Πρώην γενικός οικονομικός επιθεωρητής Βορείου Ελλάδας κατηγορείται ότι χρηματιζόταν για να μειώνει πρόστιμα και να μην κάνει ελέγχους, επί μια10ετία. Εις βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για «εκβίαση» και «νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές ενέργειες», σε βαθμό κακουργήματος, με παραγγελία του εισαγγελέας εγκλημάτων διαφθοράς Θεσσαλονίκης Αχιλλέα Ζήση.
Από το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών προέκυψε ότι ο επιθεωρητής και πρώην προιστάμενος Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου- ΔΟΥ, κατείχε χρηματικά ποσά άνω των 600.000 ευρώ που δεν δικαιολογούνταν από τα εισοδήματα του. Επίσης στα περιουσιακά του στοιχεία περιλαμβάνονται ακίνητα σε Ελλάδα και Κύπρο και η συμμετοχή του σε υπεράκτια εταιρεία (off shore).
Ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε από την κατηγορία της «δωροληψίας», καθώς το συγκεκριμένο αδίκημα ήταν σε βαθμό πλημμελήματος και παραγράφηκε. Για τα κακουργήματα η δικογραφία διαβιβάστηκε στην ειδική ανακρίτρια εγκλημάτων διαφθοράς για τα περαιτέρω ενώ σ' αυτήν επισυνάπτεται επιβαρυντικό πόρισμα της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων του υπουργείου Οικονομικών.
Από την έρευνα προέκυψε ότι: Ο οικονομικός επιθεωρητής κατηγορείται πως έπαιρνε ποσοστό, της τάξεως του 20%, από επιχειρήσεις της Βόρειας Ελλάδας, σε Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Κομοτηνή κι άλλες πόλεις, για να μειώνει πρόστιμα και να έχουν ευνοϊκή αντιμετώπιση όσοι επιχειρηματίες βεβαιώνονταν ως παραβάτες κατά τη διάρκεια ελέγχων.
Σύμφωνα με δικαστική πηγή, περίπου 20 επιχειρηματίες έχουν καταθέσει ότι πλήρωσαν ποσά 10-20 χιλιάδων ευρώ, ενώ εκτιμάται ότι ανάλογα έπραξαν σχεδόν 40-50 επιχειρήσεις σε Μακεδονία και Θράκη. Τα αδικήματα τελέστηκαν, επί μια δεκαετία, πριν το 2013 όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ενώ η έρευνα ξεκίνησε ύστερα από καταγγελία επιχειρηματία που δήλωσε ότι έπεσε θύμα εκβιασμού.
Ο κατηγορούμενος φέρεται ότι αρνήθηκε τις κατηγορίες, κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας, υποστηρίζοντας ότι η περιουσία του αποκτήθηκε νόμιμα από την έμμισθη εργασία του, και μόνο.