Σκεφτείτε το εξής σενάριο: μια τάξη με μαθητές και μαθήτριες της πέμπτης Δημοτικού ιδρύουν τη δική τους startup. Την παρουσιάζουν σε απαιτητικούς επενδυτές και «δύσκολους» πελάτες, μαθαίνουν για τις αδυναμίες της ιδέας τους, σχεδιάζουν την προώθησή της και, φυσικά, κάνουν λάθη που κοστίζουν. Μόνο που δεν χρειάζεται να τα πληρώσουν. Γιατί; Διότι όλη αυτή η διαδικασία λαμβάνει χώρα σε ένα περιβάλλον Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) και αν ποτέ η startup τους βγει από τη σχολική αίθουσα, θα έχουν ήδη μάθει πολλά από τα παθήματά τους.
Το θέμα της χρήσης της ΤΝ για τη διδασκαλία της επιχειρηματικότητας στα σχολεία βρέθηκε στο επίκεντρο του νέου επεισοδίου του Homo sAIence, του vidcast της Voria.gr με χορηγό τη ΔΕΗ, το οποίο είχε ως καλεσμένο τον Νικόλαο Τσονιώτη, συνιδρυτή της Ideas Forward και product director της Kinvent, μιας startup που εκκινώντας ουσιαστικά από το υπόγειο της προθερμοκοιτίδας επιχειρήσεων ΟΚ!Τhess στη Θεσσαλονίκη, δραστηριοποιείται σήμερα σε 75 χώρες.
Ποιος είναι ο ρόλος του/της εκπαιδευτικού σε αυτή τη διαδικασία;
Κατά τον Νίκο Τσονιώτη, «ο ρόλος του δασκάλου είναι να δώσει τις οδηγίες στην ΤΝ σχετικά με το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται και ν’ απαντάει στα παιδιά, τι πρέπει να προσέχει και πού πρέπει να δίνει βάση». Είναι κρίσιμο ο/η εκπαιδευτικός να περάσει λίγο χρόνο μόνος του με το μεγάλο γλωσσικό μοντέλο (π.χ ChatGPT, Gemini, Claude) και να το προπονήσει όσο χρειάζεται, προτού το παραδώσει σε λειτουργία στη τάξη.
Προσθέτει πως οι οδηγίες που θα έδινε ο ίδιος σε ένα μοντέλο θα ήταν περίπου οι ακόλουθες: «είσαι ένας βοηθός που στόχος σου είναι να βοηθήσεις με τη σωκρατική μέθοδο παιδιά από τόσων έως τόσων ετών, που έχουν το τάδε επίπεδο γνώσεων, να εξερευνήσουν νέες ιδέες, οι οποίες μπορούν να γίνουν επιχειρηματικές προσπάθειες. Πρότεινε στόχους, βοήθησέ τα να στήσουν πειράματα και να ερμηνεύσουν τα αποτελέσματά τους, με βάση το γνωσιακό τους επίπεδο». Καθώς τίθενται οι στόχοι, σιγά-σιγά δημιουργείται η μεθοδολογία του όλου εγχειρήματος, η οποία εισέρχεται στο σύστημα ως βασική οδηγία για το πώς αυτό θα αντιμετωπίσει έναν μαθητή, που θα ρωτήσει κάτι.
Με τη βοήθεια του Σωκράτη
Για παράδειγμα, αφότου ο εκπαιδευτικός «προπονήσει» την ΤΝ, αν μια μαθήτρια θελήσει να φτιάξει ένα σνακ για παιδιά της ηλικίας της, θα μπορούσε αρχικά να περιγράψει στο μεγάλο γλωσσικό μοντέλο τι σνακ είναι αυτό. Ακολούθως, η ΤΝ θα καθοδηγούσε σωκρατικά το παιδί, ώστε να δομήσει τον λόγο του και να αναπτύξει την αναλυτική του σκέψη, με τρόπο ώστε να εντοπίσει τις αδυναμίες και τα κενά της ιδέας του, να τα διορθώσει και τελικά να προσεγγίσει τον στόχο του.
Η λέξη «σωκρατικά» είναι σε κάθε περίπτωση το κλειδί, καθώς τα παιδιά δεν πρέπει να λαμβάνουν μασημένη τροφή, παρατηρεί και προσθέτει: «η ΤΝ είναι φτιαγμένη για να δίνει απαντήσεις -δεν την ενδιαφέρει αν εσύ θέλεις να μάθεις ή ήδη γνωρίζεις, ούτε την ενδιαφέρει ποιον έχει απέναντί της, ενώ στόχος της είναι συχνά να σε ευχαριστήσει. Οπότε οι οδηγίες για την εφαρμογή σωκρατικής μεθόδου είναι πολύ σημαντικές» τονίζει.
Αναμένοντας κριτική από έναν κόλακα
Είναι ικανή η TΝ να δώσει αξιόπιστο feedback στα παιδιά, σε σχέση με το αν η επιχειρηματική τους ιδέα είναι καλή ή κακή ή απλά θα τα κολακέψει, συμφωνώντας σε όλα μαζί τους, όπως συχνά κάνει; «Ο/η εκπαιδευτικός μπορεί να το ρυθμίσει αυτό στο στάδιο των οδηγιών, ζητώντας από το μοντέλο να στέκεται κριτικά απέναντι στην ιδέα, να μην κολακεύει, να θέτει δύσκολες ερωτήσεις και να πιέζει για απαντήσεις. Η ΤΝ μπορεί να προσφέρει στα παιδιά διαφορετικές σκοπιές γύρω από αυτό που προσεγγίζουν και μετά να λάβουν εκείνα μια απόφαση, μαθαίνοντας επιπλέον πως στο τέλος η απόφαση πρέπει να είναι πάντα του ανθρώπου» λέει ο Νικόλαος Τσονιώτης και συμπληρώνει ότι στο στάδιο των οδηγιών ο/η εκπαιδευτικός πρέπει να επιμεληθεί και τον τρόπο με τον οποίο η ΤΝ θα ασκήσει κριτική στα παιδιά, ώστε να μην τα αποθαρρύνει, αλλά να σταθεί κριτικά απέναντι σε αυτό που σχεδιάζουν, με στόχο πάντα να τα ενδυναμώσει και να τα βοηθήσει να αναπτύξουν τις σχετικές επιχειρηματικες δεξιότητες.
Άλλωστε, η ΤΝ δεν μπορεί να ξέρει αν μια ιδέα είναι καλή ή κακή. Υπάρχει ένα κομμάτι διαίσθησης στον άνθρωπο, που δεν το διαθέτει. «Οι άνθρωποι καλούμαστε να παίρνουμε αποφάσεις, ακόμα και αν κάποια στιγμή τα δεδομένα είναι σχετικά αρνητικά. Πολλές φορές -και έχω αρκετά παραδείγματα- τα περισσότερα δεδομένα έλεγαν “μην το κάνεις”, αλλά η διαίσθηση του ιδρυτή/τριας μιας startup ήταν τελικά αυτή που οδήγησε στην επιτυχία. Αυτό η ΤΝ δεν μπορεί να το διαχειριστεί ακόμη» λέει.
Το φράγμα προς τη δουλειά του coach
«Νομίζω ότι το πιο δύσκολο κομμάτι στη δουλειά του μέντορα ή του coach δεν είναι η εκπαίδευση. Η εκπαίδευση μπορεί αυτοματοποιηθεί και να γίνει διαδραστική με την ΤΝ. Το πιο δύσκολο κομμάτι όμως, όταν κάνεις mentoring σε μια startup, είναι να μπορείς ν’ αντιληφθείς αν οι προθέσεις και η διάθεση της ομάδας συμβαδίζουν σε κάθε βήμα της διαδικασίας. Έχει τύχει πολλές φορές να κάνω coaching σε κάποια startup και να αντιλαμβάνομαι στη μέση της συζήτησης ότι κάτι τρέχει με κάποιο μέλος της ομάδας, το οποίο δεν σχετίζεται με την επιχείρηση, αλλά επηρεάζει τον άνθρωπο και ψυχικά και σωματικά. Τότε μπορεί να σταματήσω το coaching και να πάω για έναν καφέ, γιατί ο άνθρωπος με τον οποίο μιλάω αντιμετωπίζει για παράδειγμα μια ασθένεια στην οικογένειά του. Όλα αυτά τα πράγματα η ΤΝ δεν τα αντιλαμβάνεται και άρα δεν μπορεί να υπάρξει αυτή η κρίσιμη διάδραση. Μέχρι λοιπόν να φτάσουμε σε σημείο που η αντίληψη και η ευαισθησία της ΤΝ είναι τόσο ανεπτυγμένες, ώστε μπορεί ν’ αναλύσει μικροεκφράσεις του προσώπου ή να έχει ενσυναίσθηση, ο ρόλος του μέντορα και του coach δεν θα βγει από τη μέση. Κι ο coach δεν είναι εκεί για να πει τη σοφία του, άλλωστε οι συμβουλές είναι οι μετάνοιες του παρελθόντος συνήθως. Είναι εκεί για να πιέσει όταν χρειάζεται να πιέσει και να κάνει πίσω όταν αντιληφθεί ότι ο άλλος πιέζεται πάρα πολύ» σημειώνει.
Η συζήτηση με τον Νίκο Τσονιώτη επεκτάθηκε ακόμη, μεταξύ άλλων, στο τι γίνεται λάθος με τη χρήση της ΤΝ για τη διδασκαλία της επιχειρηματικότητας σε σχολεία και στο αν η ΤΝ αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι θερμοκοιτίδες επιχειρήσεων.