Skip to main content

Η Θεσσαλονίκη το πανέξυπνο παιδί με τις μεγάλες δυνατότητες που στην πράξη μένει στάσιμο

Η ανυπαρξία θεσμικής θωράκισης της μητροπολιτικής Θεσσαλονίκης, οι χωρίς ολιστικό σχέδιο υποδομές και δομές που αφήνουν αναξιοποίητα τα πλεονεκτήματα της περιοχής συνθέτουν την αναπτυξιακή ταφόπλακά της.
Προσθήκη του voria.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Στη Θεσσαλονίκη λίγες φορές βιώσαμε επενδυτικό οίστρο και κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται τουλάχιστον από το αφήγημα που καλλιεργεί η εκάστοτε εξουσία, τοπική και κεντρική, για την πόλη κι από την ιδέα που έχουμε όλοι οι πολίτες για τις δυνατότητές της.

Μου θυμίζει εκείνο το σχολικό «το παιδί σας είναι πανέξυπνο, έχει μεγάλες δυνατότητες, αλλά...». Αλλά στην πράξη από όλα αυτά δεν παράγεται το προσδοκώμενο και επιθυμητό αποτέλεσμα. Ούτε για το παιδί, ούτε για τη Θεσσαλονίκη.

Αφήνουμε το παιδί και πιάνουμε τη Θεσσαλονίκη. Οι αιτίες που αυτό γίνεται (δεν συμβαίνει... γίνεται) είναι πολλές. Μεταξύ αυτών υπάρχει κι ένα θέμα εμπιστοσύνης σε επίπεδο κοινωνίας, επενδυτών και συνολικά ιδιωτικού τομέα. Η οποία έχει στο επίκεντρό της την αδυναμία θωράκισης της πόλης και του νομού, τόσο σε θεσμικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο υποδομών. Που είναι θέματα της Πολιτείας.

Λαμπρά μυαλά, εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό, μεγάλες δυνατότητες, κομβική γεωπολιτική θέση... Όλα τα έχει η Θεσσαλονίκη του μυαλού μας. Φυγή των καλύτερων, απουσία εξειδικευμένου προσωπικού, περιορισμένες προοπτικές, υστέρηση στον ανταγωνισμό, δείχνουν οι μελέτες και τα δεδομένα.

Εκεί πρέπει να ισορροπήσει η Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη του μυαλού μας και στη Θεσσαλονίκη της πραγματικότητας. Οι αντιφάσεις είναι πολλές. Υπάρχει όμως πάντα η χρυσή τομή. Κι αυτή είναι θέμα σύγκλισης της θεωρητικής Θεσσαλονίκης με τη Θεσσαλονίκη της πράξης.

Για να θωρακιστεί η Θεσσαλονίκη σε πρώτη φάση πρέπει να έχει συγκεκριμένο αναπτυξιακό σχέδιο. Να μπει δηλαδή φανερά στον ανταγωνισμό με τις άλλες πόλεις, εντός και εκτός χώρας, και να δει πού βρίσκεται και τι μπορεί και πρέπει να διεκδικήσει για το αύριο. Αυτό απουσιάζει. Και απουσιάζει επειδή μπορεί κάθε περιοχή της Θεσσαλονίκης (σε επίπεδο μητρόπολης, δηλαδή νομού) να έχει σχέδιο διοικητικών ορίων. Αλλά, επειδή όλη η περιοχή συνδέεται, θα έπρεπε να έχει ολοκληρωμένο συνεκτικό σχέδιο με συγκεκριμένες προβλέψεις, που να αξιοποιούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και τις δυνατότητες κάθε περιοχής, λαμβάνοντας τελικά την υπεραξία τους, σε όφελος του όλου, δηλαδή του νομού. Δεν το έχει.

Θα το είχε εάν είχε θωρακιστεί θεσμικά ως μητρόπολη, με συγκεκριμένη διακυβέρνηση, με συγκεκριμένο σχέδιο, πάνω στο οποίο «κουμπώνουν» όλα τα επιμέρους σχέδια δήμων, φορέων, κυβέρνησης κτλ. Ο κατακερματισμός και η αποσπασματικότητα έχουν ως αποτέλεσμα να χάνονται τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και όταν αξιοποιούνται οι προσδοκίες να αποδεικνύονται υπερφίαλες. Κάπως έτσι δεν συναντώνται ποτέ η Θεσσαλονίκη του μυαλού μας με τη Θεσσαλονίκη της πραγματικότητας.

Ένα παράδειγμα που είναι θετικό είναι οι αναπλάσεις. Εκεί όπου υπάρχει ένα συνεκτικό και ολιστικής προσέγγισης σχέδιο για όλα τα αστικά κέντρα του νομού Θεσσαλονίκης αποδεικνύεται ότι υπηρετείται το όραμα της ανάπτυξης. Το πρόγραμμα Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης είναι η απόδειξη για το πώς μπορούμε να αλλάξουμε τα δεδομένα σε επίπεδο εικόνας και λειτουργίας, σε πρώτη φάση των αστικών κέντρων. Αν προχωρήσουν και τα άλλα αντίστοιχα προγράμματα για τις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές, τότε θα έχουμε ακόμα καλύτερα αποτελέσματα.

Στον αντίποδα, απέναντι στη γνωστή υστέρηση της περιφέρειας του νομού έναντι του πολεοδομικού συγκροτήματος, δεν έχουμε καμιά πρωτοβουλία για έναν αναπτυξιακό σχεδιασμό. Ούτε σε επίπεδο υποδομών, ούτε σε επίπεδο δομών. Μοιάζει όλοι να ενισχύουν την ενδονομαρχιακή ανισότητα, που είναι χτυπητή πια. Τόσο, όσο χτυπητή ήταν η επί δεκαετίες υστέρηση στην οποία υποβλήθηκε η λεγόμενη «δυτική Θεσσαλονίκη» έναντι του κέντρου και της ανατολικής. Αυτό διορθώνεται τα τελευταία -αρκετά πλέον- χρόνια, διότι η κοινωνική πίεση ανάγκασε τη διοίκηση κάθε βαθμού να ρίξει την προσοχή της εκεί. Κι ενώ έχουμε αυτό το παράδειγμα, κάνουμε τα ίδια ανάμεσα στο μεγαλύτερο μέρος της Β' Θεσσαλονίκης έναντι της Α'.  Δηλαδή δημιουργούνται συνθήκες ανισότητας και ανισόρροπης ανάπτυξης.

Οι δυνατότητες της εκτός πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης είναι εκεί. Τις έχουν διαπιστώσει και καταγράψει όλοι, αλλά δεν κάνουν το παραμικρό για να τις αξιοποιήσουν. Κίνητρα για επενδύσεις; Μηδέν. Υποδομές και δομές του Δημοσίου; Ελάχιστα πράγματα. Αναπτυξιακό σχέδιο; Ανύπαρκτο.

Να καλύψουμε την υστέρηση και τα ζητήματα του πολεοδομικού συγκροτήματος και της δυτικής Θεσσαλονίκης, αλλά να ρίξουμε και το βλέμμα μας στην περιφέρεια του νομού. Γιατί έτσι όπως το πηγαίνουμε τα χρόνια περνούν, τα πλεονεκτήματα χάνονται και οι δυνατότητες περιορίζονται γιατί ο κόσμος αλλάζει και προχωρά κι εμείς μένουμε στάσιμοι. Ακριβώς επειδή δεν έχουμε σχέδιο.

Ποιος θα το κάνει αυτό το σχέδιο; Εδώ μπαίνει ξανά το θέμα της θεσμικής θωράκισης. Μητροπολιτική διακυβέρνηση γιοκ και στον νέο νόμο για την Αυτοδιοίκηση. Διάθεση για συνταγματική κατοχύρωση νέου βαθμού Αυτοδιοίκησης ανύπαρκτη, όπως φαίνεται. Ο κόσμος λοιπόν θα προχωρά κι εμείς θα μένουμε στάσιμοι, όσο κι αν αυτό ενοχλεί όλους μας. Οι ευθύνες είναι δεδομένες και συγκεκριμένες.

Την ανάγκη για θεσμική θωράκιση, για αναπτυξιακό σχέδιο, για σύγκλιση (όπως αυτή που ανακοίνωσε ως το μεγάλο αναπτυξιακό όραμα της κυβέρνησης για την Ελλάδα συνολικά ο κ. Σκέρτσος προ διετίας από το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης) δεν μπορεί να την παραβλέψει όμως κανείς. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα έρθει στο προσκήνιο ως κοινωνικό αίτημα, ειδικά από τη στιγμή που τα σύγχρονα προβλήματα την επιβάλλουν ακόμα πιο επιτακτικά. Η εξάντληση των ορίων του πολεοδομικού συγκροτήματος είναι ικανή να προκαλέσει σημαντικές ανακατατάξεις. Δεν υπάρχει χώρος για τίποτα πια. Ενώ υπάρχει άπλετος χώρος στην περιφέρεια. Και δεν αρκεί να κλαίμε πάνω από τα νούμερα που καταδεικνύουν την πληθυσμιακή συρρίκνωση της περιφέρειας, λόγω των γνωστών ελλείψεων. Χρειάζεται να ξαναδούμε τον χώρο με πιο ανοιχτή ματιά.

Το εκρηκτικό στεγαστικό θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να βελτιωθεί με προγράμματα κατοικίας στην περιφέρεια του νομού Θεσσαλονίκης. Αλλά για να είναι επιτυχημένα αυτά τα προγράμματα πρέπει να είναι προετοιμασμένη να τα δεχτεί η περιφέρεια. Και δεν είναι. Δεν έχει τις δομές και τις υποδομές για να υποδεχθεί νέους κατοίκους. Όπου υπήρχε αυτή η δυνατότητα και τα πλεονεκτήματα ήταν περισσότερα από τα μειονεκτήματα, τα αποθέματα εξαντλήθηκαν γρήγορα. Για παράδειγμα σε Θέρμη και Εύοσμο και έπεται το Ωραιόκαστρο. Δείγματα της έντασης της ανάγκης που υπάρχει στην κοινωνία. Τα ενοίκια και οι τιμές αγοράς κατοικίας έφτασαν και ξεπέρασαν μέσα σε λίγα χρόνια εκείνα του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Κάτι δείχνει αυτό. Αν μη τι άλλο δείχνει τον δρόμο για τη συνέχεια. Όπως τον δείχνουν οι εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων και οι όποιες νέες επενδύσεις.

Αν συνεχιστεί η πολιτική της ανισόρροπης ανάπτυξης και της αύξησης του χάσματος που χωρίζει Α' και Β' Θεσσαλονίκη θα φτάσουμε πολύ γρήγορα σε αδιέξοδο. Πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και αναπτυξιακό.

Κι αυτό το αδιέξοδο όχι μόνο δεν επιτρέπει αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων και των δυνατοτήτων, αλλά αντίθετα θα φέρει κοινωνικές εντάσεις και διχασμούς, θα φέρει υστέρηση και στην καλύτερη περίπτωση στασιμότητα, δηλαδή περαιτέρω υποβάθμιση.

Με την πίεση των προβλημάτων ο δρόμος είναι μονής κατεύθυνσης: Η Πολιτεία πρέπει να κάνει το επόμενο βήμα άμεσα. Να σχεδιάσει το μέλλον της Θεσσαλονίκης, αντιμετωπίζοντας τον μητροπολιτικό χώρο ως ενιαίο. Να δημιουργήσει υποδομές και δομές εκτός πολεοδομικού συγκροτήματος, να δώσει κίνητρα για επενδύσεις και να παρασύρει τον ιδιωτικό τομέα. Να δώσει κίνητρα εγκατάστασης πληθυσμού, να αξιοποιήσει το απόθεμα γης (που στο πολεοδομικό συγκρότημα είναι ανύπαρκτο) και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής ώστε η περιοχή να γίνει ελκυστική για κάθε πολίτη και για το μέλλον του, δηλαδή για τα παιδιά του.

Κι επιτέλους να υιοθετήσει ένα νέο μοντέλο διοίκησης συνολικά του νομού, ακόμα κι αν αυτό χρειάζεται να γίνει από το... παράθυρο, αφού την πόρτα την κλείνει η ίδια η Πολιτεία. Είναι κάτι που δεν μπορεί να περιμένει, διότι ο κόσμος τρέχει κι εμείς απλά τον βλέπουμε να τρέχει και μπουσουλάμε πίσω από τα παλιά και τα νέα προβλήματα.