του Κωνσταντίνου Ιακώβου*
Ο εμπορικός κόσμος της Θεσσαλονίκης είναι η σπονδυλική στήλη της πόλης.
Πίσω από κάθε φωτισμένη βιτρίνα, κάθε καφέ ή κατάστημα, υπάρχει μια οικογένεια, μια μικρή επιχείρηση, ένας άνθρωπος που παλεύει καθημερινά να σταθεί όρθιος μέσα σε ένα περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο απαιτητικό.
Η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της χωρίς τους επαγγελματίες και τους εμπόρους της — κι όμως, σπάνια τους ακούει πραγματικά.
Δυστυχώς, όπως έγραψα προ καιρού, τα άδεια και ξενοίκιαστα καταστήματα σε εμβληματικούς άξονες της πόλης πληθαίνουν και τα καμπανάκια κινδύνου μπορεί να γίνουν μη αντιστρέψιμη πραγματικότητα.
Για αυτό πιστεύω ότι η πόλη οφείλει να ξαναδεί τη σχέση της με την αγορά. Όχι μόνο μέσα από τους αριθμούς – αυτοί είναι δεδομένα αρνητικοί. Μέσα από την καθημερινότητα εκείνων που τη στηρίζουν, που την αποτελούν.
Ο έμπορος δεν ζητάει θαύματα. Ζητάει συνέπεια, λογική και σεβασμό. Αν τον ακούσει κανείς με προσοχή, τα αιτήματά του είναι απλά, δίκαια και απόλυτα λογικά.
Τι θέλει, λοιπόν, ένας επαγγελματίας ή ένας έμπορος από τη Θεσσαλονίκη;
Πρώτον, θέλει ανταποδοτικότητα. Πληρώνει τέλη, φόρους, δημοτικά δικαιώματα, αλλά θέλει να βλέπει απτά αποτελέσματα - καθαρούς δρόμους, φωτισμένα πεζοδρόμια, ασφαλείς πλατείες, μια πόλη που λειτουργεί. Η ανταποδοτικότητα δεν είναι προνόμιο, είναι αυτονόητη υποχρέωση κάθε Δήμου απέναντι στους ανθρώπους που κρατούν ζωντανή την οικονομία του.
Δεύτερον, θέλει ένα αξιόπιστο σύστημα συγκοινωνιών. Όσο δύσκολη είναι η πρόσβαση στο κέντρο, τόσο μειώνεται και η αγοραστική κίνηση. Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται μέσα μεταφοράς που να λειτουργούν με συνέπεια, να εξυπηρετούν φθηνά, εύκολα και συχνά, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να κινηθεί χωρίς ταλαιπωρία. Η μετακίνηση είναι προϋπόθεση οικονομικής δραστηριότητας — χωρίς ροή ανθρώπων, καμία αγορά δεν αναπνέει.
Τρίτον, θέλει φωτισμό και ασφάλεια. Κανείς δεν ψωνίζει ή δεν εργάζεται με άνεση σε δρόμους σκοτεινούς και ανασφαλείς. Η ασφάλεια δεν είναι μόνο θέμα αστυνομίας αλλά και θέμα παρουσίας, φροντίδας, αισθητικής. Μια φωτεινή πόλη είναι μια πόλη που εκπέμπει ζωή, εμπιστοσύνη, κίνηση.
Τέταρτον, θέλει ένα αστικό περιβάλλον που να εμπνέει. Η εικόνα της πόλης επηρεάζει άμεσα την ψυχολογία του καταναλωτή. Η ευταξία, τα καλαίσθητα πεζοδρόμια, οι καθαροί δημόσιοι χώροι, οι δενδροστοιχίες, τα παγκάκια, όλα αυτά δημιουργούν ένα περιβάλλον που σε προδιαθέτει να περπατήσεις, να σταθείς, να ψωνίσεις. Το εμπόριο δεν καθορίζεται μονοδιάστατα από τις τιμές αλλά είναι και αίσθηση, εμπειρία.
Πέμπτον, θέλει εύκολη και σύγχρονη πληροφόρηση. Οι επαγγελματίες χρειάζονται ένα Δήμο που να μιλάει μαζί τους. Να αξιοποιεί τα ψηφιακά εργαλεία, να παρέχει ενημέρωση για προγράμματα, δράσεις, κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, ευκαιρίες προβολής. Μια έξυπνη πόλη δεν έχει μόνο εφαρμογές αλλά αξιοποιεί και χρησιμοποιεί την τεχνολογία για να λύνει προβλήματα και να συνδέει ανθρώπους. Εδώ νιώθω ότι είμαστε πίσω.
Έκτον, θέλει νέους πόλους ενδιαφέροντος. Η αγορά ζει από την κίνηση. Χρειάζεται σημεία που να προσελκύουν τον κόσμο: αναπλασμένους δρόμους, θεματικές αγορές, χώρους πολιτισμού, σύγχρονες εκθέσεις και εκδηλώσεις. Κάθε νέα αφορμή για να κατέβει κάποιος στο κέντρο είναι μια ανάσα για τα μαγαζιά του.
Και τέλος, θέλει εξωστρέφεια. Η πόλη πρέπει να ανοίξει περισσότερο στους επισκέπτες, στους τουρίστες, στους συνεδριακούς και πολιτιστικούς ταξιδιώτες. Η αύξηση της επισκεψιμότητας δεν αφορά μόνο τα ξενοδοχεία. Είναι υπόθεση όλης της τοπικής οικονομίας.
Μια Θεσσαλονίκη που προβάλλεται, που οργανώνει τη φιλοξενία της και αξιοποιεί το διεθνές της αποτύπωμα, στηρίζει άμεσα τους ανθρώπους της αγοράς. Σε αυτή τη συζήτηση, είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η θεσμική και ουσιαστική συνεργασία του Δήμου με τον επιμελητηριακό κόσμο. Τα Επιμελητήρια διαθέτουν γνώση, εμπειρία και καθημερινή επαφή με την πραγματικότητα της αγοράς. Αυτή η συνεργασία δεν πρέπει να εξαντλείται σε εκδηλώσεις ή τυπικές παρουσίες· πρέπει να γίνει πραγματική, συστηματική και παραγωγική, με κοινό σχεδιασμό δράσεων, ανταλλαγή δεδομένων και κοινές παρεμβάσεις υπέρ της τοπικής οικονομίας. Μόνο έτσι μπορεί η πόλη να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη πολιτική για το εμπόριο και την επιχειρηματικότητα.
Kαι βέβαια, πρέπει να ανοίξει μια νέα συζήτηση για τη χωροταξία των εμπορικών ζωνών. Το εμπόριο παγκοσμίως αλλάζει - οι συνήθειες των καταναλωτών μεταβάλλονται, η ηλεκτρονική αγορά επηρεάζει τον φυσικό χώρο, και τα κέντρα πόλεων χρειάζονται νέο σχεδιασμό. Η Θεσσαλονίκη οφείλει να μελετήσει εκ νέου τον τρόπο που αναπτύσσονται οι εμπορικοί της άξονες, να ενθαρρύνει τη βιώσιμη κινητικότητα και να στηρίξει την αναζωογόνηση των τοπικών αγορών σε κάθε συνοικία. Αυτό είναι ζήτημα οικονομίας αλλά ταυτότητας της πόλης.
Αυτά ζητά ο επαγγελματίας της Θεσσαλονίκης. Όχι στήριξη στα λόγια, αλλά συνέπεια στην πράξη. Η φωνή του είναι η φωνή μιας πόλης που θέλει να μείνει ζωντανή, που δεν ζητάει προνόμια, αλλά δίκαιη αντιμετώπιση. Αν η Θεσσαλονίκη θέλει πραγματικά να πάει μπροστά, πρέπει πρώτα απ' όλα να ακούσει εκείνους που την κινούν κάθε μέρα — τους ανθρώπους της δουλειάς, του μόχθου και του εμπορίου.

* Ο Κωνσταντίνος Ιακώβου είναι δημοτικός σύμβουλος στον δήμο Θεσσαλονίκης και πρόεδρος της Ένωσης Καπνοπωλών, Ψιλικών και Περιπτέρων Μακεδονίας