στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης προ ημερών, θέλησε να σκιαγραφήσει τη λογοτεχνία όπως εκείνος την αντιλαμβάνεται: ανθρώπινη σε έναν κόσμο καταιγιστικής τεχνολογικής ανάπτυξης και ψηφιακής επαφής. «Θέλω να γράφω ιστορίες που λέγονται ψιθυριστά, που δεν φωνάζουν» είπε και το κοινό που είχε σπεύσει να τον παρακολουθήσει, κατακλύζοντας τον χώρο, μένοντας όρθιο επί μία ώρα, αφού οι θέσεις δεν έφτασαν για όλους, του χάρισε το πιο «φωναχτό» του χειροκρότημα.  

Image

Την ίδια ώρα σε μιαν άλλη αίθουσα της διοργάνωσης ο Ισπανός συγγραφέας Manuel Vilas παραδεχόταν πως η λογοτεχνία είναι αυτή η ευτυχής σύζευξη του συγγραφέα με τον αναγνώστη, αφού χωρίς αναγνώστες λογοτεχνία δεν υπάρχει.

Αυτή η σύζευξη ήταν περισσότερο από εμφανής κατά τη διάρκεια του τετραημέρου της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Πολλές ιστορίες ίπταντο στους χώρους της διοργάνωσης που ευτύχησε να δει χιλιάδες ανθρώπους να αναζητούν με μια απίστευτη δίψα αυτή την ομορφιά και τη δύναμη που έχουν μερικές λέξεις τυπωμένες στο χαρτί. Σε μια άνευ προηγουμένου προσέλευση η εικόνα παρέπεμπε σε ένα σύμπαν που θα θέλαμε πολύ να κυριαρχεί, συνήθως όμως είναι κάπου παράλληλο, χωρίς αλληλεπίδραση με την καθημερινότητά μας.

Image

Οι χώροι των εκδηλώσεων γέμιζαν στο λεπτό και στο μυαλό μου ήρθε πολλές φορές η φράση του Ριχάρδου του Γ’ «το βασίλειό μου για ένα άλογο» παραφρασμένη ως «το βασίλειό μου για μια… καρέκλα». Άλλωστε, το να καταφέρεις να βρεις καρέκλα να καθίσεις στις παρουσιάσεις βιβλίων, στις φιλολογικές συζητήσεις, στις λογοτεχνικές αναλύσεις της έκθεσης, ήταν μεγάλη επιτυχία. Σαν γεράκια περικύκλωναν οι επισκέπτες τα καθίσματα, για να καταφέρουν να εξασφαλίσουν ένα και να παρακολουθήσουν με άνεση. Αναγκάστηκα να μην σηκωθώ καθόλου από τη θέση μου επί τρεις συνεχείς εκδηλώσεις το Σάββατο το απόγευμα, αφού ήμουν σίγουρη πως η καρέκλα μου θα έπεφτε άδοξα στη… μάχη.
Και δεν ήταν μόνο οι γνωστοί συγγραφείς που συγκέντρωσαν κόσμο. Και οι 14 αίθουσες της έκθεσης ήταν συνεχώς γεμάτες, αφού ακόμα κι οι επισκέπτες που περνούσαν τυχαία, πιάνονταν από μια λέξη στον αέρα και κάθονταν να παρακολουθήσουν μια συζήτηση που δεν είχαν στο πρόγραμμά τους ή ρωτούσαν ποιος μιλά και έκαναν στάση μέχρι την επόμενη εκδήλωση, να μην αφήσουν ούτε ένα λεπτό ανεκμετάλλευτο στο ενδιάμεσο.

Γονείς, παιδιά, νέοι και στο φόντο Θεσσαλονίκη

Όταν ο 33χρονος Σενεγαλέζος συγγραφέας Μοχάμεντ Μπουγκάρ Σαρ, νικητής του βραβείου Goncourt για το 2021 – o πρώτος από την Υποσαχάρια Αφρική που κατέκτησε την ύψιστη διάκριση της γαλλόφωνης πεζογραφίας- ρωτήθηκε κατά την παρουσίαση του βιβλίου του «Η πιο μυστική μνήμη των ανθρώπων» για το πώς ήρθε σε επαφή με το βιβλίο στη Σενεγάλη, εκείνος απάντησε πως στο σπίτι του δεν υπήρχε κάποια οργανωμένη βιβλιοθήκη, όμως το ευτυχές ήταν πως οι γονείς του αναγνώριζαν ότι το βιβλίο είναι κάτι σημαντικό.

Image

Πολλοί τέτοιοι γονείς βρέθηκαν με τα παιδιά τους στην έκθεση, άλλη μια ενθαρρυντική όψη της, όπως επίσης και πολύς νέος κόσμος που πασχίζει να βρει άλλους δρόμους να βαδίσει από αυτούς που η σύγχρονη καθημερινότητα επιτάσσει. Κι εκείνες οι ουρές για book signing με αναγνώστες να κρατούν στα χέρια τους βιβλία γεμάτα πολύχρωμα post it σε κάθε σελίδα –προσωπικές τους σημειώσεις- αιφνιδίασαν ακόμα και τους ίδιους τους συγγραφείς.

Πρωταγωνίστρια σε όλα αυτά η Θεσσαλονίκη, με τους ξένους συγγραφείς να γοητεύονται, να τη συγκρίνουν με τις δικές τους πόλεις, να εντυπωσιάζονται από τη ζωντάνια των ανθρώπων της και να εκφράζουν την επιθυμία να την επισκεφθούν ξανά. Ο ελληνικός ήλιος έκανε άλλωστε σε όλους μας τη χάρη.

Οι πιθανές ερμηνείες για τη μεγάλη επιστροφή στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης είναι πολλές: η έξοδος από την πανδημία μετά από ένα μεγάλο και ασφυκτικό διάστημα εγκλεισμού, η διοργάνωσή της χωρίς περιοριστικούς υγειονομικούς όρους, το πλούσιο περιεχόμενο με σχεδόν 600 εκδηλώσεις, η πληθώρα βιβλίων και συγγραφέων, ο διεθνής της χαρακτήρας, η δουλειά που έγινε από τους διοργανωτές… Κανείς δεν ξέρει ποιος από τους λόγους μέτρησε περισσότερο ή αν ήταν όλοι μαζί. Το μόνο σίγουρο είναι πως αυτή τη φορά το βιβλίο κέρδισε.

Έφυγα από την έκθεση κρατώντας την απάντηση του Gospodinov στην ερώτηση αν υπάρχει βαλκανική λογοτεχνία, που ήταν ο πιο υπέροχος ορισμός για τη λογοτεχνική οικουμενικότητα που έχω ακούσει: «πρώτα σε χαρακτηρίζουν Βούλγαρο συγγραφέα, μετά Βαλκάνιο, μετά Ανατολικοευρωπαίο, μετά Ευρωπαίο κι αν είσαι τυχερός απλώς… συγγραφέα. Προτιμώ να είμαι απλώς συγγραφέας».

Image