Η Ελλάδα γεννά καλούς γιατρούς και τους στέλνει έξω, λέγανε στα χρόνια της κρίσης αυτοί που παρακολουθούσαν τη... μεγάλη φυγή του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού για χώρες του εξωτερικού μιας και το μονίμως λαβωμένο Εθνικό Σύστημα Υγείας δεν μπορούσε να κρατήσει τα παιδιά της. Σήμερα, όμως, μία οικονομική και μία υγειονομική κρίση μετά, φαίνεται πως η κατάσταση δεν αλλάζει και μπορεί ο πρωθυπουργός να ανακοίνωσε από το βήμα της Βουλής την αύξηση της αποζημίωσης των εφημεριών κατά 20%, αποτελεί άραγε όμως αυτό ικανό κίνητρο για να κρατήσει τους γιατρούς στην Ελλάδα;
Το μόνο σίγουρο είναι πως οι νέοι γιατροί φεύγουν αλλά παρατηρείται πως ακόμα και περισσότεροι μεγαλύτεροι σε ηλικία παίρνουν αυτήν την απόφαση.
Η Αλεξάνδρα είχε αποφασίσει ότι ήθελε να φύγει στο εξωτερικό πριν καν ξεκινήσει να δουλεύει για το ΕΣΥ, όμως η εμπειρία της μετά το αγροτικό της φαίνεται πως επιβεβαίωσαν την άποψή της. Εδώ και λίγους μήνες κάνει την ειδικότητά της στη Γυναικολογία σε ένα νοσοκομείο στο Μίνστερ, στη Γερμανία. «Όταν έκανα το αγροτικό μου στη Ζάκυνθο χρειάστηκε πολλές φορές να κάνουμε εφημερίες στο νοσοκομείο του νησιού, καθώς είχαν μεγάλη έλλειψη από ειδικευόμενους. Μαζί με τις εφημερίες και το επίδομα άγονων περιοχών ο μισθός ξεπερνούσε τα 1.600 ευρώ αλλά κατέληγες να δουλεύεις κάθε μέρα». Αρκετοί είναι οι γιατροί που επιλέγουν να φύγουν για ειδικότητα στη Γερμανία, μία χώρα που επειδή έχει πολλά νοσοκομεία έχει και ανάγκες για γιατρούς. «Το σύστημα Υγείας εδώ (σ.σ. στη Γερμανία) είναι αρκετά διαφορετικό. Το νοσοκομείο θεωρείται δημόσιο αλλά δεν δηλώνεις θέση και περιμένεις πότε θα ανοίξει για να κάνεις την ειδικότητά σου, όπως στην Ελλάδα. Περνάς από συνέντευξη και σε προσλαμβάνουν, ενώ πρέπει να δώσεις και ειδικές εξετάσεις για την αναγνώριση του πτυχίου και της γλώσσας», λέει. Όπως λέει η Αλεξάνδρα, ο τρόπος που αντιμετωπίζουν το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό είναι διαφορετικός. Ξεκινά να εργάζεται λίγο πριν τις 8:00 και τελειώνει μετά τις 16:00 γιατί, όπως τονίζει, η γραφειοκρατία είναι πολύ περισσότερη για κάθε ασθενή. Κάθε μέρα κάνουμε ένα διάλειμμα στις 12:00. Και ο μισθός; «Ο μισθός χωρίς τις εφημερίες ξεκινά από 3.200 ευρώ, ενώ με τις εφημερίες φθάνει τα 4.000, αλλά σχεδόν κάθε χρόνο ανεβαίνει. Οι εφημερίες είναι σχεδόν 4-5 τον μήνα και τη στολή που φοράμε μας τη δίνει το νοσοκομείο. Ακόμα και ο τρόπος που λειτουργούν τα νοσοκομεία διαφέρει καθώς εδώ δεν έρχεται οποιοσδήποτε μέσα στη μέρα των εφημεριών, τότε πάνε στους γενικούς γιατρούς και εδώ έρχονται το βράδυ». Πάντως, φαίνεται πως δεν θα γυρνούσε πίσω στο άμεσο μέλλον. «Εδώ έχεις κοινωνικό κράτος, μπορεί να χάνεις κάτι από τη ζωή αλλά κερδίζεις πολλά άλλα».
Σε μία χώρα όπως η Ελλάδα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εδώ λένε πως η εποχή που ένας γιατρός κάνει την ειδίκευσή του είναι από τις πιο δύσκολες και σε αυτό συμφωνούν οι περισσότεροι που γνωρίζουν το ΕΣΥ στη χώρα μας. «Οι ειδικευόμενοι είναι στο Δημόσιο με μία άδεια που είναι για εκπαίδευση και δίπλα τους για τις αποφάσεις θα έπρεπε να είναι ο επιμελητής. Πολλές φορές όμως είσαι μόνος και εκτεθειμένος και αναλαμβάνεις μεγάλο φόρτο εργασίας», λέει η Φωτεινή που εργάζεται σε νοσοκομείο της Θεσσαλίας. Για τη Φωτεινή, όμως, το ζήτημα των εργασιακών δικαιωμάτων είναι το μεγαλύτερο αγκάθι στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. «Σύμφωνα με το ΦΕΚ θα έπρεπε να δουλεύουμε 48 ώρες το πολύ εβδομαδιαίως και έως επτά εφημερίες τον μήνα, κάτι που δεν γίνεται σχεδόν ποτέ. Μπορεί να δουλεύουμε 72 ώρες μόνο σε τρεις 24ωρες εφημερίες σε μία εβδομάδα». Οι πολλές εφημερίες και οι απλήρωτες υπερωρίες είναι οριακά ο κανόνας», λέει. «Ένας γιατρός μάλλον δεν χρειάζεται χρήματα, μόνο εμπειρία», σχολιάζει δηκτικά η Φωτεινή. «Οι αμοιβές είναι πολύ χαμηλές για το είδος της δουλειάς αλλά και για την ευθύνη που αναλαμβάνεις. Το μεγάλο πρόβλημα στους γιατρούς είναι η φορολογία καθώς εκτός του μισθού πληρωνόμαστε τις εφημερίες αλλά τις πληρωνόμαστε σαν αποζημίωση. Η αύξηση της αποζημίωσης των εφημεριών φαίνεται ως έξτρα χρήματα που φορολογούνται πολύ παραπάνω. Οι αμοιβές είναι περίπου 1.000-1.100 ευρώ για τον βασικό μισθό και κάπου στα 600 ευρώ τον μήνα οι εφημερίες». Η Φωτεινή προγραμματίζει να συνεχίσει την ειδικότητά της στο εξωτερικό και ο λόγος σχετίζεται, όπως λέει, αρκετά με τις αμοιβές, αλλά κυρίως με τα εργασιακά δικαιώματα.
Σε ένα άλλο νοσοκομείο της Θεσσαλίας συναντά κανείς τη Φρόσω. Η ίδια συμφωνεί πως ο ειδικευόμενος, ειδικά της Παθολογίας, «είναι το παιδί για όλες τις δουλειές στο νοσοκομείο». Τα ωράρια τονίζει πως είναι ανύπαρκτα και ακόμα και σε καλές ημέρες κάθε ημέρα δεν φεύγεις κάτω από 9ωρο, υπερωρίες τις οποίες δεν πληρώνεσαι αλλά κάθεσαι για να βοηθήσεις την κλινική. «Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα είναι πως δεν υπάρχει το απαραίτητο εκπαιδευτικό πλάνο, κυρίως στα νοσοκομεία της περιφέρειας». «Οι βάρδιες στα Επείγοντα είναι 24ωρες και καλείσαι να βλέπεις ασθενείς από τις 8 το πρωί της μίας ημέρας ώς τις 8 της επομένης, χωρίς να σταματάς, ενώ πολλές φορές είσαι μόνος σου. Για αυτό και είσαι ακάλυπτος. Τα ρεπό δεν τα παίρνεις σε πολλά νοσοκομεία λόγω φόρτου εργασίας. Δια νόμου, μία εφημερία ισούται με μία ημέρα ανάπαυσης, πράγμα που σημαίνει πως πρέπει να παίρνεις περίπου επτά, καθώς τόσες ορίζει ο νόμος μηνιαίως. Σχεδόν πουθενά, όμως, δεν συμβαίνει αυτό. Οι εφημερίες είναι περίπου τρία ευρώ την ώρα αλλά το θέμα είναι ότι φορολογούνται πολύ. Με οκτώ εφημερίες τον μήνα η φορολογία στο τέλος του έτους ήρθε 1.000 ευρώ». Η Φρόσω αναζητά να φύγει γιατί, όπως λέει, η έλλειψη εκπαίδευσης και κάλυψης, οι κακοί μισθοί, οι απλήρωτες υπερωρίες και οι εξουθενωτικές εφημερίες. «Θα έμενα μόνο για να είμαι κοντά με την οικογένειά μου αλλά για καμία από τις... καταπληκτικές εμπειρίες που σου δίνει το δημόσιο. Το σημαντικό είναι ότι είναι προσβάσιμο για όλους και μπορείς με 0 ευρώ να νοσηλευτείς».
«Έχουμε περίπου 18.000-20.000 Έλληνες γιατρούς στο εξωτερικό»
Ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, Αθανάσιος Εξαδάκτυλος, σχολίασε πως το ΕΣΥ δεν είναι ελκυστικό ενώ η… φυγή των γιατρών που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια διατηρεί μία σχετική σταθερά αυξημένη πρόοδο. «Στη χώρα μας έχουμε περίπου 54.000 γιατρούς σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Ο αριθμός δεν είναι λίγος, είναι επαρκής. Το θέμα είναι πού είναι κατανεμημένοι. Είναι γεγονός πως το ΕΣΥ δεν είναι ελκυστικό και έτσι βλέπουμε γιατρούς να φεύγουν στο εξωτερικό ή να μεταπηδούν στον ιδιωτικό τομέα», σημειώνει, ενώ λέει πως «μπορεί τώρα να μη βλέπουμε τη μεγάλη φυγή που είδαμε το 2012 -τότε από τη Θεσσαλονίκη έφυγαν σε έναν μόνο χρόνο περίπου 2.500 γιατροί- αλλά παρατηρούμε πως πολλά νέα παιδιά πηγαίνουν για ειδικότητα στο εξωτερικό και δεν γυρνάνε ξανά, μένουν εκεί. Η χώρα μας μετρά περίπου 18.000-20.000 γιατρούς που βρίσκονται στο εξωτερικό».
Ο κ. Εξαδάκτυλος αναφέρθηκε, επίσης, στις χρονοβόρες διαδικασίες που ακολουθούν μία προκήρυξη. «Πέρα από το γεγονός πως βλέπουμε να βγαίνουν προκηρύξεις και να μην καλύπτονται, είναι σημαντικό να μιλήσουμε και για το ότι δεν γίνεται να προκηρύσσεται μία θέση ενόσω ο γιατρός συνταξιοδοτείται. Πρέπει να γίνει νωρίτερα για να μπορέσει να καλυφθεί η θέση έγκαιρα», είπε.
Σχολιάζοντας την αύξηση της αποζημίωσης των εφημεριών στο ΕΣΥ που εξαγγέλθηκε από τον πρωθυπουργό από το βήμα της Βουλής, είπε πως, ενώ δεν μπορεί κάποιος να το δει ως κάτι αρνητικό, δεν είναι επαρκές για να προσελκύσει κόσμο. «Το σημαντικό θα ήταν να μπορούσαν να γίνουν αφορολόγητες. Πάντως, όταν δεν αμοίβεις σωστά τους γιατρούς και αυξάνεις τόσο πολύ τους μισθούς των διοικητών -που εννοείται κάνουν σημαντική δουλειά- δεν βοηθάει να προσελκύσεις κόσμο στο ΕΣΥ», είπε. Τέλος, τόνισε και τη σημασία να αναπροσαρμοστεί το επίδομα για τις άγονες περιοχές βάσει των σημερινών δεδομένων.
Ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλης Γιαννάκος, με τη σειρά του σημειώνει πως είναι τρεις οι λόγοι που ωθούν τους νέους γιατρούς να φύγουν. «Ο πρώτος είναι η ασφάλεια, πολλές φορές οι ειδικευόμενοι καλούνται μόνοι τους να λάβουν σημαντικές αποφάσεις είτε γιατί ο ειδικός γιατρός δεν υπάρχει είτε γιατί δεν προλαβαίνει λόγω των πολλών περιστατικών. Αυτό οδηγεί και στον δεύτερο λόγο που αφορά την εκπαίδευση. Όταν οι γιατροί δεν έχουν χρόνο να εκπαιδεύσουν τους ειδικευόμενους και αυτοί μαθαίνουν ώς ένα σημείο και αυτοδίδακτα δεν τους βοηθά στο να μείνουν στο ΕΣΥ. Ο τρίτος και πολύ βασικός λόγος είναι οι αμοιβές. Ένας ειδικευόμενος στην Αγγλία μπορεί να παίρνει και 5.000 λίρες, ενώ οι δικοί μας παίρνουν λίγα παραπάνω από 1.000 ευρώ, ενώ οι εφημερίες είναι πολλές και συχνά πολύ περισσότερες από όσες προβλέπονται. Τα νούμερα μιλάνε από μόνα τους», σχολίασε και πρόσθεσε πως όλα αυτά σε συνδυασμό με τις διαρκείς ελλείψεις στο Σύστημα Υγείας ωθούν τους νέους να φύγουν. «Πολλοί είναι αυτοί που επιλέγουν την Κύπρο όπου οι αμοιβές είναι πολύ καλύτερες», λέει, ενώ σημειώνει πως αρκετοί είναι και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία γιατροί που επιλέγουν να φύγουν, όταν ειδικά μεγαλώνουν τα παιδιά τους και φεύγουν για σπουδές».