Πριν από 3,5 χρόνια, η δολοφονία του Άλκη Καμπανού, στην περιοχή Χαριλάου της Θεσσαλονίκης, συγκλόνισε το πανελλήνιο για αυτονόητους λόγους. Η ηλικία του θύματος που ήταν μόλις 19 ετών και τα οπαδικά κίνητρα των -επίσης νεαρής ηλικίας- δραστών χτύπησε κατευθείαν στο στομάχι μιας κοινωνίας που μόλις έβγαινε παραζαλισμένη από την πανδημία του κορωνοϊού. Τώρα η ιστορία μεταφέρεται στη λογοτεχνία, όχι ως χρονικό των γεγονότων, αλλά ως έμπνευση για το αστυνομικό μυθιστόρημα «Κρυφό αίμα» (εκδόσεις Μεταίχμιο) του Τάσου Παπαναστασίου. Ο εκπαιδευτικός -είναι διευθυντής του δημοτικού σχολείου της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής- και συγγραφέας, ο οποίος ζει στη Θεσσαλονίκη και επομένως γνωρίζει άριστα την κοινωνική ατμόσφαιρα της πόλης, μιλάει στη Voria.gr για το βιβλίο. Εξηγεί τον τρόπο που ο ίδιος επεξεργάστηκε τη δολοφονία Καμπανού και με τον τρόπο του κρούει το κουδούνι του κινδύνου όχι μόνο για τα αίτια της βίας των νέων, αλλά και για το σαφώς απλούστερο ότι αφενός έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε αυτές τις συμπεριφορές -όταν συνηθίσουμε το τέρας αρχίζουμε να του μοιάζουμε, έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις- και αφετέρου ότι μαθαίνουμε πολύ λιγότερα περιστατικά νεανικής βίας από αυτά που πραγματικά συμβαίνουν.

Κύριε Παπαναστασίου, με ποιο τρόπο συνδέετε τη δολοφονία του 19χρονου Άλκη Καμπανού με μια αστυνομική ιστορία;
Η ιστορία που διηγούμαι στο βιβλίο είναι εμπνευσμένη από τη δολοφονία του Άλκη Καμπανού. Με έναν υπόγειο τρόπο, άλλες φορές έμμεσα, άλλες πάλι άμεσα, ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ομοιότητες της ιστορίας που διαβάζει στο βιβλίο μου με όσα έχουμε ακούσει και διαβάσει για αυτό το έγκλημα. Όμως το βιβλίο δεν είναι η εξιστόρηση της δολοφονίας του Άλκη. Δεν είναι σε καμία περίπτωση η αποτύπωση όσων έγιναν, ούτε η εξιστόρηση των προσπαθειών της αστυνομίας για τη σύλληψη των δραστών. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την ιστορία μιας παρέας τριών ανηλίκων που ψάχνει, μέσα στα απόνερα της πανδημίας, να βρει τα βήματά της, να νιώσει ότι ανήκει κάπου και να απαντήσει σε ό,τι την πνίγει. Τα τρία αυτά παιδιά κουβαλούν τις συναισθηματικές, αξιακές και κοινωνικές αποσκευές που οι οικογένειές τους και η κοινωνία τούς ανέθεσαν να κουβαλούν.
Και είναι ακόμη η ιστορία ενός αστυνομικού, του ήρωα των βιβλίων μου, του Άλκη Απτόσογλου, που επιστρέφει από το σκοτάδι του θανάτου, στο οποίο τον άφησα στο προηγούμενο βιβλίο και πέφτει πάνω σε αυτήν την παρέα. Οι αξίες με τις οποίες ζει τον οδηγούν να προσπαθήσει να βοηθήσει αυτά τα παιδιά, πριν φτάσουν σε σημείο που δεν θα έχουν γυρισμό. Έτσι, βυθίζεται στον κόσμο της βασανιστικής εφηβείας, των αδιεξόδων της, του Γολγοθά που ανεβαίνουν τα παιδιά όταν νιώθουν πως ο κόσμος δεν τα καταλαβαίνει. Έχουμε λοιπόν την ιστορία μιας παρέας ανηλίκων που φλερτάρει με το έγκλημα και ενός αστυνομικού και των συνεργατών του που μπλέκουν ενεργά στα βήματα αυτής της παρέας, μέχρι το οδυνηρό τέλος.
Υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο στοιχείο στην υπόθεση Καμπανού που σας κινητοποίησε περισσότερο ή που αξιοποιήσατε στην ιστορία σας περισσότερο;
Στη διάρκεια της πραγματολογικής έρευνας που έκανα για να συγκεντρώσω το υλικό για να γράψω το βιβλίο, διαπίστωνα όλο και περισσότερο πως δεν έχουμε απάντηση για τα παιδιά μας. Δεν έχουμε να απαντήσουμε κάτι πειστικό στα αδιέξοδά τους. Η δολοφονία του Άλκη Καμπανού με συγκλόνισε προσωπικά. Μίλησα με πολλούς ανθρώπους που από διάφορες θέσεις εμπλέκονται στα οπαδικά, στις κερκίδες, στα γραφεία των ΠΑΕ, στα στέκια των οπαδών, στα στέκια των φιλάθλων. Είδα πόσο πανίσχυρο είναι το σύστημα και πώς δουλεύει στο να στρατολογεί νεαρούς ανθρώπους και να τους καθοδηγεί. Κατάλαβα πως δεν αρέσκονται όλα τα παιδιά αυτά να φλερτάρουν με το έγκλημα, πως δεν είναι συμμορίες με την έννοια που ξέρουμε τις συμμορίες, δεν κατεβαίνουν στους δρόμους με σκοπό να σκοτώσουν. Από την άλλη διαπίστωσα πως αυτό που έγινε το βράδυ της δολοφονίας του Άλκη Καμπανού μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή. Σχεδόν κάθε βράδυ στους δρόμους των πόλεων, νέοι άνθρωποι συγκρούονται με τρόπο που μπορεί να οδηγήσει τελικά σε βαρείς τραυματισμούς ή και σε θανάτους. Από όλα όσα συγκέντρωσα, εκείνο που με κινητοποίησε, όπως λέτε, είναι η ευκολία που μπορεί ευάλωτοι νέοι να μπλεχτούν στα δίχτυα αυτά. Στα δίχτυα του οπαδισμού, της θεοποίησης της ομάδας, του εύκολου χρήματος, της γοητευτικής ζωής.
Η ατμόσφαιρα και το κοινωνικό υπόστρωμα στη Θεσσαλονίκη κατά τη γνώμη σας ευνοεί τέτοιου είδους περιστατικά, κατ’ αναλογία της πολιτικής βίας του παρελθόντος;
Η Θεσσαλονίκη έχει μακρά παράδοση στην πολιτική βία. Είναι σαν ένα φάντασμα που δεν ησυχάζει στιγμή και επανέρχεται διαρκώς για να ταράξει τα νερά. Βαθιά ριζωμένο είναι το «ή εμείς ή αυτοί» ή καλύτερα το «εμείς και οι άλλοι, οι αντίπαλοι» Αυτό το υπόστρωμα, όπως λέτε, ευνοεί πραγματικά τις βίαιες συγκρούσεις. Αυτές, ενώ παλιά σε επίπεδο οπαδισμού γίνονταν μέσα στις κερκίδες, τώρα έχουν μεταφερθεί έξω από τις κερκίδες, στους δρόμους της πόλης. Το «τι ομάδα είσαι;» είναι μία ερώτηση παγίδα, μία ερώτηση φόβητρο, που ακούγεται πια συχνά στα βραδινά πεσίματα, δηλαδή στις επιθέσεις στα στέκια φιλάθλων μιας αντίπαλης ομάδας. Αλλά ακόμη και σε ανύποπτες στιγμές, η βία σαν να έχει κανονικοποιηθεί, να έχει γίνει κάτι αποδεκτό και συνηθισμένο. Και όλα αυτά, παραμένουν σχεδόν κρυφά. Διαβάζουμε για περιστατικά βίας μεταξύ ανηλίκων σχεδόν καθημερινά και τα αντιμετωπίζουμε σαν να διαβάζουμε τα ζώδια. Θέλω να πω, τα αντιμετωπίζουμε ελαφρά τη καρδία, σαν να είναι κάτι αναμενόμενο, μεταξύ των πληροφοριών που διατρέχουν το διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα, να διαβάζουμε για ανήλικους που συγκρούστηκαν με αφορμή τις ομάδες που υποστηρίζουν, ή για μια ασήμαντη αφορμή, ένα πείραγμα, μία διαφωνία, έναν αστείο για τους ενήλικες, λόγο. Και εδώ είναι το λάθος των ενηλίκων. Αυτό που για εμάς μπορεί να είναι κάτι πολύ απλό, μια απλή διαφωνία, για τα παιδιά μπορεί να είναι κάτι πολύ μεγάλο, που το αντιμετωπίζουν σαν τέτοιο και προσπαθούν να το λύσουν με τη βία.
Γι’ αυτό και ο τίτλος του βιβλίου «Κρυφό αίμα»;
Ο τίτλος προέκυψε από τη στάση της κοινωνίας απέναντι σε αυτού το είδους την παραβατικότητα που περνάει απαρατήρητη. Διότι είμαι βέβαιος ότι τα βίαια και αιματηρά περιστατικά μεταξύ των νέων είναι πολύ περισσότερα από αυτά που μαθαίνουμε.
Η αθλητική βία είναι -κατά κάποιο τρόπο- κομμάτι της νεανικής βίας που αυξάνεται τα τελευταία χρόνια. Με την εμπειρία σας ως εργαζόμενος σε θέση ευθύνης στην εκπαίδευση, αλλά και με την προόραση και την ευαισθησία του συγγραφέα, πώς βλέπετε να εξελίσσονται τα πράγματα;
Υπάρχει ένα χρονικό σημείο –το προσδιορίζω στην τελευταία περίοδο της πανδημίας– που τα πράγματα έγιναν πολύ δύσκολα. Όταν τα σχολεία λειτούργησαν ξανά, εννοώ διά ζώσης, οι εκπαιδευτικοί βρεθήκαμε αντιμέτωποι με καταστάσεις πρωτόγνωρες. Τα παιδιά, αλλά και οι ενήλικες, επέστρεψαν στην κανονικότητα έχοντας χάσει σε πολύ μεγάλο βαθμό κοινωνικές δεξιότητες απαραίτητες για τη συμβίωση στην κοινωνία. Υπήρξε πολύ μεγάλη ένταση και για μακρύ διάστημα. Μη ξεχνάμε πως, ειδικά για τους ενήλικες, είχε προηγηθεί της πανδημίας, η πολύ δύσκολη δεκαετία της οικονομικής κρίσης που άφησε τεράστιο αποτύπωμα στην κοινωνία. Όλα αυτά έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο να αυξηθούν τα περιστατικά νεανικής βίας.
Δεν διστάζω καθόλου να πω ότι τα πράγματα είναι εξαιρετικά δύσκολα. Τα παιδιά και οι νέοι της πρώτης ενήλικης ηλικιακής περιόδου βρίσκονται αντιμέτωποι με τεράστιες αλλαγές. Η φτώχεια, τα κοινωνικά αδιέξοδα, η επιδερμική αντιμετώπιση των αιτιών από την πλευρά αυτών που πρέπει να τις κατανοήσουν και να δράσουν ανάλογα, συσσωρεύουν μεγάλες εντάσεις, που εύκολα μπορεί να οδηγήσουν στη βία, σε συγκρούσεις, σε απίστευτα, μέχρι πριν από λίγο καιρό, πράγματα.
Είναι σαφές στα βιβλία σας ότι εκτός από τη διήγηση μιας αστυνομικής ιστορίας θίγετε κάποια σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα. Ποια είναι η συγγραφική σας προτεραιότητα;
Κάθε φορά που σκέφτομαι να αρχίσω ένα βιβλίο, ψάχνω στις μνήμες μου, τις πρόσφατες και τις παλιότερες για να βρω θέματα που με απασχόλησαν ή με απασχολούν. Δεν με ενδιαφέρει, για την ώρα, να γράψω μία προσωπική ερωτική ιστορία, ή ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Θέλω να διηγούμαι ιστορίες που έχουν να πουν κάτι για την κοινωνία, που μπορεί να προβληματίσουν αυτόν που τις διαβάζει, που ασκούν και ένα είδος κριτικής σε ό,τι με απασχολεί και με προβληματίζει. Με την έννοια αυτή προτεραιότητά μου είναι το αστυνομικό μυθιστόρημα, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, που εμπνέεται από αυτά, και ασκεί και ένα είδος κοινωνικής κριτικής, αν κάτι τέτοιο δεν ακούγεται πολύ επηρμένο.
Στις ιστορίες σας πρωταγωνιστεί ο αστυνόμος Απτόσογλου. Η παρουσία του σας εμπνέει περισσότερο απ’ όσο ενδεχομένως σας εγκλωβίζει. Θα συνεχίσει να είναι πρωταγωνιστής σας και στο μέλλον;
Με τον Απτόσογλου συμβαίνει ό,τι με τους καλούς φίλους. Δεν μπορείς να τους αποχωριστείς εύκολα, γιατί σε γεμίζει η παρέα τους αλλά και, ταυτόχρονα, τους βαριέσαι και λίγο, μερικές φορές, σαν να έχετε πει και έχετε κάνει τα πάντα μαζί. Για την ώρα δεν μου φαίνεται πως μπορώ να τον αποχωριστώ. Φαίνεται πως έχει να μου δώσει ακόμη πολλά, αλλά και εγώ σε αυτόν, στην ιδιότυπή μας σχέση. Ίσως κάνουμε ένα διάλειμμα αλλά είναι πολύ καλός φίλος για να τον αποχωριστώ οριστικά.
