Τελικά, ο δρόμος της Ελλάδας προς την δεξαμενή των δισεκατομμυρίων του Ταμείου Ανάκαμψης μόνο στρωμένος με ρόδα δεν είναι. Κι αυτό γιατί υπάρχει ακόμα έλλειμμα εμπιστοσύνης στις σχέσεις της Αθήνας με τις Βρυξέλλες. Οι τελευταίες, μετά απ' όσα προηγήθηκαν τα τελευταία 10 – 12 χρόνια, διπλοτσεκάρουν την Ελλάδα. Για οτιδήποτε. Οσοι συνέταξαν το εξαιρετικό είναι η αλήθεια ελληνικό πρόγραμμα για το συγκεκριμένο Ταμείο, μπορούν να το βεβαιώσουν.
Σύμφωνα με πληροφορίες, υπολογίζεται ότι μόνο «η ομάδα των 5», που είχε την ευθύνη του project, χρειάσθηκε να κάνει περισσότερες από 100 τηλεδιασκέψεις με τους αρμόδιους ευρωπαίους αξιωματούχους, μέχρι να το ολοκληρώσει. Χωρίς να υπολογισθεί πόσες έκαναν οι από κάτω ομάδες εργασίας, αλλά και οι δυο εταιρίες συμβούλων που δούλεψαν για λογαριασμό της Αθήνας. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή στις Βρυξέλλες δεν πίστευαν ότι το σχέδιο που είχαν στα χέρια τους, έγκυρα και κυρίως ολοκληρωμένα, ήταν ...ελληνικό.
Η Αθήνα, όμως, θέλει να εντυπωσιάσει συνολικά την ΕΕ, για το come back της. Και επικαλείται την Τράπεζα της Ελλάδας η οποία στην έκθεση δημοσιονομικής πολιτικής, που δημοσίευσε προϊδεάζει για τις αναθεωρήσεις, προς το καλύτερο, των προβλέψεων της για την πορεία της ελληνικής οικονομίας το επόμενο διάστημα. Στην ΤτΕ είναι πεπεισμένοι για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2022 στο 5,3% κι όχι μόνο.
Απλά, υπάρχει πάντα ένα μεγάλο ερωτηματικό: Πότε θα επιστρέψει η Ελλάδα σε καθεστώς επενδυτικής βαθμίδας; Ο στόχος του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, είναι κάτι τέτοιο να συμβεί μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2023. Είναι συμβατός με τα σημερινά δεδομένα; Ναι, είναι η απάντηση που δίνεται αρμοδίως. Μένει να φανεί.
Ο άλλος μεγάλος στόχος του οικονομικού επιτελείου είναι να διατηρηθεί η επιλεξιμότητα των ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ, ως εξασφαλίσεις στις πράξεις νομισματικής πολιτικής. Κι αυτό δεν έχει κλειδώσει ακόμα.