Η επέκταση της πεζοδρόμησης της Αγίας Σοφίας κάτω από την Τσιμισκή και μέχρι τη λεωφόρο Νίκης αποτελεί εξαιρετική εξέλιξη για το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Τα έργα ξεκινούν τις επόμενες ημέρες, προκειμένου να ολοκληρωθεί μία παρέμβαση που από την εξαγγελία της εδώ και πάνω από 10 χρόνια -επί ημερών δημάρχου Μπουτάρη- δίχασε. Αργότερα επί δημαρχίας Ζέρβα «πάγωσε» λόγω πιέσεων ατόμων με συμφέροντα στην περιοχή και τώρα φαίνεται ότι εισέρχεται στην τελική ευθεία. Η συγκυρία είναι απολύτως κατάλληλη, καθώς πρωτίστως η λειτουργία του Mετρό, αλλά και η συστηματική και αυστηρή αστυνόμευση της κυκλοφορίας από την Τροχαία την τελευταία διετία, έχει περιορίσει τον αριθμό των αυτοκινήτων που κινούνται στο κέντρο της πόλης, ενώ η επέκταση της γραμμής του Mετρό στην Καλαμαριά, το επόμενο τρίμηνο, θα αφαιρέσει κι άλλα ΙΧ από τις κεντρικές αρτηρίες. Κάπως έτσι καταρρίπτονται παταγωδώς τα… επιχειρήματα υπέρ της αναστολής κάθε σκέψης για προώθηση των πεζοδρομήσεων στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ότι δήθεν η πόλη δεν εξυπηρετείται ούτε στην οριζόντια ούτε στην κάθετη κίνησή της από την αστική συγκοινωνία και άρα η πρόσβαση των ΙΧ στο ιστορικό κέντρο, αν και προβληματική, είναι απαραίτητη. Επιχειρήματα που στην πραγματικότητα υποκρύπτουν συμφέροντα εμπόρων, επαγγελματιών και ιδιοκτητών ακινήτων, οι οποίοι -ο καθένας για απολύτως δικούς του λόγους- δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα και ποτέ (!), ενώ θεωρούν ότι η περιοχή του κέντρου τούς ανήκει. Όλοι οι υπόλοιποι, από τους Θεσσαλονικείς που κατεβαίνουν στην Τσιμισκή, την Αγίας Σοφίας και τα πέριξ, μέχρι τους επισκέπτες, είναι για να κάνουν τις βόλτες τους και -κυρίως- για να ακουμπάνε τα χρήματά τους και να αυξάνουν τον τζίρο σε εμπορικά καταστήματα, εστίαση και επαγγελματίες, κυρίως των επιστημονικών ειδικοτήτων. Που με τη σειρά τους οφείλουν να… πληρώνουν στους ιδιοκτήτες των ακινήτων υπέρογκα ποσά, καθώς οι τιμοκατάλογοι πωλήσεων και ενοικιάσεων αναλογικά είναι ακριβότεροι από τις πιο λαμπερές και κοσμοπολίτικες ευρωπαϊκές πόλεις.
Το κέντρο της Θεσσαλονίκης είναι χωρίς αμφιβολία το δυνατό εμπορικό όπλο της πόλης, αλλά συγχρόνως και η δημοφιλέστερη περιοχή για τους επισκέπτες. Συμπυκνώνει τους 23 και παραπάνω αιώνες της διαρκούς ιστορικής της διαδρομής ως αστικό κέντρο δίπλα στη θάλασσα, ενώ παράλληλα διαθέτει πολλά σύγχρονα στοιχεία, που την αναβαθμίζουν σε ευρωπαϊκή πόλη. Το πρόβλημα είναι ότι λόγω γεωφυσικής διαμόρφωσης η περιοχή του κέντρου της Θεσσαλονίκης ασφυκτιά, καθώς διαθέτει λίγους και μικρούς δρόμους, οι οποίοι δυσκολεύουν την κυκλοφορία των αυτοκινήτων. Κάτι που σε συνδυασμό με τον σχετικά περιορισμένο -και άρα ανεπαρκή- αριθμό των θέσεων στάθμευσης δημιουργούν κυκλοφοριακή συμφόρηση πολλές ώρες της ημέρας και της νύχτας. Ή τουλάχιστον δημιουργούσαν μέχρι να λειτουργήσει το Μετρό και η Τροχαία να… πάρει τ’ όπλο της, καθώς τον τελευταίο χρόνο η εικόνα έχει βελτιωθεί.
Με αυτά τα δεδομένα η συγκυρία είναι απολύτως ευνοϊκή για να προωθηθεί η ουσιαστική αναβάθμιση του κέντρου της Θεσσαλονίκης, μέσω της περαιτέρω απομάκρυνσης των αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως, στα όρια του αποκλεισμού. Μέσω πεζοδρομήσεων και απαγορεύσεων, κάτι που σημαίνει ότι θα υπάρξει πολιτικό κόστος, καθώς μετά βεβαιότητας θα υπάρξουν αντιδράσεις. Είναι οι ίδιες αντιδράσεις που πριν από 30 χρόνια θεωρούσαν καταστροφική την πεζοδρόμηση του άξονα της Αριστοτέλους, που καθυστέρησαν για χρόνια τη δημιουργία λεωφορειολωρίδας στην Τσιμισκή, που σταμάτησαν πριν από έξι-επτά χρόνια την ολοκλήρωση αυτής της φάσης πεζοδρόμησης της οδού Αγίας Σοφίας και -για να μην ξεχνιόμαστε- συνέβαλαν στη δραματική επιμήκυνση του χρόνου ολοκλήρωσης της βασικής γραμμής του Μετρό. Αλλά και στις εξελίξεις ή μάλλον στις… μη εξελίξεις -για την ακρίβεια στις καθυστερήσεις- στο κεφαλαιώδες για το κέντρο της Θεσσαλονίκης πρότζεκτ της ανάπλασης του εκθεσιακού κέντρου της ΔΕΘ – Helexpo, η συγκεκριμένη νοοτροπία υπήρξε καθοριστική.
Όπως αποδεικνύουν αυτά τα παραδείγματα στη Θεσσαλονίκη οι τολμηρές ιδέες προκύπτουν, οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται, τα απαραίτητα χρήματα κατοχυρώνονται, αλλά τα μικροσυμφέροντα ανθίστανται και δημιουργούν προσκόμματα και καθυστερήσεις στις παρεμβάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση όσοι αντιδρούν κοιτούν το πολύ μέχρι την άκρη της μύτης τους και με χρονικό ορίζοντα τριών έως έξι μηνών. Διότι η λειτουργία του Μετρό και η αποδεδειγμένη, πλέον, αποδοχή του από όσους κινούνται στη Θεσσαλονίκη, συνιστά μοναδική ευκαιρία για την συνολική αναβάθμιση του ιστορικού κέντρου της πόλης σε επίπεδο δημοσίων υποδομών και τη συνακόλουθη αύξηση των αξιών, των υπεραξιών και των επενδυτικών δυνατοτήτων. Μια θετική προοπτική την οποία έχουν εντοπίσει και ενστερνίζονται εμπράκτως οι επαγγελματίες -για παράδειγμα- του τουρισμού και της φιλοξενίας, που επενδύουν συνεχώς, συμβάλλοντας στη βελτίωση του αστικού περιβάλλοντος.
Όλα αυτά προϋποθέτουν τη μείωση του αποτυπώματος των αυτοκινήτων στην περιοχή του ιστορικού κέντρου. Η μόνιμη δικαιολογία για την ανεπάρκεια των αστικών συγκοινωνιών δεν μπορεί, πλέον, να σταθεί. Δεν ισχύει διότι, χωρίς το πρόβλημα να έχει πλήρως επιλυθεί, η κατάσταση έχει βελτιωθεί πολύ. Όσοι ευαγγελίζονται την… τελειότητα, δηλαδή την ιδανική διευθέτηση των ζητημάτων που προκύπτουν, απλά επιθυμούν τη στασιμότητα, αλλά δεν τολμούν να το ομολογήσουν. Άλλωστε το καλύτερο θα είναι πάντα εχθρός -και αντίπαλος- του καλού.
ΥΓ. Η σχεδόν ολοκληρωτική πεζοδρόμηση του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης κάποια στιγμή θα επιβληθεί από τις καταστάσεις. Ενδεχομένως με καθυστέρηση δεκαετιών, όπως συνέβη και με άλλες παρεμβάσεις στην πόλη. Μόνο που αυτές οι καθυστερήσεις είναι καθοριστικές για το αποτέλεσμα, καθώς ο στόχος είναι η ανάδειξη της Θεσσαλονίκης σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη, η οποία διατηρεί τα ιστορικά της χαρακτηριστικά. Δυστυχώς στην Ελλάδα το ρητό που λέει ότι «το προβλέπειν είναι καλύτερο του θεραπεύειν» είναι αποδεκτό στη θεωρία, αλλά δεν εφαρμόζεται στην πράξη, αφού στη χώρα η ανατολίτικη νοοτροπία αντιστέκεται επιτυχώς, έναντι του δυτικού ορθολογισμού.