Skip to main content

Ένα σχέδιο τουρισμού για τη Θεσσαλονίκη των... άλλων

Προσελκύουμε όλο και περισσότερους τουρίστες, όμως κάνουμε τα πάντα για να τους αφήσουμε με τις χειρότερες των εντυπώσεων.

Μια από τις πιο σημαντικές παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν κάποια στιγμή με οργανωμένο τρόπο στη Θεσσαλονίκη είναι η σήμανση και «ομαδοποίηση» όλων των σημείων τουριστικού ενδιαφέροντος στην πόλη ή σωστότερα στο πολεοδομικό συγκρότημα.

Διότι μπορεί μεταξύ μας να κομπάζουμε για την αύξηση του τουριστικού ρεύματος στην πόλη και για τις μεγάλες δυνατότητες που έχει η περιοχή μας για να προσελκύσει επισκέπτες, πλην όμως δεν έχουμε βρει ακόμη ένα πλάνο διαχείρισης των επισκεπτών.

Τι κάνει άραγε ένας τουρίστας από τη στιγμή που έρχεται στη Θεσσαλονίκη; Πώς κάνουμε εμείς οι ίδιοι θελκτικό τον τόπο μας για να είναι αναλόγως θελκτικός και για τους επισκέπτες; Πως αξιοποιούμε τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα, για να τα εκτιμήσουν και οι ξένοι;

Για να βρούμε την απάντηση, που μπορεί να είναι απλή ή σύνθετη, αναλόγως των απαιτήσεων που έχει καθένας μας, πρέπει να αναγνωρίσουμε κάποια ζητήματα, τα οποία δεν είναι προφανή.

Θα δώσω ορισμένα παραδείγματα. Στη Θεσσαλονίκη μπορεί ο συνδυασμός θάλασσας – βουνού να δίνει έναν σαφή προσανατολισμό στον επισκέπτη, όμως χωρίς καν έναν σοβαρό τουριστικό οδηγό που θα λαμβάνει δωρεάν από τα σημεία άφιξής του, η μετακίνηση στην πόλη και η κατεύθυνση σε σημεία ενδιαφέροντος δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Έχουν εκδοθεί διάφοροι οδηγοί, υπάρχουν επίσης ιστοσελίδες που δίνουν ένα πλαίσιο πληροφοριών και κατευθύνσεων. Όμως, μια εφαρμογή για κινητά, που θα μπορεί να είναι εύχρηστη, άμεση και πλήρης δεν υπάρχει. Και επίσης, οι υπάρχοντες οδηγοί δεν είναι πλήρεις.

Η σήμανση των μνημείων και τόπων ενδιαφέροντος είναι ελλιπέστατη. Υπάρχουν οι περίφημες καφέ πινακίδες, ορισμένες από τις οποίες είναι ορατές μόνο από μία κατεύθυνση. Πληροφοριακό υλικό άμεσο και εύπεπτο για κάθε μνημείο στον τόπο όπου αυτό βρίσκεται δεν υπάρχει. Ενώ δε διασφαλίζεται ένα σοβαρό ωράριο ενιαίας λειτουργίας όλων των μνημείων. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να αγνοούμε τον πολιτισμό των εκκλησιών μας, να μην τις αντιμετωπίζουμε και ως επισκέψιμους χώρους, όπου κάποιος ακόμη και μη Ορθόδοξος θα θαυμάσει το θησαυρό των τεχνών που έχουν.

Οι κατευθυντήριες πινακίδες βαδίσματος είναι ένα project, που έμεινε στη μέση και απαξιώθηκε.

Υπάρχει μια αδικαιολόγητη φοβία κατεύθυνσης του κόσμου στις αξιόλογες ιδιωτικές επιχειρήσεις της πόλης, οι οποίες πάντως είναι αυτές που ενδιαφέρουν τον επισκέπτη.

Ο περιβάλλοντας χώρος των μνημείων είναι σε πολλές περιπτώσεις για κλάματα.

Κανένας ξένος φαντάζομαι δεν μπορεί να μπει στο ρυθμό της πόλης, στις συνήθειες των κατοίκων, ακόμη και στους χώρους συνάθροισής τους, εκτός κι αν είναι τυχερός ή έχει προσπαθήσει πολύ. Δεν είναι όμως κάτι που πρέπει να αφήνεται στην τύχη...

Υπάρχουν και πολλά άλλα προβλήματα. Ένας ολοκληρωμένος χάρτης, ακόμη και σε συνεργασία με την Google, αλλά με την παρέμβαση της τοπικής αυτοδιοίκησης, που θα επέτρεπε στον επισκέπτη να έχει έναν μπούσουλα φτάνοντας στην πόλη για τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθεί για όπου επιλέξει, επίσης δεν υπάρχει.

Σκεφτείτε κάποιον επισκέπτη που θα θελήσει από το αεροδρόμιο να πάει στα κάστρα. Πρώτον δύσκολα θα μπορέσει να μετακινηθεί αυτόνομα και με το αστικό. Δεύτερον θα πάει σε ένα χώρο που τα κύρια σημεία ενδιαφέροντος δεν θα είναι διαρκώς προσβάσιμα. Τρίτον θα πρέπει να έχει κάτι να τον κρατήσει εκεί και κάτι που θα τον ενημερώνει για την Ιστορία και την αξία των μνημείων που έχει μπροστά του, όπως και για τη διαχρονική εξέλιξη μέχρι τη σύγχρονη μορφή της περιοχής.

Όλα αυτά δύσκολα μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι προσφέρονται στο... πιάτο του τουρίστα. Αντιθέτως, στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις η πληροφόρηση είναι διαρκής, είναι παντού και είναι δωρεάν.

Η ιδιωτική πρωτοβουλία όχι μόνο συνεργάζεται, αλλά είναι βασικός παράγοντας για μια αξέχαστη, άνετη επίσκεψη. Σε κάνει να θέλεις να πας ξανά και ξανά στην πόλη, για να τα δεις και να τα κάνεις όλα.

Στη Γενεύη όπου βρέθηκα τις προηγούμενες μέρες σκεφτόμουν ότι πρόκειται για μια πόλη με πολύ λίγα να δεις και να κάνεις, σε σύγκριση με τη Θεσσαλονίκη. Είναι έτσι, αλλά θεωρώ ότι η οργάνωση που υπάρχει κάνει την πόλη να μοιάζει με ένα θησαυρό που περιμένει να τον ανακαλύψεις. Κι ας μην υπάρχει ζωή τη νύχτα (τόση όση στη Θεσσαλονίκη), κι ας μην υπάρχει ο αριθμός των μουσείων και των μνημείων της Θεσσαλονίκης.

Το ίδιο μπορώ να πω και για πολλές άλλες πόλεις του εξωτερικού που έχω επισκεφτεί.

Στη Θεσσαλονίκη θα πρέπει να δούμε με πιο σοβαρό τρόπο τι είναι αυτό που μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον κάθε επισκέπτη, είτε έρχεται για μια μέρα, είτε για μια εβδομάδα στην πόλη. Να προσαρμόσουμε το φιλόξενο τόπο μας στις ανάγκες και των επισκεπτών του.

Πολύ φοβάμαι ότι όσοι έρχονται κι αφήνουν ένα εισόδημα, το οποίο σε κάθε περίπτωση είναι σεβαστό, δε θέλουν να το κάνουν δεύτερη φορά, επειδή τους απογοητεύουμε. Δεν τους απογοητεύει η πόλη, αλλά εμείς που δεν κάνουμε κάτι για να τους δείξουμε τα πλεονεκτήματα που έχουμε.

Σε αυτή την κατεύθυνση οφείλουμε να δουλέψουμε όλοι, από τη στιγμή που είναι αποδεδειγμένο πια ότι η Θεσσαλονίκη είναι ένας τόπος, τον οποίο θέλουν να επισκεφτούν οι ξένοι για διαφορετικούς λόγους ο καθένας.