Οι Έλληνες πανεπιστημιακοί είναι σε γενικές γραμμές άνθρωποι χαμηλών τόνων. Ειδικά στη Θεσσαλονίκη η ακαδημαϊκή κοινότητα διάγει διακριτικό –μέχρι παρεξηγήσεως- βίο.
Συχνά ούτε μιλάει, ακόμη κι όταν πρέπει να εκφράσει άποψη, ούτε παρεμβαίνει, ακόμη κι αν το θέμα το επιβάλλει. Κινείται θεσμικά, αλλά κατά βάσιν κάτω από το ραντάρ της ευρείας δημοσιότητας. Το γεγονός, λοιπόν, ότι χθες, τόσο ο πρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όσο και ο κοσμήτορες βασικών σχολών του ιδρύματος αποφάσισαν να μιλήσουν «έξω από τα δόντια» πρέπει να καταγραφεί ως κάτι αυτονόητα ιδιαίτερο. Πολύ περισσότερο που προχθές το νομοσχέδιο Γαβρόγλου είχε ήδη ψηφιστεί και τη στιγμή των δηλώσεων ήταν νόμος του κράτους. Αυτό και μόνο –δηλαδή ότι ένας φορέας εξακολουθεί να μιλάει για ένα νομοθέτημα όχι μόνο στο πλαίσιο διαλόγου, αλλά και αφού ψηφιστεί- δείχνει την αγωνία και τη σημασία του θέματος.
Απ’ ότι λέει η φυσική ηγεσία του ΑΠΘ οι περιπτώσεις των ρυθμίσεων του νέου νόμου είναι μπροστά για το πανεπιστήμιο. Ο πληθωρισμός ορισμένων τμημάτων –κυρίως σχολών θετικής κατεύθυνσης- θα σημάνει την επί της ουσίας ακύρωσή τους. Η εικόνα είναι σαφής: υπερβολικά πολλοί φοιτητές και ελλειμματικές για τον αριθμό τους οι εγκαταστάσεις, μικρότερος του απαραίτητου και ο αριθμός διδασκόντων. Εάν σε όλα αυτά προσθέσει κανείς και τις μετεγγραφές από τα περιφερειακά σε κεντρικά πανεπιστήμια, ένα κοινωνικό μπόνους του ελληνικού κράτους στις οικογένειες και τους ψηφοφόρους, αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην υποβάθμιση των σπουδών.
Για τη Θεσσαλονίκη το ΑΠΘ συμβολίζει πολλά πράγματα. Αλλά για να μείνουμε σε αυτό που καταλαβαίνουν οι περισσότεροι αποτελεί πολύ σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό μέγεθος. Όχι τόσο –και όχι μόνο- διότι οι δεκάδες χιλιάδες φοιτητές αιμοδοτούν εδώ και δεκαετίες την οικονομία της πόλης. Αλλά κυρίως επειδή εξαιτίας του ΑΠΘ βρέθηκαν και στην πόλη άξιοι νέοι άνθρωποι, πολλοί από τους οποίους παρέμειναν και μετά από τις σπουδές τους, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ανάπτυξη και στη διαμόρφωση της σύγχρονης προσωπικότητας της.
Διότι μπορεί τα τελευταία χρόνια τα καλύτερα μυαλά να ξενιτεύονται, αλλά μέχρι πριν από την κρίση –ξεκινώντας από τις δεκαετίες του 1950 και 1960- πολλά από τα καλά μυαλά παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη και υπηρέτησαν το αφήγημά της. Κάτι που δεν αποκλείεται να ξανασυμβεί στο μέλλον, εάν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις ότι για πολλούς και διάφορους συγκυριακούς λόγους και όχι εξαιτίας κάποιου οργανωμένου σχεδίου οι δεκαετίες του 2020, αλλά και του 2030 «ανήκουν» στη Θεσσαλονίκη. Ήδη σε επιχειρήσεις της πόλης υπάρχει μεγάλη ανάγκη από προγραμματιστές, οι οποίοι δεν υπάρχουν! Με δύο λόγια: όταν κινδυνεύει το ΑΠΘ, πλήττεται στρατηγικά η Θεσσαλονίκη.
Στον 21ο αιώνα κυριαρχεί η οικονομία της γνώσης. Κάτι που πολύ απλά σημαίνει ότι όσο ποιοτικότερη εκπαίδευση παρέχει μια κοινωνία, τόσο μεγαλύτερα οφέλη θα αποκομίσει. Στην Ελλάδα η δεκαετία της κρίσης έχει ως αποτέλεσμα τη μετανάστευση των καλύτερων μυαλών. Δεν είναι τυχαίο ότι το ΑΠΘ θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους… εξαγωγείς της χώρας, εξαιτίας της… διαρροής εγκεφάλων. Οι καλύτεροι του φοιτητές εδώ και χρόνια φεύγουν για δουλειά και μόνιμη εγκατάσταση στο εξωτερικό. Μόνο που από αυτού του τύπου την εξωστρέφεια επωφελούνται μόνο οι… εισαγωγείς, δηλαδή οι χώρες και οι οικονομίες που αξιοποιούν τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους.
Την ώρα, λοιπόν, που βρίσκονται σε εξέλιξη διαρκώς περισσότερες πρωτοβουλίες για την αντιστροφή αυτής της θλιβερής για το μέλλον κατάστασης –κυρίως από μεγάλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες άλλωστε πλήττονται περισσότερο από το brain drain- οι ακαδημαϊκοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου αφενός για την υποβάθμιση των σπουδών στα ΑΕΙ και αφετέρου για την κατάργηση της τεχνολογικής εκπαίδευσης. Στην ουσία αυτό που περιέγραψαν χθες ο πρύτανης και οι κοσμήτορες του ΑΠΘ είναι ότι διαμορφώνεται ένα περιβάλλον αυτοκτονικό.
Στην προβολή του στο άμεσο μέλλον το σενάριο αυτό θέλει τα ελληνόπουλα να συρρέουν στα πανεπιστήμια, αλλά όταν ενδεχομένως θα πάρουν το πτυχίο τους η αξία του λόγω των συνθηκών θα αντιπροσωπεύει την ανεργία που μετά βεβαιότητος θα βιώσουν.