Skip to main content

Thessaloníki FSRU στον Θερμαϊκό: Ενεργειακή ανάσα ή περιβαλλοντική απειλή;

Η πλωτή μονάδα φυσικού αερίου ανοιχτά της Θεσσαλονίκης φέρνει στο προσκήνιο ερωτήματα για τη δημόσια υγεία, την ασφάλεια και το μέλλον της ενεργειακής μετάβασης - Μόλις το 19% των Θεσσαλονικέων γνωρίζει για το έργο

Τι θα φέρει η αγκυροβόληση του Thessaloníki FSRU (Floating Storage and Regasification Unit), δηλαδή μιας πλωτής μονάδας αποθήκευσης και επαναεριοποίησης υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην πόλη; Πρόκειται για ένα σύγχρονο και επωφελές έργο ή η επιβάρυνση που θα φέρει στο περιβάλλον και στο οικοσύστημα θα είναι αντιστρόφως ανάλογη με τα οφέλη;

Το ελληνικό γραφείο της Greenpeace σε συνεργασία με το Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ, Γραφείο Θεσσαλονίκης διοργάνωσαν δημόσια εκδήλωση με τίτλο «Κλιματική κρίση και ορυκτό αέριο vs επενδύσεις για ένα βιώσιμο μέλλον στη Θεσσαλονίκη» και κάλεσαν ειδικούς ώστε να τοποθετηθούν επιστημονικά για το ζήτημα, με αφορμή την κατασκευή του πλωτού σταθμού LNG στο πλαίσιο της κατασκευής του Thessaloníki FSRU στα 3,1 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη, στον Θερμαϊκό Κόλπο, το οποίο θα καταλαμβάνει περίπου 80 θαλάσσια στρέμματα. 

Η πλωτή κατασκευή θα αποτελείται από δύο μεγάλα πλοία. Το ένα θα εφοδιάζεται με το φυσικό αέριο μέσω δεξαμενόπλοιων και θα το μετατρέπει σε υγρό με διαδικασία ψύξης στους -162 βαθμούς Κελσίου. Στο δεύτερο πλοίο θα περνούν ποσότητες φυσικού αερίου και θα μεταφέρουν υγροποιούνται ξανά προς χρήση. 

Ο σταθμός αυτός δεν θα απέχει 3,1 χιλιόμετρα μόνο από τη Θεσσαλονίκη, καθώς αυτή περίπου θα είναι η απόστασή του και από το Δέλτα του Αξιού. Και η αγκυροβόλησή του, σύμφωνα με τον Δρ. Περιβαλλοντολόγο, τεως Επισκέπτη Καθηγητή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Κώστα Νικολάου, θα επιφέρει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. 

Όπως αρχικά εξήγησε, ο σταθμός αυτός «δεν θα καλύψει τις ανάγκες της Ελλάδας καθώς προορίζεται κυρίως για εξαγωγές. Ήδη οι εγκαταστάσεις σε Αλεξανδρούπολη και Ρεβυθούσα είναι υπεραρκετές για τη χώρα μας». 

Σύμφωνα με τον περιβαλλοντολόγο, για τη διαδικασία επαναεριοποίησης θα χρησιμοποιούνται τεράστιες ποσότητες θαλασσινού νερού το οποίο «θα ψύχεται απότομα σε θερμοκρασίες που φτάνουν έως και -162°C, επηρεάζοντας τη θερμοκρασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων».

Στο σημείο αυτό ο καθηγητής στάθηκε στο σοκ και στις θανατηφόρες επιπτώσεις της θαλάσσιας πανίδας, ενώ μίλησε και για φοβερές επιπτώσεις στις ιχθυοκαλλιέργειες οι οποίες αποτελούν σημαντικό κομμάτι για τους ψαράδες κυρίως στο Δέλτα του Αξιού. 

Παράλληλα, όπως είπε θα αυξηθούν «οι εκπομπές μεθανίου -ενός ισχυρότατου αερίου του θερμοκηπίου- οποίες είναι ανεξέλεγκτες».

Όπως μάλιστα εξήγησε, δεν υπάρχουν αυστηρά όρια εκπομπών ούτε τεχνολογία για τον πλήρη έλεγχό τους, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει τρόπος να αντιμετωπιστεί το μεθάνιο. Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με τον καθηγητή, «η θαλάσσια αύρα ενδέχεται να μεταφέρει ρύπους προς την πόλη, επιβαρύνοντας περαιτέρω την ήδη επιβαρυμένη ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης».

Επιπλέον, ο κ. Νικόλαου τόνισε ότι το μεθάνιο είναι συχνά πιο ρυπογόνο από τον άνθρακα όταν λαμβάνεται υπόψη η αλυσίδα εξόρυξης, υγροποίησης, μεταφοράς και επαναεριοποίησης.

«Το LNG ευθύνεται για περίπου το 1/3 των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου», πρόσθεσε.

Στο συγκεκριμένο ζήτημα, μάλιστα, η Ιατρός ΕΣΥ, παθολόγος - εντατικολόγος, Χριστίνα Κυδώνη ανέφερε πως αποδεδειγμένα η Θεσσαλονίκη αποτελεί μια πόλη η οποία μαστίζεται από την ατμοσφαιρική ρύπανση «με αποδεδειγμένα θανατηφόρες επιπτώσεις».  

Στη συνέχεια, ο κ. Νικολαου έθεσε σημαντικά ζητήματα ασφάλειας. «Αν υπάρξει διαρροή και ανάφλεξη του LNG, δημιουργείται φλεγόμενη λίμνη στην επιφάνεια της θάλασσας και δεν υπάρχει τεχνολογία κατάσβεσης. Το φλεγόμενο νέφος μπορεί να ταξιδέψει έως και 5 χιλιόμετρα και Θεσσαλονίκη απέχει μόλις 3», όπως ανέλυσε για να αναφέρει αργότερα ότι «τα σενάρια έκτακτης ανάγκης προβλέπουν εκκένωση της πόλης, ωστόσο πώς μπορεί να εκκενωθεί μια μητρόπολη με ένα εκατομμύριο κατοίκους».

«Γιατί τέτοια επένδυση εν μέσω κλιματικής κρίσης;»

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Greenpeace, η ζήτηση φυσικού αερίου στην Ελλάδα προβλέπεται να μειωθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Μέχρι το 2030, η ημερήσια κατανάλωση εκτιμάται στα 2,5 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, ενώ από το 2035 και μετά αναμένεται σταθερή πτωτική πορεία. 

Ο υπεύθυνος εκστρατειών για το Κλίμα και την Ενέργεια της Greenpeace, Κώστας Καλούδης, έθεσε το εξής ερώτημα:  «Σε μια εποχή στην οποία πρέπει να απεξαρτηθούμε από τα ορυκτά καύσιμα, γιατί να κάνουμε τέτοιες επενδύσεις;».

Μόλις το 19% των Θεσσαλονικέων γνωρίζει για το έργο

Σύμφωνα μάλιστα με έρευνα της εταιρείας Longlust για λογαριασμό της Greenpeace, η πλειοψηφία των κατοίκων της Θεσσαλονίκης αγνοεί πλήρως το Thessaloníki FSRU. 

Μόλις το 19% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι γνωρίζει για τα σχέδια εγκατάστασης FSRU στον Θερμαϊκό, ενώ το 28% το έχει απλώς ακουστά. Ωστόσο, όπως είπε ο κ. Καλουδης, σύμφωνα με την έρευνα όσοι είναι ενήμεροι για το έργο, τάσσονται πλειοψηφικά κατά της κατασκευής του.

Τη συζήτηση συντόνισε η δημοσιογράφος Ευγενία Χατζηγεωργίου.