Ο Γιώργος Δόνιος γεννήθηκε το 1979 στον Λαγκαδά, αλλά από μικρός βρίσκεται με μια βαλίτσα στο χέρι συνεχώς. Στην αρχή λόγω των μετακινήσεων της οικογένειας, αργότερα λόγω σπουδών, μετά για δουλειά και τα τελευταία χρόνια από επιλογή. Στο βιβλίο «8 και 5 δεκατρία», το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα στην οριστική του μορφή από τις εκδόσεις «ΤΡΙ.ΕΝΑ πολιτισμού» και περιέχει, πλέον, 24 ιστορίες, ο Γ. Δόνιος καταγράφει τα ταξίδια του -τα περισσότερα σε μακρινές έως δυσπρόσιτες περιοχές του πλανήτη. Μόνο που ο συγγραφέας δεν περιορίζεται σε περιγραφές, αλλά επιπλέον καταγράφει τις σκέψεις και τα συναισθήματα, που σαφώς επηρεάζονται από τους τόπους, τις διαδρομές και τις συνθήκες των ταξιδιών. Με αφορμή το βιβλίο ο Γιώργος Δόνιος, ο οποίος αύριο Δευτέρα το παρουσιάζει στο Zatopek book café στην Καλλιθέα, στην Αθήνα, μίλησε στην Voria.gr, προσθέτοντας στη μεγάλη εικόνα του κόσμου των ταξιδιών του της Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη.
Κύριε Δόνιο από πότε συνειδητοποιήσατε ότι σας γοητεύουν τα ταξίδια;
Σαν χθες τη θυμάμαι τη στιγμή αυτή στην εφηβεία μου. Γυρίζοντας και την τελευταία σελίδα της Βάρδιας του Νίκου Καββαδία, ξύπνησε μέσα μου μια άγρια δίψα για εξερεύνηση. Νομίζω ήμουν δεκατριών πάνω κάτω... Δύο χρόνια αργότερα θα εξορμούσα για πρώτη μου φορά πέρα από τα στενά όρια, όχι μόνο του Λαγκαδά, της γενέτειρα μου, αλλά και της Ελλάδας της δεκαετίας του '90, ζώντας για έναν χρόνο στις ΗΠΑ.
Πότε αρχίσατε να ταξιδεύετε για λόγους περιπέτειας και αναψυχής και με ποια αφορμή;
Η πρώτη μου περιπετειώδης εξόρμηση ήταν το 2010, συμμετέχοντας σε μια εθελοντική ομάδα, η οποία θα έθετε τις βάσεις ενός πολύ σημαντικού πρότζεκτ που θα ωφελούσε μια κοινότητα οροθετικών ανθρώπων σε μια περιοχή τέρμα Θεού-αρχές Αλλάχ, στην Κένυα. Ήταν το ταξίδι ορόσημο που έθεσε τις βάσεις για τη μετέπειτα ταξιδιωτική μου πορεία.
Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο αντιλαμβάνεται ότι οι προορισμοί που επιλέγετε είναι μακρινοί, καθόλου συνηθισμένοι, έως εξωτικοί. Τι σας ελκύει σε αυτούς;
Θα σας απαντήσω ανάστροφα. Με απωθεί η τουριστίλα, το γκλάμουρ, το πλαστικό, το δήθεν χαμόγελο, η ψεύτικη φιλοξενία, το ιμιτασιόν γκουρμέ φαγητό (που μου το χρεώνουν μισό νεφρό), η καφρίλα των τουριστικών προορισμών, το χλώριο της πισίνας, το τέλειο δωμάτιο, ο ινσταγκραμικός κόσμος και οι άνθρωποι που τον απαρτίζουν. Είμαι πολύ πιο ευτυχισμένος με πέδιλο, καθισμένος σε μια ψάθα, τρώγοντας φαγκρί που πριν λίγο βγήκε απ' τα δίχτυα, συνοδεία τοπικού ποτού (όλα αυτά με 10 ευρώ) σε κάποιο ήρεμο, όμορφο, ανέγγιχτο από την τουριστική βιομηχανία μέρος.

Από τους προορισμούς που έχετε προσεγγίσει ποιοι δύο σας έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση και γιατί; Υπάρχει κάποιος στον οποίο ευχαρίστως θα μπορούσατε να εγκατασταθεί μόνιμα;
Στη Νοτιοανατολική Ασία θα πήγαινα αύριο κιόλας χωρίς δεύτερη... ή μάλλον χωρίς καθόλου σκέψη και θα άφηνα ευχαρίστως τα κοκαλάκια μου εκεί! Το ατελείωτο καλοκαίρι, η πολιτισμική ποικιλομορφία και οι ακραία διαφορετικές κουλτούρες με κρατούν σε εγρήγορση συνέχεια. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Στην Ασία αισθάνομαι πάντα νέος. Η υποσαχάρια Αφρική θα έχει πάντοτε ξεχωριστό μέρος στην καρδιά μου. Τα πανέμορφα, ειλικρινή χαμόγελα των Αφρικανών δεδομένης της φτώχειας που βιώνουν καθημερινά, υπήρξαν σημείο καμπής στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου και τα κουβαλάω πάντα μέσα μου.
Ποιες είναι για σας οι μεγαλύτερες χαρές ενός ταξιδιού;
Ο πρώτος πρωινός καφές και η τζούρα του τσιγάρου ατενίζοντας έναν ήλιο να ανατέλλει που δεν έχω ξαναδεί ποτέ μου. Είναι μια διαδικασία, ιεροτελεστία σχεδόν που επιβραβεύει το σύνολο της διαδρομής ενός προορισμού.
Πιστεύετε ότι υπάρχουν άνθρωποι φτιαγμένοι να ταξιδεύουν και άλλοι που εκ φύσεως προτιμούν να μην μετακινούνται;
Εξαιρετική ερώτηση! Δεν ξέρω αν είμαστε όλοι μας φτιαγμένοι για ταξίδια ή όχι. Αυτό που σίγουρα μπορώ να σας πω είναι πως όλοι μας έχουμε κάποιο στοιχείο να κυριαρχεί στην ψυχή μας. Άλλοι τον αέρα, κάποιοι το νερό, άλλοι τη γη κι άλλοι τη φωτιά. Ο νοών, νοείτω!
Το βιβλίο συνοδεύει μια λίστα από τραγούδια, ελληνικά και ξένα, που έχετε διαλέξει να συνοδεύουν τις εξορμήσεις σας. Πώς τα επιλέξατε;
Δεν τα επέλεξα η αλήθεια είναι. Ο δρόμος τα επέλεγε πάντα. Έπαιζαν στο φόντο κατά τη διάρκεια των περιπετειών μου είτε σε πραγματικό χρόνο είτε στο πίσω μέρος του μυαλού μου κάνοντας συγκεκριμένες αναφορές και στα κείμενά μου σε κάποια από αυτά.
Μήπως τα τραγούδια, τα ελληνικά τραγούδια, εκπροσωπούν την Ελλάδα που κουβαλάτε στα ταξίδια σας;
Σίγουρα τα τραγούδια είναι μια πολύ ισχυρή σφραγίδα Ελλάδας, ενώ η μουσική σηματοδοτεί χαρακτήρες. Θυμάμαι ακόμη την πρώτη ουσιαστική μουσική μου εμπειρία, όταν ήμουν 8 χρονών, μέναμε τότε στη Χαλκίδα και οι γονείς μου με κατέβασαν στην Αθήνα και πήγαμε στη συναυλία του Μάνου Χατζιδάκι με τη Νάνα Μούσχουρη.
Η Θεσσαλονίκη, όπου είναι η έδρα σας, πώς τοποθετείται σε όλο αυτό το σκηνικό των ταξιδιών σας;
Η Θεσσαλονίκη είναι το σπίτι μου τα τελευταία χρόνια. Είναι η βάση μου. Είναι μια πόλη που μου αρέσει, παρά το ότι έχει περιορισμένες εργασιακές ευκαιρίες. Στα ταξίδια πάντα κουβαλάω την πατρίδα. Είναι πολλές οι διαδρομές στις οποίες βρήκα την Ελλάδα. Μου δημιουργήθηκε η γλυκιά αίσθηση ότι θα ήθελα να ξαναγυρίσω.

