Skip to main content

Η ιστορία του παλαιότερου κηροπλαστείου της Θεσσαλονίκης - Πώς ένα παιδί προσφύγων άφησε τη σφραγίδα του στην αγορά της πόλης

Ήταν το μακρινό 1957 όταν ο Θοδωρής Αποστολίδης, ένα φτωχόπαιδο προσφύγων από τη Μικρά Ασία, πήρε την απόφαση μαζί με τον τότε συνεταίρο του να ανοίξουν ένα παντοπωλείο που ταυτόχρονα θα ήταν κηροπλαστείο το οποίο θα έφτιαχνε και θα πουλούσε κεριά

Περπατώντας στους στενούς δρόμους της πλατείας Εμπορίου, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, είναι σαν να μεταφέρεσαι νοερά σε μια αλλοτινή εποχή, σε μια άλλη Θεσσαλονίκη. 

Τότε που η περιοχή ήταν γεμάτη με μικρά καταστήματα όπου οι άνθρωποι δούλευαν στα πατάρια τις πρώτες ύλες με τα χέρια τους και στη συνέχεια εμπορεύονταν τα προϊόντα τους.

Τότε που η φτώχεια μπορεί να περίσσευε και το μεροκάματο να ήταν σκληρό αλλά οι καρδιές των ανθρώπων ήταν περισσότερο αγνές. 

Μέσα λοιπόν σε ένα από αυτά τα σοκάκια, στην οδό Ερνέστου Εμπράαρ 21, στέκει μέχρι και σήμερα ένα κηροπλαστείο.  

Μπορεί στο πέρασμα των δεκαετιών σχεδόν όλα να άλλαξαν, να μεταμορφώθηκαν, αλλά αυτό παραμένει εκεί σταθερό και ακλόνητο για 70 χρόνια. 

 

Η βιτρίνα του σε γυρίζει πίσω στον χρόνο και η πινακίδα στην πρόσοψή του ίδια και απαράλλακτη, όπως όταν πρωτοάνοιξε.  

Εξωτερικά δεν το πιάνει το μάτι σου, αλλά η ιστορία του συγκεκριμένου μαγαζιού είναι μεγάλη και βαριά όπως αυτή της νεότερης Θεσσαλονίκης. 

Ήταν το μακρινό 1957 όταν ο Θοδωρής Αποστολίδης, ένα φτωχόπαιδο προσφύγων από τη Μικρά Ασία, πήρε την απόφαση μαζί με τον τότε συνεταίρο του να ανοίξουν ένα παντοπωλείο που ταυτόχρονα θα ήταν κηροπλαστείο το οποίο θα έφτιαχνε και θα πουλούσε κεριά. 

 

Τον συνάντησα να κάθεται σε μια καρέκλα στο βάθος του μαγαζιού που ο ίδιος έστησε από το μηδέν και να πίνει τον ελληνικό του καφέ.  

Απόμαχος γαρ, σε ηλικία 92 ετών, αλλά με την ικανοποίηση ότι οι κόποι μιας ζωής έπιασαν τόπο -καθώς τη δουλειά συνεχίζουν τα παιδιά του- δέχεται να μου εξιστορήσει την πορεία του.

Όπως λέει, οι γονείς του ήρθαν πρόσφυγες το 1923 και εγκαταστάθηκαν στη Νέα Ευκαρπία σε ένα σπίτι χτισμένο με πέτρα και ξύλο. 

Δέκα χρόνια αργότερα γεννήθηκε ο ίδιος με τα πρώτα του βήματα να γίνονται μέσα στις λάσπες και το κρύο. 

«Έκανε βαρύ χειμώνα, ακόμη και τέτοια εποχή το πρωί καθαρίζαμε το χιόνι με τα φτυάρια για να βγούμε από το σπίτι» λέει ο κ. Θοδωρής και πίνει μια γουλιά καφέ. 

Οι γονείς του πάλευαν να τα φέρουν βόλτα όμως τα χωράφια που τους είχαν παραχωρήσει ήταν άγονα. 

Ο πατέρας του καλλιεργούσε στάρια και, στην καλύτερη περίπτωση, αν βοηθούσε ο καιρός, κατόρθωνε να βγάλει περίπου 200 κιλά. 

«Φωνάζαμε με τον αδερφό μου στη μάνα μας "ψωμί, ψωμί, πεινάμε"» λέει χαρακτηριστικά ο κ. Αποστολίδης στη Voria.gr και συνεχίζει: «Η μάνα μου προκειμένου να μας ταΐσει πήρε το γαμπριάτικο κοστούμι του πατέρα μου, πήγε μέχρι τον Σοχό και το πούλησε για 5 κιλά καλαμπόκι προκειμένου να κάνει ψωμί να φάμε».

Ο μικρός Θοδωρής ξεκίνησε να πηγαίνει στο δημοτικό στη Νέα Ευκαρπία και αργότερα όπως με υπερηφάνεια δηλώνει ήταν ο μόνος από τα παιδιά της τάξης του που συνέχισαν στο Γυμνάσιο. 

«Περπατούσα με τα πόδια από τη Νέα Ευκαρπία για να έρθω στο 4ο Γυμνάσιο που ήταν στην οδού Συγγρού και μετά το μάθημα επέστρεφα πίσω στο σπίτι. Εν τω μεταξύ το 1946 που πήγα 1η Γυμνασίου είχαμε και εμφύλιο και συχνά μας σταματούσαν στα μπλόκα για να μας ελέγξουν», λέει. 

Μεγαλωμένος μέσα στη φτώχεια και τις στερήσεις ξεκίνησε να δουλεύει από 12 ετών πουλώντας τα Σαββατοκύριακα τσιγάρα με ένα κασελάκι στους δρόμους της πόλης για να βοηθήσει την οικογένειά του.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1952, έπιασε δουλειά ως υπάλληλος σε ένα παντοπωλείο στην πλατεία Εμπορίου. 

«Τότε υπήρχαν δεκάδες παντοπωλεία που προμήθευαν τον κόσμο με όλα τα αγαθά. Υπήρχε πολλή δουλειά εκείνη την εποχή. Από τα λάδια που διακινούνταν στην περιοχή πήραν άλλωστε το όνομά τους τα Λαδάδικα», λέει. 

Δούλεψε μέχρι το 1955 και στη συνέχεια έφυγε για να υπηρετήσει στον στρατό για δύο χρόνια. 

Το 1957, όταν και απολύθηκε, μαζί με έναν υπάλληλο που είχε γνωρίσει σε ένα άλλο κατάστημα αποφάσισαν να νοικιάσουν μαζί ένα μαγαζί στην αγορά «Εφαρμοστίδη» που μόλις είχε χτιστεί. 

 

Όπως λέει, είχε μείνει μόνο ένα μαγαζί και το μίσθωσαν με 2.300 δραχμές τον μήνα όταν οι υπόλοιποι τα πρόλαβαν με ένα χιλιάρικο φθηνότερα. 

«Στο παντοπωλείο που δούλευα πουλούσαν κεριά, έτσι μου ήρθε η ιδέα να κάνω τη δική μου επιχείρηση: να κάνω κεριά και να τα πουλάω. Δουλεύαμε την πρώτη ύλη με τα χέρια, λιώναμε το κερί σε φωτιά από καυσόξυλα και με μια χειροκίνητη κατασκευή με μανιβέλα τα πλάθαμε, για αυτό και το μαγαζί λεγόταν κηροπλαστείο. Το εργαστήριο ήταν πάνω στο πατάρι και κάτω γινόταν το εμπόριο. Χωρίζαμε τα κεριά σε μεγέθη, για παράδειγμα των χιλίων που έβγαιναν από μια οκά, των οκτακοσίων, των τετρακοσίων, των τριακοσίων και ούτω καθεξής» αναφέρει ο κ. Αποστολίδης. 

Το κατάστημα εκτός από κεριά έκανε και λαμπάδες για την Ανάσταση, άσπρες και σκαλισμένες με το χέρι με μια μασιά, κάνοντας διάφορα σχέδια.  

Ο κ. Αποστολίδης εξηγεί πως τα κεριά ήταν αυτά που κράτησαν το παντοπωλείο του ανοιχτό καθώς όπως λέει όταν άρχισαν να ανοίγουν τα σούπερ μάρκετ τα περισσότερα μπακάλικα έβαλαν λουκέτο. 

«Εμείς οι παλιοί έμποροι δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι αυτά τα σούπερ μάρκετ θα μας κλείσουν γιατί πιστεύαμε ότι η νοικοκυρά θα συνεχίσει να ψωνίζει από εμάς, να πιάνει την κουβέντα, να λέει τα κουτσομπολιά της γειτονιάς και όχι να ψωνίζει απρόσωπα και στα βουβά. Τελικά κάναμε λάθος».

 

Ο Θοδωρής Αποστολίδης μετά από πολλά χρόνια δουλειάς αποσύρθηκε αλλά δεν σταμάτησε να πηγαίνει στο κηροπλαστείο, θαρρείς και τα πόδια του πηγαίνουν από μόνα τους.

Βλέπει με υπερηφάνεια την κόρη και τον γαμπρό του να δουλεύουν με την ίδια όρεξη και το μεράκι που είχε ο ίδιος στα νιάτα του. 

Τα παιδιά του κράτησαν την ίδια φιλοσοφία, κατασκευάζοντας κεριά και λαμπάδες όλων των ειδών αλλά με πιο σύγχρονα μέσα. 

Μάλιστα, όπως κάθε σύγχρονη επιχείρηση, εκμεταλλεύονται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να προωθούν τα προϊόντα του παραδοσιακού κηροπλαστείου που τώρα είναι γνωστό με την ονομασία «Κερί Κεράκι».

Ρωτώ τον κ. Αποστολίδη αν τους δίνει κάποιες οδηγίες και με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο απαντά: «Τώρα πια αυτοί με συμβουλεύουν».