Σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της γαστρεντερολογίας έχουν εξελιχθεί τα Ιδιοπαθή Φλεγμονώδη Νοσήματα του Εντέρου (ΙΦΝΕ). Ελκώδης κολίτιδα και η νόσος του Crohn, τα αυτοάνοσα νοσήματα που προκαλούν χρόνια φλεγμονή του πεπτικού σωλήνα επηρεάζουν όχι μόνο τη γενική υγεία, αλλά και την κοινωνική ζωή των ασθενών.
Παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στη διάγνωση και στη διαχείριση των ασθενών, για τα ΙΦΝΕ δεν έχει επιτευχθεί ίαση. Ωστόσο, με την έγκαιρη αντιμετώπιση και την κατάλληλη αγωγή μπορεί να επιτευχθεί μακροχρόνια ύφεση, κάτι που βελτιώνει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών.
Απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που σχετίζονται με τα ΙΦΝΕ δίνει μιλώντας στη Voria.gr η Όλγα Γιουλεμέ, καθηγήτρια Γαστρεντερολογίας στο ΑΠΘ, υπεύθυνη του Γαστρεντερολογικού – Ηπατολογικού τμήματος στη Β’ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική του Ιπποκράτειου νοσοκομείου Θεσσαλονίκης.
Μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα ΙΦΝΕ; Σε ποια ιατρική ειδικότητα θα πρέπει να απευθυνθούν οι ασθενείς;
Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μεγάλη πρόοδος στη διάγνωση και στη διαχείριση των ασθενών με ΙΦΝΕ. Έχουμε πλέον στη διάθεσή μας αρκετά φάρμακα για την αντιμετώπιση αυτών των νοσημάτων με ικανοποιητική αποτελεσματικότητα. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα νοσήματα αυτά, ως χρόνια αυτοάνοσα νοσήματα, δεν θεραπεύονται πλήρως. Στόχος των θεραπειών είναι η επίτευξη μακροχρόνιας ύφεσης της νόσου, η αποτροπή της εξέλιξής της και η ομαλοποίηση της ποιότητας ζωής των ασθενών.
Υπεύθυνοι για τη διαχείριση-παρακολούθηση των ασθενών με ΙΦΝΕ είναι οι γαστρεντερολόγοι.
Πόσο καθοριστική είναι η έγκαιρη παρέμβαση και θεραπευτική αντιμετώπιση για την αποτροπή εξέλιξης της νόσου και την επίτευξη μακροχρόνιας ύφεσης;
Τα ΙΦΝΕ είναι χρόνια νοσήματα του πεπτικού σωλήνα, που αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα και αποτελεσματικά μπορεί να οδηγήσουν σε μόνιμες βλάβες του λεπτού (ν.Crohn) και του παχέος εντέρου (ν.Crohn, ελκώδης κολίτιδα), με αποτέλεσμα αυξημένη νοσηρότητα, αυξημένη ανάγκη νοσηλειών και χειρουργείων. Η έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση θα αποτρέψει ή θα επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου και τις επιπλοκές που αυτή συνεπάγεται.
Πώς μπορεί κανείς να επιτύχει καλύτερη διαχείριση των νοσημάτων, για να έχει καλύτερη ποιότητα ζωής;
Ο κυριότερος παράγοντας που επηρεάζει τη διαχείριση των ΙΦΝΕ είναι η καλή συνεργασία θεράποντα ιατρού και ασθενή. Ο ασθενής πρέπει να επιλέξει έναν γαστρεντερολόγο που ασχολείται με τα ΙΦΝΕ και να ακολουθεί τις οδηγίες του, να συμμορφώνεται με τη φαρμακευτική αγωγή και την παρακολούθησή του. Από τη μεριά του ο θεράπων ιατρός είναι σημαντικό να αφιερώνει αρκετό χρόνο στον ασθενή, να εξηγεί τις θεραπευτικές επιλογές-παρεμβάσεις και να παρακολουθεί τον ασθενή σε τακτά χρονικά διαστήματα ανάλογα με την περίπτωση.
Τι θα πρέπει να προσέξουν ασθενείς με συνοδά νοσήματα;
Τα ΙΦΝΕ εμφανίζονται συνήθως σε νεαρή ηλικία. Οι ασθενείς αυτοί όμως μεγαλώνουν και στη διάρκεια της ζωής τους μπορεί να αποκτήσουν και άλλα νοσήματα. Άλλωστε, πολλοί ασθενείς με ΙΦΝΕ, ανεξαρτήτως ηλικίας, εμφανίζουν συγχρόνως και άλλα αυτοάνοσα νοσήματα. Αυτό που πρέπει να κάνουν οι ασθενείς είναι να ενημερώνουν τον θεράποντα ιατρό για οποιαδήποτε αλλαγή στην υγεία τους, καθώς για την έναρξη - χρήση άλλων φαρμάκων για συνοδά νοσήματα, προκειμένου ο ιατρός να τροποποιήσει αναλόγως τη θεραπευτική αγωγή για τα ΙΦΝΕ.
Τι ισχύει για τους ηλικιωμένους ασθενείς;
Όπως είπαμε και παραπάνω, τα ΙΦΝΕ εμφανίζονται συνήθως σε νεαρή ηλικία, ενώ είναι σπανιότερα σε ηλικιωμένους. Ωστόσο, επειδή είναι χρόνια νοσήματα που δεν επηρεάζουν την επιβίωση των ασθενών, οι ασθενείς αυτοί γηράσκουν και επομένως με τα χρόνια αυξάνεται ο αριθμός των ηλικιωμένων με ΙΦΝΕ. Η πορεία της νόσου στους ηλικιωμένους είναι η ίδια με τους νεότερους ηλικιακά ασθενείς. Η διαφορά είναι ότι οι ηλικιωμένοι έχουν συνήθως συνοδά νοσήματα και λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή για αυτά και επομένως ο θεράπων ιατρός πρέπει να κάνει πιο στοχευμένες θεραπευτικές επιλογές βασιζόμενος στην αποτελεσματικότητα αλλά και στη ασφάλεια των φαρμάκων.
Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η διατροφή στην διαχείριση της νόσου;
Γενικώς η διατροφή δεν επηρεάζει την πορεία της νόσου. Αυτό σημαίνει πως δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη συγκεκριμένης δίαιτας που να επιφέρει ύφεση σε ασθενείς με έξαρση ή το αντίστροφο. Ωστόσο, οι ασθενείς με έξαρση της νόσου πρέπει να αποφεύγουν συγκεκριμένες τροφές, όπως φυτικές ίνες (ξηροί καρποί, όσπρια, προϊόντα ολικής άλεσης, ωμά λαχανικά, φρούτα με τον φλοιό) και τροφές πλούσιες σε λίπη, καθώς αυτές δύνανται να επιδεινώσουν τα συμπτώματα.
Επίσης δεν προτείνεται συγκεκριμένη δίαιτα σε ασθενείς στους οποίους η νόσος είναι σε ύφεση. Επομένως οι ασθενείς αυτοί μπορούν να τρέφονται ελεύθερα.
Υπάρχουν επιβαρυντικοί παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία των ΙΦΝΕ, όπως το αλκοόλ και το κάπνισμα;
Από τους περιβαλλοντολογικούς παράγοντες, το κάπνισμα έχει συσχετισθεί με την πορεία της νόσου στα ΙΦΝΕ.
Ειδικότερα, σε ασθενείς με νόσο Crohn έχει αποδειχθεί ότι το κάπνισμα επηρεάζει αρνητικά την πορεία της νόσου, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα της θεραπείας και αυξάνοντας τον κίνδυνο υποτροπών και επιπλοκών της νόσου. Συνεπώς στους ασθενείς με ν.Crohn συστήνεται η διακοπή του καπνίσματος.
Σε ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα το κάπνισμα δεν επηρεάζει αρνητικά την πορεία της νόσου. Αντίθετα, υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι σε ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα η διακοπή του καπνίσματος μπορεί να οδηγήσει σε υποτροπή της νόσου. Ωστόσο, προφανώς δεν συστήνεται η συνέχιση του καπνίσματος, γιατί υπάρχουν πολλές μελέτες που δείχνουν ότι το κάπνισμα συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου σε ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα.
Επηρεάζουν τα ΙΦΝΕ τη γονιμότητα και τι επιπτώσεις μπορεί να έχουν στις περιπτώσεις εγκυμοσύνης;
Η γονιμότητα σε ασθενείς με ΙΦΝΕ είναι γενικά καλή και δεν διαφέρει από τον γενικό πληθυσμό. Η ενεργή νόσος σχετίζεται με παροδικά μειωμένη γονιμότητα σε γυναίκες και άντρες και η πιθανότητα σύλληψης είναι μεγαλύτερη όταν η νόσος είναι σε ύφεση. Μειωμένη γονιμότητα παρουσιάζει μικρός αριθμός ασθενών με ΙΦΝΕ, όπως για παράδειγμα ασθενείς με ν. Crohn και επιπλεγμένη φλεγμονή στην πύελο και ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε επεμβάσεις στην πύελο.
Η εγκυμοσύνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υποτροπής ή επιδείνωσης της ασθένειας σε ασθενείς με ΙΦΝΕ, ειδικά εάν η νόσος είναι ενεργή κατά τη σύλληψη. Επιπρόσθετα, ο κίνδυνος για δυσμενή συμβάματα στην κύηση, όπως αποβολές, πρόωρος τοκετός ελλιποβαρή νεογνά, αυξάνεται όταν οι ασθενείς είναι σε έξαρση. Έτσι η σύσταση προς τις γυναίκες με ΙΦΝΕ που θέλουν να τεκνοποιήσουν είναι ο σωστός προγραμματισμός της κύησης και η σύλληψη κατά την περίοδο που η νόσος είναι σε ύφεση. Τέλος, όσον αφορά τη φαρμακευτική αγωγή, τα περισσότερα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία των ΙΦΝΕ είναι ασφαλή και μπορούν να συνεχισθούν στη διάρκεια της κύησης.
Πόσο συχνή πρέπει να είναι η επικοινωνία των ασθενών με τον γιατρό τους;
Οι ασθενείς πρέπει να κατανοήσουν ότι έχουν ένα χρόνιο νόσημα για το οποίο πρέπει να είναι σε άριστη συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό, να λαμβάνουν αδιαλείπτως τη φαρμακευτική τους αγωγή και να προσέρχονται στα προγραμματισμένα ραντεβού παρακολούθησής τους. Η συχνότητα της επικοινωνίας με τον ιατρό εξατομικεύεται ανάλογα με τη βαρύτητα και την πορεία της νόσου κάθε ασθενή. Απαραίτητη κρίνεται η επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό όταν εμφανίζονται νέα συμπτώματα ή παρενέργειες από τη χορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή.
Από την εμπειρία σας, πόσο εκτιμάτε ότι τα ΙΦΝΕ επηρεάζουν τις σχέσεις των ασθενών με τους άλλους ανθρώπους και πόσο οι θεραπείες μπορούν να βοηθήσουν σε αυτόν τον τομέα;
Τα ΙΦΝΕ επηρεάζουν σε κάποιο βαθμό τις σχέσεις των περισσότερων ασθενών με τους άλλους ανθρώπους και την κοινωνικότητά τους. Αυτό βέβαια εξαρτάται από τη βαρύτητα της νόσου και τη συμπτωματολογία των ασθενών. Γενικά οι περισσότεροι ασθενείς όταν βρίσκονται σε έξαρση μειώνουν τις κοινωνικές τους συναναστροφές. Οι λόγοι είναι πολλοί, με κυριότερους την ανασφάλεια και το άγχος για άμεση πρόσβαση στην τουαλέτα, την κακουχία της νόσου που αναστέλλει τη επιθυμία για συναναστροφές, καθώς και την κατάθλιψη που συχνά βιώνουν. Οι θεραπείες μπορούν να βοηθήσουν σε αυτόν τον τομέα επιφέροντας ύφεση και καθιστώντας τον ασθενή ασυμπτωματικό και υγιή, επαναφέροντάς τον με ασφάλεια στις καθημερινές του δραστηριότητες.

Η Όλγα Γιουλεμέ είναι καθηγήτρια Γαστρεντερολογίας στο ΑΠΘ, υπεύθυνη του Γαστρεντερολογικού – Ηπατολογικού τμήματος στη Β’ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική του Ιπποκράτειου νοσοκομείου Θεσσαλονίκης
*Η παρουσίαση πραγματοποιείται με την ευγενική υποστήριξη της Johnson & Johnson Innovative Medicine Ελλάδος, στο πλαίσιο της ευαισθητοποίησης για τα Ιδιοπαθή Φλεγμονώδη Νοσήματα του Εντέρου.