Την πεποίθησή της ότι η Ελλάδα είναι ένας από τους πιο δυναμικούς και πιο προορατικούς παράγοντες στην Ευρωπαϊκή Ένωση στον τομέα των δεξιοτήτων που συνδέονται με τις πολιτικές της αγοράς εργασίας μετέφερε από τη Θεσσαλονίκη η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα Κοινωνικά Δικαιώματα και τις Δεξιότητες, τις Ποιοτικές Θέσεις Εργασίας και την Ετοιμότητα, Roxana Mînzatu, απαντώντας σε ερώτηση της Voria.gr.
Στο πλαίσιο επίσκεψής της στο Cedefop, τόνισε πως υπάρχουν προκλήσεις, που δεν αφορούν όμως μόνο την Ελλάδα. «Παρατηρούμε αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων που προκύπτουν από την εκπαίδευση και την κατάρτιση και αυτών που ζητά η αγορά εργασίας. Ωστόσο, αυτό αντιμετωπίζεται και με τη βοήθεια ευρωπαϊκών κονδυλίων» σημείωσε, αναφέροντας πως το θέμα των δεξιοτήτων και της εκπαίδευσης αποτελεί σαφή προτεραιότητα για την ελληνική κυβέρνηση.
«Πιστεύω ότι και σε κάθε χώρα η συνεργασία μεταξύ των υπεύθυνων για την απασχόληση και την εκπαίδευση πρέπει να είναι πολύ στενή. Και αυτό είδα ότι συμβαίνει στην ελληνική κυβέρνηση» τόνισε μετά και την επαφή της με υπουργούς της κυβέρνησης και τον Έλληνα πρωθυπουργό, για να προσθέσει: «Γίνονται πράγματα. Χθες επισκέφθηκα δύο σημαντικές πρωτοβουλίες: μία για την επαγγελματική κατάρτιση, όπου η Ελλάδα επενδύει στην εκπαίδευση αρτοποιών, ζαχαροπλαστών, αλλά και ατόμων με αναπηρία που εκπαιδεύονται σε επαγγέλματα μεταποίησης. Είδαμε ότι με τις σωστές ιδέες και με τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να αλλάξουν ζωές». Τόνισε δε πως στις συζητήσεις με την ελληνική πλευρά επισημάνθηκε η ανάγκη να δοθεί έμφαση στις δεξιότητες STEM (Science, Technology, Engineering and Mathematics), σημειώνοντας μάλιστα ότι υπάρχουν παραδείγματα που εφαρμόζονται ήδη στα σχολεία στην Ελλάδα, όπου τα παιδιά έρχονται σε επαφή από μικρή ηλικία με επαγγέλματα που σχετίζονται με την επιστήμη και την τεχνολογία και έτσι ενθαρρύνονται να επιλέξουν αργότερα σπουδές στα μαθηματικά, την τεχνολογία ή τις επιστήμες.
«Επομένως, τα πράγματα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια υποστηρίζουν αυτές τις προσπάθειες» είπε, σπεύδοντας όμως να σημειώσει ότι πρέπει να διατηρήσουμε αυτή τη δυναμική και να εξετάσουμε επίσης τον αντίκτυπο της Τεχνητής Νοημοσύνης. «Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο που διδάσκουμε, στο τι πρέπει να γνωρίζουν οι εκπαιδευτικοί και στο τι πρέπει να περιλαμβάνουν τα προγράμματα σπουδών» ανέφερε, κάνοντας μάλιστα γνωστό πως συζήτησε με την υπουργό Παιδείας για μια ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα σχετικά με την ενσωμάτωση εργαλείων ΑΙ στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών και στη διδακτική διαδικασία.
«Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες και μεταρρυθμίσεις είναι απολύτως σημαντικές και πιστεύω ότι κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση» πρόσθεσε, σημειώνοντας πως το βασικό μήνυμα είναι ότι χρειάζεται συνοχή και συνέργεια μεταξύ της εκπαίδευσης, των δεξιοτήτων και των αναγκών της αγοράς εργασίας. «Η Ελλάδα ξεκίνησε από μια περίοδο με πολλές προκλήσεις. Αν όμως κοιτάξει κανείς την εξέλιξη, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μια σαφώς θετική τάση με τη χρήση του Ταμείου Ανάκαμψης, με τη χρήση ευρωπαϊκών κονδυλίων, αλλά και με πρωτοβουλίες και ιδέες που προωθούνται από τις τοπικές και τις εθνικές αρχές» είπε.

Κατά την επίσκεψή της στο Cedefop, έναν από τους οργανισμούς που ανήκουν στο χαρτοφυλάκιο που συντονίζει η ίδια και ο οποίος υποστηρίζει το έργο σχετικά με τις δεξιότητες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σημείωσε επίσης πως ενώ η Ευρώπη διαθέτει ταλέντο και έναν μορφωμένο πληθυσμό, δεν καταφέρνουμε να τον εξοπλίσουμε με τις δεξιότητες που χρειάζεται, ιδίως μπροστά στις ταχύτατες μεταμορφώσεις που βλέπουμε στην οικονομία και στις βιομηχανίες με την έλευση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Αναφερόμενη δε στο έργο του Cedefop όσον αφορά τις προβλέψεις, την ανάλυση και τη γνώση σχετικά με το ποιες δεξιότητες θα χρειαστούν στο μέλλον, τόνισε πως είναι εξαιρετικά σημαντικό και απολύτως κρίσιμο για το μέλλον.
Σε ερώτηση για τη δυσκολία των ελληνικών, αλλά και γενικότερα των ευρωπαϊκών εταιρειών να βρουν ανθρώπινο δυναμικό στο ICT, σημείωσε πως παρά τα θετικά αποτελέσματα και τις προσπάθειες που γίνονται στην Ελλάδα και σε άλλα κράτη-μέλη, οι εταιρείες έχουν δίκιο όταν λένε ότι εξακολουθούν να μην βρίσκουν το ταλέντο και το είδος δεξιοτήτων που χρειάζονται. «Γι’ αυτό η εκπαίδευση STEM αποτελεί πολιτική προτεραιότητα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Προσπαθούμε να ενθαρρύνουμε τα κράτη-μέλη να επενδύσουν περισσότερο σε αυτούς τους τομείς, ξεκινώντας ήδη από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ώστε οι μαθητές να ενδιαφέρονται να ακολουθήσουν αυτές τις σπουδές. Ιδιαίτερα θέλουμε να ενθαρρύνουμε περισσότερα κορίτσια και γυναίκες να σπουδάσουν σε αυτούς τους τομείς. Γι’ αυτό παρουσιάσαμε στην ‘’Ένωση Δεξιοτήτων’’ μια συγκεκριμένη πρωτοβουλία: μέχρι το τέλος του 2028 να έχουμε 1 εκατομμύριο νέα κορίτσια και γυναίκες στην εκπαίδευση STEM» σημείωσε, τονίζοντας πως, αν δεν καταφέρουμε να βελτιώσουμε τον ρυθμό με τον οποίο προσαρμόζουμε τα εκπαιδευτικά μας συστήματα και τα συστήματα δεξιοτήτων, τότε αυτοί που τελικά θα χάσουν θα είναι οι πολίτες μας – όχι μόνο το σημερινό εργατικό δυναμικό, αλλά και οι μελλοντικές γενιές.
Όσον αφορά την προσέλκυση ερευνητών στην Ευρώπη και τη διατήρηση του τοπικού ταλέντου, ανέφερε πως υπάρχει μια σημαντική πρωτοβουλία που υποστηρίζεται επίσης από ευρωπαϊκά κονδύλια και υποτροφίες, ώστε ιδιαίτερα ταλαντούχα άτομα από άλλα μέρη του κόσμου να μπορούν να μετακινηθούν στην ήπειρό μας και να καινοτομήσουν εδώ, είναι όμως εξίσου σημαντικό να επενδύσουμε στο δικό μας ευρωπαϊκό ταλέντο, ώστε να μη φεύγει.
«Για παράδειγμα, μία πρόταση που θα δείτε στο επόμενο πρόγραμμα Erasmus+ αφορά τον προϋπολογισμό για την περίοδο 2028-2034. Το Erasmus είναι ένα από τα προγράμματα που συντονίζω και ο προϋπολογισμός του προβλέπεται να αυξηθεί κατά 50%. Μέρος της πρότασης είναι η δημιουργία υποτροφιών STEM. Στόχος είναι το Erasmus να παρέχει οικονομική υποστήριξη σε ταλαντούχους νέους Ευρωπαίους με καινοτόμες ιδέες, που διαφορετικά ίσως σκέφτονταν να μετακινηθούν σε άλλα μέρη του κόσμου» τόνισε.
Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Cedefop αφορά στη δημιουργία «ευφυΐας δεξιοτήτων», αλλά και γνώσης για τα συστήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, καθώς και την παρακολούθηση των πολιτικών εξελίξεων σε αυτόν τον τομέα», ανέφερε από την πλευρά του ο διευθυντής του ευρωπαϊκού οργανισμού, Jurgen Siebel, σημειώνοντας πως το έργο αυτό τροφοδοτεί άμεσα τις πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρέχοντας τη βάση αποδεικτικών στοιχείων που χρειάζεται για τη δημιουργία ουσιαστικών πολιτικών. «Η συνεργασία μας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι μια αμφίδρομη διαδικασία. Τα στοιχεία μας ενημερώνουν τη χάραξη πολιτικής, αλλά και οι προτεραιότητες που θέτει η Επιτροπή μάς βοηθούν να εστιάζουμε την ερευνητική μας εργασία, ώστε να είμαστε μπροστά από τις εξελίξεις και να μπορούμε να υποστηρίξουμε τις επόμενες πολιτικές πρωτοβουλίες» σημείωσε.