Skip to main content

Η Θεσσαλονίκη πορεύεται χωρίς σχέδιο εδώ και δεκαετίες - Μια πρώτη αχτίδα φωτός...

Το πολεοδομικό συγκρότημα χωρίς στρατηγικό χωρικό σχέδιο βαδίζει δίχως πυξίδα, δίχως συντονισμό και με ασύνδετες παρεμβάσεις, που σε πολλές περιπτώσεις δημιουργούν αντί να λύνουν προβλήματα

Η φράση ότι «η Θεσσαλονίκη πορεύεται χωρίς σχέδιο», μπορεί να φαντάζει υπερβολική, όμως κάπως έτσι είναι τα πράγματα κι αυτό δεν το λέει μόνο ο κόσμος, η Αυτοδιοίκηση ή ορισμένοι που θέλουν να βλέπουν το ποτήρι μισοάδειο. Είναι κοινή πεποίθηση των επιστημόνων και του τεχνικού κόσμου της περιοχής, οι οποίοι βλέπουν τις στρεβλώσεις που δημιουργούνται εξαιτίας της ανυπαρξίας στρατηγικού χωρικού σχεδιασμού.

Χωρίς ρυθμιστικό σχέδιο ή σωστότερα με το ρυθμιστικό του 1985, που πλέον είναι ιστορικής και μόνο αξίας, και μόνο με τους σχεδιασμούς των δήμων και ένα Περιφερειακό Χωρικό Πλαίσιο, δημιουργούνται πάρα πολλά ζητήματα, τα οποία έχουν άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα των πολιτών, στη λειτουργία του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος, ακόμα και στον προγραμματισμό και την υλοποίηση των σημαντικών υποδομών. Κι αυτά τα ζητήματα υποθηκεύουν και το μέλλον της Θεσσαλονίκης, αφού αντί να εντάσσονται σε ένα ενιαίο πολυπαραμετρικό πλαίσιο, που θα εξετάζει τις επιπτώσεις και τις ωφέλειες από κάθε μείζονα (και όχι μόνο) παρέμβαση στην πόλη, αντί να υπόκεινται σε κανόνες και σε ένα κοινό σχέδιο ή και όραμα για τη Θεσσαλονίκη των επόμενων χρόνων, ουσιαστικά οδηγούν σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, χωρίς να αντιμετωπίζουν την πόλη ως ένα ενιαίο σύνολο με συγκεκριμένες ανάγκες, με αλληλεπίδραση, με παρεμβάσεις που πρέπει να συνδέονται και να συμπληρώνονται κι όχι να συγκρούονται μεταξύ τους ή να λύνουν προβλήματα σε μια περιοχή, δημιουργώντας άλλα σε άλλη.

«Η ανυπαρξία στοιχειώδους, θεσμικά κατοχυρωμένου δομικού σχεδιασμού είναι απολύτως ασύμβατη με οποιαδήποτε αρχή αναπτυξιακού σχεδιασμού, αλλά και πλήρως απαξιωτική για το δεύτερο μεγαλύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της Ελλάδας», ανέφερε το Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας στο περσινό υπόμνημά του στον πρωθυπουργό, που ετησίως παραδίδεται τις μέρες της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.

Η αναγκαία δομή

Το ΤΕΕ/ΤΚΜ, που εκπροσωπεί τον τεχνικό κόσμο, επιμένει πάρα πολύ όχι τώρα, αλλά τα τελευταία αρκετά χρόνια στη δημιουργία μια δομής, που θα επωμιστεί αυτή τη δουλειά του στρατηγικού χωρικού σχεδιασμού. Μιας δομής στην πόλη. Διότι μετά την κατάργηση του Οργανισμού Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης (ασχέτως αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί), ουσιαστικά η μόνη δομή που ασχολείται με αυτόν τον σχεδιασμό είναι ένα τμήμα στην Αθήνα, το οποίο είναι στελεχωμένο με οχτώ ή εννέα άτομα προσωπικό και εξετάζει θεμελιώδη ζητήματα για τη Θεσσαλονίκη εξ αποστάσεως...

«Ο μητροπολιτικός σχεδιασμός της Θεσσαλονίκης αδυνάτισε», λέει κομψά ο πρόεδρος του ΤΕΕ/ΤΚΜ, Γιώργος Τσακούμης. Και πώς να μην αδυνατίσει, όταν από την κατάργηση του ΟΡΘ τον ρόλο του κλήθηκε να παίξει ένα απλό τμήμα με έδρα την Αθήνα, ελεγχόμενο από το αρμόδιο υπουργείο; Η πολιτική βούληση ήταν να ελέγχεται ο χωρικός σχεδιασμός από την κεντρική διοίκηση, από το υπουργείο. Κάτι που δεν είναι αναγκαστικά αρνητικό. Εξάλλου και ο ΟΡΘ στο υπουργείο υπαγόταν. Αυτό που είναι αρνητικό είναι ότι εδώ και πολλά χρόνια η Θεσσαλονίκη δεν έχει ρυθμιστικό σχέδιο.

«Η Θεσσαλονίκη βίωσε τις αλλαγές των τελευτών δυο δεκαετιών και προγραμμάτισε το μέλλον της με το παρωχημένο ρυθμιστικό σχέδιο του 1985, ενώ από το 2014, οπότε αποσύρθηκε από την ψηφοφορία στη Βουλή η αναθεώρησή του (που σημειωτέον είχε ανατεθεί το 2007), χωρίς πυξίδα. Εν τω μεταξύ σχεδιάζονται και υλοποιούνται έργα, παρεμβάσεις και δράσεις μεγάλης κλίμακας, αλλά και μικρότερα, χωρίς συντονισμό και σύνδεση», αναφέρει το ΤΕΕ/ΤΚΜ.

Τα αποτελέσματα αυτής της πολύχρονης πια ελλειμματικής κατάστασης φαίνονται στην καθημερινότητα. Μεγάλα έργα, όπως το Flyover ή ακόμα και το υπό δημιουργία ThessIntec και πλήθος άλλων, που επηρεάζουν συνολικά την πόλη και τη λειτουργία της, υλοποιούνται όπως ακριβώς το περιγράφει το ΤΕΕ/ΤΚΜ, χωρίς πυξίδα. Χωρίς δηλαδή να εντάσσονται σε ένα γενικότερο πλαίσιο κανόνων και σε ένα συνολικό σχέδιο, που θα βοηθούσε να περιοριστούν οι επιπτώσεις και να κερδίσει η πόλη και η ευρύτερη περιοχή από την υπεραξία τους.

Το ολιγομελές Τμήμα Μητροπολιτικού Σχεδιασμού είναι ξεκάθαρο για τους τοπικούς φορείς ότι δεν μπορεί να επιτελέσει τον ρόλο του στο βαθμό που θα μπορούσε μια δομή με αποφασιστικές αρμοδιότητες και με ακριβή γνώση των αναγκών και του ίδιου του πολεοδομικού συγκροτήματος.

Γι' αυτό εξάλλου, το πάγιο αίτημα του τεχνικού κόσμου όλα αυτά τα χρόνια είναι να συσταθεί μια Ειδική Γραμματεία, ώστε το συγκεκριμένο τμήμα να αναβαθμιστεί σε διεύθυνση και να ασχοληθεί άμεσα με τη σύνταξη νέου Στρατηγικού Χωρικού Σχεδίου για το πολεοδομικό συγκρότημα.

Ειδικό Παράρτημα το πρώτο βήμα

Η πρόταση αυτή έπεσε μέχρι σήμερα στο κενό. Αντί αυτού προχώρησε η εκπόνηση ειδικού παραρτήματος του Περιφερειακού Χωρικού Πλαισίου, από άμισθη ομάδα εργασίας, στην οποία συμμετέχει επαρκής αριθμός επιστημόνων και το ερχόμενο καλοκαίρι θα πάρουμε μια πρώτη εικόνα της δουλειάς που έγινε. Είναι ένα βήμα, που δεν πρέπει να το παραβλέψει κανείς.

Μητροπολιτικό Σχέδιο μπορεί να μην έχει ή να αποκτήσει η Θεσσαλονίκη, όμως με το συγκεκριμένο παράρτημα προκύπτει μια αχτίδα φωτός...

Η Θεσσαλονίκη στερείται στρατηγικού σχεδιασμού και κατευθυντήριων γραμμών. Ούτε προτεραιότητες δεν μπορεί να βάλει κι αυτό δεν μπορεί ούτε τις κυβερνήσεις να βοηθήσει, ώστε να διαθέσουν τους διαθέσιμους πόρους εκεί που πρέπει στο χρόνο που πρέπει, τονίζουν χωροτάκτες.

Σήμερα όλα σχεδιάζονται απομονωμένα και ασύνδετα. Το μέλλον της Θεσσαλονίκης σχεδιάζεται με αυτό τον τρόπο. Κι όταν λέμε όλα εννοούμε από το κυκλοφοριακό σε σχέση με τις χρήσεις γης, την οργάνωση του χώρου, τις κατευθύνσεις της ανάπτυξης, τα διαδημοτικά και υπερτοπικά έργα, την επέκταση της κατοικίας, την αξιοποίηση των στρατοπέδων, μέχρι και τις ανάγκες και τα έργα πρασίνου.

«Η πόλη όμως είναι ένα σώμα και πρέπει να έχει στρατηγικό σχέδιο. Να λειτουργεί και να αναπτύσσεται ως ένα σώμα. Πετύχαμε ένα παράρτημα, που το καλοκαίρι θα έχει αποτέλεσμα. Κάναμε το πρώτο βήμα. Μπορούμε και πρέπει να κάνουμε όλοι μαζί και τα επόμενα βήματα», επισημαίνει ο κ. Τσακούμης.