Καλημέρα σας!
Στις 100 – 120 ημέρες που απομένουν μέχρι τις εθνικές εκλογές το πολιτικό σύστημα και η δημόσια διοίκηση καλούνται να αποδείξουν εάν η νοοτροπία και η οργάνωση στην κοινωνία και στη χώρα βρίσκονται ξεχασμένες στον σκληρό πυρήνα της μεταπολίτευσης ή εάν έχουν κάνει –έστω λίγα- βήματα μπρος. Διότι παραδοσιακά τέτοια περίοδο κατεβαίνουν τα… μολύβια. Οι αρμόδιοι γραφειοκράτες αρνούνται να υπογράψουν και τα θέματα γενικώς παγώνουν. Οι εκάστοτε κυβερνώντες προσπαθούν να δείξουν δια των λόγων ότι δεν τρέχει τίποτα, για να διαπιστώσουν ότι λίγο πριν τις εκλογές οι πολιτικές εντολές και οδηγίες δεν εφαρμόζονται. Όσο για τους εκάστοτε αντιπολιτευόμενους –πολύ περισσότερο για τους σημερινούς- θεωρούν ότι εν όψει της πολιτικής αλλαγής που οι ίδιοι επιδιώκουν, και ασχέτως των πιθανοτήτων που έχουν να επιτύχουν τους στόχους τους, το κράτος οφείλει να τραβήξει χειρόφρενο και να (τους) περιμένει. Πρόκειται για νοοτροπία που καλλιεργήθηκε στη μεταπολίτευση, τότε που η αποκατάσταση της δημοκρατίας ανέδειξε το πολιτικό προσωπικό ως τον βασικότερο αναπτυξιακό μοχλό της χώρας. Μόνο που από τότε έχει τρέξει πολύ νερό στ’ αυλάκι. Η Ελλάδα (υποτίθεται ότι) εξελίχθηκε σε σύγχρονη δημοκρατία, στο πλαίσιο της οποίας το κράτος λειτουργεί αδιαλείπτως 365 ημέρες τον χρόνο, προς όφελος των πολιτών, της κοινωνίας και της οικονομίας. Για να δούμε…
Ένα μικρό κρας τεστ
Ένα –ίσως μικρό, αλλά πάντως ενδεικτικό- κρας τεστ για τον βαθμό ωριμότητας του πολιτικού συστήματος της χώρας αποτελεί η διάταξη με την οποία οι επιχειρήσεις εστίασης μπόρεσαν τα τελευταία τρία χρόνια να επεκτείνουν σχεδόν ανεξέλεγκτα τα τραπεζοκαθίσματα στους δημόσιους χώρους. Πρόκειται για ρύθμιση με στόχο την προστασία της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού, καθώς περισσότερος χώρος σημαίνει αραιότερα τραπέζια και καρέκλες. Στη Θεσσαλονίκη η αξιοποίηση της συγκεκριμένης διάταξης έχει περιορίσει πολύ πεζοδρόμια και πλατείες, τουλάχιστον σε ορισμένα σημεία, όπως –για παράδειγμα- η παλιά παραλία και οι διασταυρώσεις τής Μητροπόλεως με την Κομνηνών και την Καρόλου Ντηλ. Η συγκεκριμένη διάταξη ολοκληρώνεται –αυτό που λέμε έχει ημερομηνία λήξεως- στις 15 Ιανουαρίου, αλλά οι εκπρόσωποι της εστίασης ζητούν παράταση μέχρι την Άνοιξη και την έναρξη της τουριστικής περιόδου. Επικαλούνται, μάλιστα, το αυξημένο λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεών τους, λόγω της ανόδου τιμών στην ενέργεια, τα καύσιμα, τα τρόφιμα και τις γενικότερες υπηρεσίες. Κάτι με το οποίο συμφωνούν –όπως μαθαίνουμε- αρκετοί δήμαρχοι, που έχουν εισέλθει κι αυτοί στο δικό τους εκλογικό έτος. Εντός Ιανουαρίου θα λυθούν όλες οι απορίες επί του θέματος.
Το 35% της εστίασης με delivery – take away
Μία άλλη εξέλιξη στην αγορά που ευνοήθηκε από τις ιδιαιτερότητες της περιόδου της πανδημίας είναι η αλλαγή καταναλωτικών συνηθειών. Η επέκταση των ηλεκτρονικών πωλήσεων, μέσω του Διαδικτύου, είναι η πιο χαρακτηριστική από αυτές τις αλλαγές που σφραγίζουν τη μετά – covid εποχή, καθώς ακόμη και τα σούπερ μάρκετ έχουν οργανωθεί σε αυτό το επίπεδο. Λιγότερο προβεβλημένη, αλλά εξίσου ουσιαστική, είναι η επέκταση των πωλήσεων των επιχειρήσεων εστίασης μέσω delivery, δηλαδή κατ’ οίκον διανομή, αλλά take away, όπως ονομάζεται η παραλαβή από το κατάστημα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδος, όπου είναι ενταγμένοι οι επιχειρηματίες της εστίασης, το 35% των καταστημάτων του κλάδου παρέχουν υπηρεσίες αυτού του επιπέδου. Ποσοστό σημαντικό, αφού στην εστίαση εντάσσονται όχι μόνο τα φαστφουντάδικα και τα καφέ, που έτσι κι αλλιώς δούλευαν με αυτές τους τρόπους, αλλά και τα μπαρ, τα εστιατόρια, οι ταβέρνες. Σίγουρα η ανάπτυξη που είχαν οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες διανομής βοήθησαν να οργανωθούν ακόμη και οι πλέον… ανοργάνωτοι, αλλά τα ποσοστά που χρεώνουν –από 13% έως 27%- θεωρούνται εξαιρετικά υψηλά και δυσκολεύουν τη βιωσιμότητα πολλών επιχειρήσεων εστίασης. Το βέβαιον είναι ότι τόσο το delivery όσο και το take away θα συνεχίσουν να επεκτείνονται, κάτι που σημαίνει ότι η συγκεκριμένη αγορά αναζητά ακόμη τις ισορροπίες της.
Μια είδηση από το… παρελθόν
Η είδηση της χθεσινής ημέρας για την οικονομία έρχεται από το παρελθόν. Από το απώτερο και το εγγύτερο παρελθόν. Πρόκειται στην ουσία για μία σταθερά. Τόσο σταθερά, ώστε στην πραγματικότητα να μην αποτελεί είδηση, παρά μόνο ως προς το μέγεθός της. Ταυτόχρονα, πρόκειται για σταθερά, που αν δεν… μετακινηθεί, τότε το μέλλον της ελληνικής οικονομίας παραμένει ζοφερό, όπως στο παρελθόν, όταν φτάσαμε στη χρεοκοπία του 2010. Όπως, λοιπόν, αναφέρεται αρμοδίως, «στα 35,15 δισ. ευρώ εκτινάχθηκε το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στο 11μηνο του 2022 καταγράφοντας άνοδο 58,6%, καθώς παρά το "άλμα" στις εξαγωγές, οι εισαγωγές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2022 σκαρφάλωσε σε 35,154 δισ. ευρώ (36.470,6 εκατ. δολ.) έναντι 22,163 δισ. ευρώ (25.894,9 εκατ. δολ.) κατά το ίδιο διάστημα του 2021. Το αντίστοιχο μέγεθος χωρίς τα πετρελαιοειδή παρουσίασε αύξηση κατά 6,415 δισ. ευρώ, δηλαδή 36,6% και το αντίστοιχο μέγεθος χωρίς τα πετρελαιοειδή και τα πλοία παρουσίασε αύξηση κατά 6,157 δισ. ευρώ, δηλαδή 35,2%». Σε απλά ελληνικά η συγκεκριμένη είδηση σημαίνει ότι η Ελλάδα παραμένει μια εντονότατα εισαγωγική χώρα, κάτι που σημαίνει ότι η αύξηση του ΑΕΠ –η περίφημη ανάπτυξη της χώρας- οδηγεί σε αύξηση των εισαγωγών και επομένως σε άνοδο του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου. Ακόμη και η αύξηση των εξαγωγών, για την οποία, επίσης, πανηγυρίζουμε τα τελευταία χρόνια, βασίζεται εν πολλοίς σε πρώτες ύλες και ενέργεια εισαγωγής. Επομένως η θετική συνεισφορά της στην οικονομία είναι χαμηλότερη από αυτήν που ίσως πιστεύουν κάποιοι. Το περίφημο αναπτυξιακό υπόδειγμα της Ελλάδας δεν άλλαξε στο παραμικρό στα χρόνια των μνημονίων, κατά τα οποία μόνο η διαγραφή χρέους –το περίφημο PSI- και η βελτίωση των όρων λήψης και αποπληρωμής των νέων δανείων έχουν κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα στην οικονομία και δίνουν στις κυβερνήσεις των τελευταίων οκτώ ετών μια κάποια άνεση κινήσεων. Σχεδόν όλα τα υπόλοιπα δεδομένα στην ελληνική οικονομία δεν αποτελούν παρά θλιβερή επανάληψη αποτυχημένων συνταγών παλαιότερων δεκαετιών. Ούτε καν η φοροδιαφυγή έχει περιοριστεί δραστικά. Για την εγχώρια παραγωγή ας μη μιλάμε. Καλά να είναι ο τουρισμός. Κάποτε οι πολέμιοι της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας έλεγαν ότι οι Έλληνες θα καταλήξουν τα γκαρσόνια της Ευρώπης, κάτι που σήμερα ισχύει σε σημαντικό βαθμό. Η Ελλάδα παραμένει μια φτωχή χώρα με πολλούς από τους κατοίκους της σχετικώς άνετους οικονομικά, οι οποίοι στις πλάτες του ελληνικού δημοσίου και με… δανεικά από τα παιδιά και τα εγγόνια τους κι… αγύριστα από τους ίδιους καταλαμβάνουν σε γιορτές και αργίες το 110% των τραπεζοκαθισμάτων σε εστίαση, διασκέδαση και ψυχαγωγία.