Skip to main content

Η καθοριστική συμβολή της Χαλκιδικής και ο ρόλος του Αγίου Όρους στην εθνική παλιγγενεσία

Οι επαναστατικοί πυρήνες, οι αφανείς αγωνιστές της Μακεδονίας, η ηρωική μάχη των Βασιλικών και το βαρύ τίμημα της ήττας

Η εξέγερση της Χαλκιδικής είναι μία από τις πιο υποτιμημένες σελίδες στην ιστορία της εθνικής παλιγγενεσίας. Δεν συμπεριλήφθηκε στα σχολικά εγχειρίδια παρά μόνο πρόσφατα και μόλις σε λίγες γραμμές, παρότι ήταν η πρώτη μεγάλη επαναστατική πρωτοβουλία στη Βόρεια Ελλάδα, που συγκέντρωσε αγωνιστές από όλη τη Μακεδονία.

Η επανάσταση στη Χαλκιδική κράτησε μόνο λίγους μήνες, από τον Μάιο του 1821 μέχρι σχεδόν το τέλος του ίδιου χρόνου και καταπνίγηκε στο αίμα, με τα χωριά της περιοχής να πληρώνουν βαρύ τίμημα. Ωστόσο, μελετητές τη θεωρούν καθοριστική για την τελική έκβαση του απελευθερωτικού αγώνα, αφού το διάστημα των περίπου έξι μηνών κατά το οποίο ο ένοπλος αγώνας συγκράτησε τις τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις, έδωσε τον απαιτούμενο χρόνο στους οπλαρχηγούς της Νότιας Ελλάδας να εδραιώσουν την επανάσταση και να δημιουργήσουν τον πυρήνα του ελληνικού κράτους. Οι δε αφανείς αγωνιστές που κατάφεραν να γλιτώσουν από τη μανία των Οθωμανών κατακτητών συνέχισαν να πολεμούν σε άλλα μέτωπα.

Το χρονικό

Με την έναρξη της Eλληνικής Επανάστασης του 1821 από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις παραδουνάβιες χώρες έρχονταν στην Ελλάδα από τις επαναστατημένες περιοχές ειδήσεις, οι οποίες προκαλούσαν στους υπόδουλους Έλληνες εθνικό ενθουσιασμό και επαναστατική διάθεση. Στη Μακεδονία οι περιοχές που ανταποκρίθηκαν σχετικά γρήγορα στο κάλεσμα της εθνικής εξέγερσης ήταν η Θεσσαλονίκη, η Χαλκιδική και οι μονές του Αγίου Όρους.

Στις 23 Μαρτίου του 1821, ο Εμμανουήλ Παπάς αποβιβάστηκε σε έναν όρμο του Αγίου Όρους, με πλοίο του θρακιώτη Φιλικού Αντώνη Βισβίζη μεταφέροντας όπλα και πολεμοφόδια που είχε αγοράσει ο ίδιος. Σε σύσκεψη των μοναχών στη Μονή Εσφιγμένου αποφασίστηκε η γενική στρατολογία όλων των ανδρών της Χαλκιδικής που μπορούσαν να φέρουν όπλα.

Το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου του 1821 ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ έστειλε στη Θεσσαλονίκη φιρμάνι με το οποίο ανήγγειλε ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης επαναστάτησε στη Βλαχία και ότι ακολούθησε στη συνέχεια και ο ηγεμόνας της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσος. Μετά από αυτό, ο αναπληρωτής διοικητής της Θεσσαλονίκης Γιουσούφ μπέης άρχισε να συλλαμβάνει και να φυλακίζει πολλούς Έλληνες, τους οποίους κρατούσε ως ομήρους, για να προλάβει γενικότερη εξέγερση. Ακολούθησε άγρια σφαγή με τα θύματα να υπολογίζονται σε περίπου 3.000 Έλληνες. Με αυτόν τον τρόπο αποκλείστηκε σχεδόν κάθε απόπειρα εξέγερσης στη Θεσσαλονίκη.

Οι Τούρκοι πήραν θάρρος και άρχισαν να προκαλούν και να απειλούν τους Χριστιανούς. Οι προκλήσεις της τουρκικής φρουράς του Πολυγύρου ανάγκασαν τους κατοίκους να αντισταθούν. Στον Πολύγυρο υπήρχαν αρκετοί πρόκριτοι που ήταν μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία και στις 17 Μαΐου οι κάτοικοι πήραν τα όπλα, συνέλαβαν και εκτέλεσαν τη μικρή τουρκική φρουρά και κατέλαβαν κατάλληλα στρατηγικά σημεία στον δρόμο προς τον Πολύγυρο, με αποτέλεσμα να αποτρέψουν τους Τούρκους να μπουν στη Χαλκιδική.

Οι επιτυχίες των επαναστατών εξόργισαν τον Γιουσούφ μπέη και διέταξε τη σφαγή των ομήρων που κρατούσε στις φυλακές της Θεσσαλονίκης. Τα γεγονότα αυτά έλαβαν έκταση και ο Εμμανουήλ Παπάς έκρινε πως ήταν ο κατάλληλος χρόνος για να παρακινήσει τους μοναχούς του Αγίου Όρους και τους οπλαρχηγούς της Χαλκιδικής σε εξέγερση. Μετά από πανηγυρική δοξολογία στον Ναό του Πρωτάτου στις Καρυές, οι συναθροισμένοι εκεί μοναχοί και πρόκριτοι κήρυξαν επίσημα την Επανάσταση και ο Εμμανουήλ Παπάς ορίστηκε ως «αρχηγός και υπερασπιστής της Μακεδονίας».

Η επέκταση της επανάστασης

Σε σύσκεψη που έγινε στην Αρναία με πρόεδρο τον Εμμανουήλ Παπά, οι πρόκριτοι της Χαλκιδικής αποφάσισαν να συνεχίσουν τον ένοπλο αγώνα. Στις 29 Μαΐου επαναστάτησαν οι κάτοικοι της Ορμύλιας, του Παρθενώνα, της Νικήτης και των Μαντεμοχωρίων. Ταυτόχρονα επαναστάτησαν και οι κάτοικοι των χωριών της Καλαμαριάς, της νότιας Χαλκιδικής. Από τους περίπου 3.900 πολεμιστές που συγκεντρώθηκαν στη Χαλκιδική, ο Εμμανουήλ Παπάς δημιούργησε δύο επαναστατικά σώματα. Το ένα περιελάμβανε περίπου 1.000 μοναχούς και Μαντεμοχωρίτες που είχαν καταφύγει στον Άθω. Σε αυτό έγινε αρχηγός ο ίδιος. Στο δεύτερο σώμα, το οποίο περιλάμβανε πολεμιστές από τη Νότια Χαλκιδική, όρισε ως αρχηγό τον οπλαρχηγό Στάμο Χάψα.

Στόχος των επαναστατών ήταν η κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Το επαναστατικό σώμα του Εμμανουήλ Παπά διασκόρπισε τη μικρή τουρκική δύναμη που υπήρχε στην Ιερισσό και ελευθέρωσε την κωμόπολη. Μετά από συγκρούσεις με μικρές τουρκικές φρουρές προχώρησε και κατέλαβε θέσεις στα στενά της Ρεντίνας και στο Εγρί Μπουντζάκ (Νέα Απολλωνία), με στόχο να αναχαιτίσει τις τουρκικές δυνάμεις που έρχονταν από τη Μικρά Ασία και να ανακόψει την πορεία τους από την Καβάλα προς τη Θεσσαλονίκη και τη Νότια Ελλάδα.

Η επανάσταση στα Βασιλικά

Στις 29 Μαΐου 1821 έφθασαν στα Βασιλικά ο καπετάν Χάψας και ο Κασσανδρινός οπλαρχηγός Αναστάσης Χιμευτός μαζί με αγωνιστές από τη Συκιά και τα χωριά της Νότιας Χαλκιδικής. Αμέσως συγκροτήθηκαν οι πρώτες επαναστατικές ομάδες με αρχηγούς τον Βασίλειο Κοτζιά, τον Γραμμένο Χρειαζούμενο και τον Φίλιππα Θέο ή Καραφίλιππα, οι οποίοι ενώθηκαν με το επαναστατικό σώμα του Χάψα και του Χιμευτού. Οι επαναστάτες επιτέθηκαν εναντίον του Τούρκου διοικητή της περιοχής του Πισιώνα, Αγκούς μπέη, στην τοποθεσία Λαμώματα, κοντά στο εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής.

Ο Γιουσούφ μπέης της Θεσσαλονίκης, όταν πληροφορήθηκε για την επανάσταση των Βασιλικών, έστειλε ως ενίσχυση ένα απόσπασμα αποτελούμενο από 300 Τούρκους ιππείς, που όμως νικήθηκε από το επαναστατικό σώμα του καπετάν Χάψα. Στο μεταξύ κατέφθασαν στα Βασιλικά αγωνιστές από τον Βάβδο και τη Γαλάτιστα με αρχηγούς τον Παύλο Χαλάτη, τον Αυγερινό Καραγιάννη και τον Θεολόγο Τουρλάκη. Έπειτα από σύσκεψη, αποφάσισαν ο μεν καπετάν Χιμευτός να κατευθυνθεί προς την Κασσάνδρα, για να προφυλάξει τη νότια Χαλκιδική από ενδεχόμενη απόβαση των Τούρκων και ο καπετάν Χάψας μαζί με τον Βασίλειο Κοτζιά, τον Άγγελο Βασιλικό από τον Γαλαρινό και τους άλλους οπλαρχηγούς να μείνουν στα Βασιλικά.

Στις επόμενες ημέρες, το επαναστατικό σώμα του καπετάν Χάψα επιτέθηκε εναντίον των τουρκικών δυνάμεων του Τσιρίμπαση Χασάν αγά, διοικητή της πολιτοφυλακής της Παζαρούδας, που είχαν έρθει για ενίσχυση, και τις κατεδίωξε μέχρι το χωριό Σέδες. Ο Γιουσούφ μπέης ανησύχησε πολύ για την προέλαση των επαναστατών προς τη Θεσσαλονίκη και ζήτησε ενισχύσεις από την Πύλη. Ταυτόχρονα, προέτρεψε τον Αχμέτ μπέη των Γιαννιτσών να εκστρατεύσει εναντίον των επαναστατών του Χάψα με 500 άτακτους Γιουρούκους ιππείς. Οι ελλιπώς εξοπλισμένοι και μη εκπαιδευμένοι ασύντακτοι Έλληνες, που ήταν κυρίως χωρικοί, βρέθηκαν εκτεθειμένοι στην πεδινή περιοχή του Σέδες. Μην μπορώντας να αναχαιτίσουν τις επιθέσεις των Τούρκων ιππέων σε αυτό το μέρος, υποχώρησαν στα Βασιλικά.

Ο μεγάλος χαλασμός

Ο Γιουσούφ μπέης, μετά τις ήττες που υπέστη, αντικαταστάθηκε από τον σερασκέρη και βεζύρη Χατζή Μεχμέτ Μπαϊράμ πασά, ο οποίος είχε ξεκινήσει από τη Μικρά Ασία με μεγάλες δυνάμεις πεζών και ιππέων με στόχο να καταστείλει την επανάσταση στη Μακεδονία και στη Νότια Ελλάδα. Ο Μπαϊράμ πασάς είχε συγκρουστεί στις αρχές Ιουνίου με το επαναστατικό σώμα του Εμμανουήλ Παπά στην περιοχή της λίμνης Βόλβης, στην Παζαρούδα και το Εγρί Μπουτζάκ, και το διασκόρπισε. Τώρα προχώρησε εναντίον των επαναστατών του Καπετάν Χάψα έχοντας στρατολογήσει 30.000 πεζούς και 3.000 ιππείς. 

Η σύγκρουση των επαναστατών με τις τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις έγινε στο τσιφλίκι του Αγκούς αγά, κοντά στο εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής των Βασιλικών. Οι Βασιλικιώτες, αμύνονταν γύρω από τον λόφο της Αγίας Παρασκευής και έδωσαν καιρό στον καπετάν Χάψα να καταλάβει την ανατολική πλευρά των Βασιλικών. Οι Βασιλικιώτες της Αγίας Παρασκευής αφού εκτέλεσαν την αποστολή τους οπισθοχώρησαν και ενώθηκαν με το σώμα του καπετάν Χάψα, αφήνοντας τα Βασιλικά εντελώς ανυπεράσπιστα.

Την 9η Ιουνίου 1821 ο Αχμέτ μπέης μαζί με τις στρατιωτικές δυνάμεις του Μπαϊράμ πασά κατέλαβαν τα Βασιλικά, προτού οι κάτοικοι προλάβουν να φύγουν. Ακολούθησε ο μεγάλος χαλασμός. Οι Τούρκοι στρατιώτες και οι Εβραίοι κατέστρεψαν τα πάντα. Έσφαξαν, βίασαν και αιχμαλώτισαν τους κατοίκους, λεηλάτησαν και πυρπόλησαν τα σπίτια. Από τα 400 σπίτια των Βασιλικών έμειναν μόνο τρία, ενώ κάηκε και ο ναός.

Η μάχη των Βασιλικών

Ο Μπαϊράμ πασάς, καταδίωξε τους επαναστάτες με ένα ισχυρό απόσπασμα ιππέων, το οποίο κατευθύνθηκε προς τον δρόμο Θεσσαλονίκης – Πολυγύρου. Οι αγωνιστές του καπετάν Χάψα βάδισαν μέσα στην κοίτη του χειμάρρου Ανθεμούντα και οι Τούρκοι ιππείς προχώρησαν μέσα από τα αθέριστα σπαρτά, χωρίς να αντιληφθεί ο ένας τον άλλον, παρά μόνο όταν τους χώριζε μικρή απόσταση. Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή ο καπετάν Χάψας και τα παλικάρια του ήταν αναγκασμένοι ή να διανύσουν γρήγορα την απόσταση που οδηγούσε στο Βούζιαρη, όπου υπήρχε ελπίδα διαφυγής, ή να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους στο σημείο εκείνο. Δεν είχαν όμως τον απαιτούμενο χρόνο και γι’ αυτό προτίμησαν να συγκρουστούν εκεί και να δώσουν την ηρωική μάχη πάνω από την κοίτη του Ανθεμούντα.

Ο καπετάν Χάψας με 65 Συκιώτες, Βαβδινούς και Βασιλικιώτες αγωνιστές έμειναν εκεί για να αντιμετωπίσουν το ιππικό του Μπαϊράμ πασά, ενώ το υπόλοιπο μέρος του σώματος κατευθύνθηκε προς τα ανατολικά για αντιπερισπασμό. Οι τουρκικές δυνάμεις του Μεχμέτ πασά και του Μπαϊράμ πασά απωθήθηκαν αρχικά με πολλές απώλειες. Ο αγώνας ήταν όμως άνισος. Όταν είδε ο καπετάν Χάψας ότι τα πρόχειρα αναχώματα δεν βοηθούσαν, βγήκε από το πρόχωμά του και όρμησε με το σπαθί εναντίον των εχθρών. Μετά από σκληρό αγώνα, σώμα με σώμα, έπεσε και ο ίδιος νεκρός στο πεδίο της μάχης μαζί με τους γενναίους συμπολεμιστές του.

Στην ηρωική αυτή μάχη θυσιάστηκαν μαζί με τον καπετάν Χάψα 63 γενναία παλικάρια. Οι ελάχιστοι αγωνιστές του Καπετάν Χάψα που διασώθηκαν ενώθηκαν με τον Εμμανουήλ Παπά και τους λίγους εναπομείναντες αγωνιστές του, περίπου 200, και κατευθύνθηκαν από τον Πολύγυρο προς την επαναστατημένη Κασσάνδρα που συνέχιζε να αντιστέκεται.

Στην Κασσάνδρα συγκεντρώθηκαν περίπου 2.500 πολεμιστές, κυρίως Χαλκιδικιώτες και 400 αρματολοί και κλέφτες από τον Όλυμπο. Στο μεταξύ την αρχηγία των Τούρκων ανέλαβε ο περιβόητος για τη σκληρότητά του Αμπού-Λουμπούτ πασάς (ροπαλοφόρος). Ο Λουμπούτ πασάς επιτέθηκε στην πολιορκημένη Κασσάνδρα, στην περιοχή του ισθμού της Ποτίδαιας, με 1.400 άνδρες και 500 εξοπλισμένους Εβραίους. Οι γενναίοι υπερασπιστές της Κασσάνδρας απέκρουσαν αρχικά τους εχθρούς. Έχασαν, όμως, τη μάχη στις 30 Οκτωβρίου 1821, όταν οι Τούρκοι εξαπέλυσαν γενική έφοδο χρησιμοποιώντας κανόνια. Σε αυτήν έπεσαν ηρωικά δυο από τους τρεις γιούς του Εμμανουήλ Παπά.

Μετά τη μάχη στα Βασιλικά, το μεγαλύτερο μέρος των τουρκικών δυνάμεων κατευθύνθηκε προς τον Γαλαρινό και κατέστρεψαν ολοσχερώς το χωριό, ενώ συνέλαβαν, βασάνισαν και θανάτωσαν όσους κατοίκους δεν πρόλαβαν να διαφύγουν. Την ίδια τύχη είχαν η Γαλάτιστα, το Λειβάδι, η Περιστερά και άλλα χωριά και κωμοπόλεις της Χαλκιδικής.

Οι επαναστάτες μοναχοί και η συνθηκολόγηση

Στην Αθωνική Πολιτεία έστησε το αρχηγείο του ο πρωτεργάτης της εξέγερσης στη Μακεδονία, Εμμανουήλ Παππάς, που έφτασε στην Μονή Εσφιγμένου και από τον Απρίλιο αρχίζει η συλλογή των χρημάτων εντός του Αγίου Όρους με πρώτο καταθέτη τον ίδιο, ο οποίος προσέφερε 3.600 γρόσια. Στο κοινό ταμείο συμβάλλουν γενναία όλα τα μοναστήρια, αλλά και οι επιφανέστεροι Αγιορείτες που είχαν ίδιο κομπόδεμα (σ.σ. στα μοναστήρια τότε επικρατεί το ιδιόρρυθμο σύστημα διαβίωσης των μοναχών και όχι το κοινόβιο). Πέρα από την οικονομική συνεισφορά οι μοναχοί προσφέραν στον αγώνα τις βάρκες τους και όπλα. 

Επισήμως η επανάσταση κηρύσσεται στις 23 Μαΐου του 1821 με πανηγυρική δοξολογία στον Ναό του Πρωτάτου και ο αγάς του Αγίου Όρους (στις Καρυές έδρευε ένας Οθωμανός αξιωματούχος με πολύ μικρή φρουρά) συλλαμβάνεται και τίθεται σε περιορισμό στη Μονή Κουτλουμουσίου.

Ο Εμμανουήλ Παππάς πηγαίνει στα Μαδεμοχώρια με τελικό αποτέλεσμα στις 15 Ιουνίου το στράτευμά του, που αποτελούνταν μεταξύ άλλων από περίπου 1.000 επαναστάτες μοναχούς, άπειρους στην πολεμική τέχνη, να μην αντέξει σε μία μάχη στην περιοχή της Ρεντίνας. Ο ίδιος καταφεύγει με περίπου 200 άνδρες στον Πολύγυρο και από εκεί στην Κασσάνδρα, ενώ στο στενό του Αγίου Όρους, στην περιοχή της Ιερισσού, στέλνει τον οπλαρχηγό του Ρήγα Μαύρο με ολιγομελή ομάδα.

Μετά την ήττα στη Ρεντίνα αρχίζουν στο Άγιον Όρος να δημιουργούνται δεύτερες σκέψεις και διχόνοιες μεταξύ των μοναχών. Ο Ρήγας που είχε γίνει πληρεξούσιος του Εμμανουήλ Παππά παίρνει κάποιες αυθαίρετες αποφάσεις και τότε εκείνος επιστρέφει και τον εκτελεί, ενώ διορίζει ως πληρεξούσιό του τον Νικηφόρο Χαρτοφύλακα τον Ιβηρίτη.

Ο κλοιός των Τούρκων σφίγγει και οι Αγιορείτες τελικά αντέχουν περίπου τρεις μήνες. Αναγκαστικά ο Εμμανουήλ Παππάς αποσύρεται στη Μονή Εσφιγμένου και από εκεί μαζί με τον Ευθύμιο αποπλέουν κρυφά στην Ύδρα. Ο Νικηφόρος Χαρτοφύλαξ, όταν μαθαίνει ότι η Ιερά Κοινότητα παίρνει απόφαση να δηλώσει υποταγή, ώστε να μην ερημωθεί τελείως ο ιερός τόπος, πηγαίνει στη Μονή Εσφιγμένου και από εκεί στην απελευθερωμένη Ύδρα, απ’ όπου δεν επέστρεψε ποτέ.

Καθώς δεν κατέστη δυνατή η αποστολή βοήθειας με πλοία, η εξέγερση του Αγίου Όρους οδηγήθηκε σε άδοξο τέλος. Οι μοναχοί αναγκάστηκαν να δηλώσουν υποταγή τον Νοέμβριο του 1821, ενώ η συνθηκολόγηση για την παράδοση υπογράφηκε στις 13 Ιανουαρίου 1822. Το τίμημα που πλήρωσαν ήταν πολύ βαρύ. Υποχρεώθηκαν καταρχάς να μετρήσουν στους Τούρκους 500 πουγκία νομισμάτων (γροσίων), τα οποία κατέβαλαν αμέσως, ενώ τους επόμενους μήνες έπρεπε να καταβάλουν άλλες 3.370 πουγκία, περίπου 1.752.000 γρόσια, ένα αστρονομικό ποσό για την εποχή ως εφάπαξ αποζημίωση για να γλιτώσουν τον τόπο τους. Επίσης, αναγκάστηκαν να πληρώνουν στο διπλάσιο τους φόρους τους, δημεύτηκαν τα μετόχια τους στην περιοχή της Χαλκιδικής, ενώ σταμάτησαν τα έσοδα που είχαν από τα μετόχια της Μολδοβλαχίας.

Παρότι η αντίσταση που προέβαλαν οι μοναχοί κράτησε μόλις λίγους μήνες, θεωρείται από τους ειδικούς σημαντική όχι μόνο για συμβολικούς, αλλά και για ουσιαστικούς λόγους, καθώς μετά τη συνθηκολόγηση στο Άγιον Όρος παρέμειναν δεσμευμένες σημαντικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τα τουρκικά στρατεύματα στη Νότια Ελλάδα.