Η πανδημία μοιάζει να εξελίσσεται σε ψηφιακό επιταχυντή για το ελληνικό εμπόριο αναδεικνύοντας την επιτακτική ανάγκη διαδικτυακής λειτουργίας των επιχειρήσεων, παράλληλα με το φυσικό τους χώρο. Σε αυτή την πρόκληση πρέπει να απαντήσουν οι επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης καθώς όπως εκτιμούν γνώστες του λιανεμπορίου, η αυξητική τάση των ηλεκτρονικών αγορών θα συνεχιστεί με συνέπεια να επιβάλλεται η ηλεκτρονική σύμπλευση των επιχειρήσεων προκειμένου να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις των καταναλωτών.
Η ανάγκη μοιάζει επιτακτική δεδομένου πως κατά τη διάρκεια της πανδημίας οι μικρομεσαίες λιανεμπορικές επιχειρήσεις της Θεσσαλονίκης έμοιαζαν να βρίσκονται έξω από τα νερά τους, καθώς μόλις το 15% αυτών εκτιμάται πως διαθέτει e-shops, με αποτέλεσμα μόνον αυτές να μπορέσουν να μοιραστούν κομμάτι από την ηλεκτρονική πίτα των αγορών και να κατορθώσουν να ανταπεξέλθουν και στο νέο τρόπο αγορών που επέβαλε ο κορωνοϊός, αυτός του click away.
Δεν είναι τυχαίο που την χρονιά που πέρασε μικρές επιχειρήσεις προερχόμενες από διάφορους κλάδους ακόμη και φυτώρια δημιούργησαν ηλεκτρονικά καταστήματα για να έχουν μεγαλύτερη και ευκολότερη διείσδυση στους Θεσσαλονικείς καταναλωτές. Δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις πολύ μικρών επιχειρήσεων που έκλεισαν τα φυσικά τους καταστήματα και δημιούργησαν e-shops, που τελικά όπως λένε οι ιδιοκτήτες τους είναι περισσότερο κερδοφόρα.
Μάλιστα κάποιοι επιχειρηματίες μη διαθέτοντας διαδικτυακά καταστήματα χρησιμοποίησαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως το Instagram και το Facebook προκειμένου να προωθήσουν τα προϊόντα τους και φαίνεται πως ενίσχυσαν τις πωλήσεις τους, κερδίζοντας εν μέρει το στοίχημα, του ηλεκτρονικού εμπορίου.
Πλέον η διδαχή του κορωνοϊού και των απρόβλεπτων συνεπειών της έχει κάνει περισσότερο πρόθυμες και έτοιμες να προχωρήσουν στη ψηφιοποίηση των υπηρεσιών που προσφέρουν τις επιχειρήσεις ανεξαρτήτου μεγέθους.
Όπως πλέον έχουν αντιληφθεί οι έμποροι τα ηλεκτρονικά ψώνια αποτελούν ένα είδος εκτόνωσης για τους καταναλωτές, που όσο και αν προτιμούν να δοκιμάζουν και να βλέπουν δια ζώσης τα είδη που επιλέγουν, φαίνεται να έχουν προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες.
Αναμφίβολα η πληθώρα ηλεκτρονικών καταστημάτων, που το επόμενο διάστημα εκτιμάται πως θα δημιουργηθούν, προκαλεί προβληματισμό στους παραδοσιακούς εμπόρους, που έχουν μάθει στη λειτουργία μόνο σε φυσικά καταστήματα και στις διαπροσωπικές σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ πελάτη και εμπόρου.
Σημαντική αναμένεται η συνεισφορά της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, που στοχεύει να προσφέρει διαδικτυακή παρουσία σε όσες επιχειρήσεις δεν έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν e-shop.
Με ρυθμό +42,7 έτρεξε το e-commerce το 2020
Χαρακτηριστικά της δυναμικής πορείας του ηλεκτρονικού εμπορίου στη χώρα μας είναι τα ποσοστά που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια , με την αγορά να «τρέχει» το 2020 με ρυθμό 42,7%, στα 10,7 δισ. ευρώ, από 5,8 δισ. ευρώ το 2019 (+7% έναντι του 2018) και 2,66 δισ. ευρώ το 2013.
Μάλιστα τον Μάρτιο του 2020, όποτε και επιβλήθηκε το πρώτο lockdown εξαιτίας του κορωνοϊού, ο τζίρος του ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ελλάδα έτρεξε με +307% στους τομείς τροφίμων και φαρμάκων, ενώ τον Μάϊο του 2020, συνολικά η αγορά παρουσίασε θετική μεταβολή της τάξης του 107%.
Τι προσφέρει το ηλεκτρονικό εμπόριο
Το ηλεκτρονικό εμπόριο προσφέρει αδιαμφισβήτητα οφέλη. Επιτρέπει σε μια επιχείρηση να διευρύνει τη διανομή των προϊόντων σε περιοχές που δεν καλύπτονται από το δίκτυο των καταστημάτων της, να κερδίσει μερίδιο αγοράς από ανταγωνιστές με φτωχή ή καθόλου διαδικτυακή παρουσία και να αυξήσει τη διαθεσιμότητα προϊόντων στα καταστήματα της, όταν αυτά είναι σωστά διασυνδεδεμένα.
Επιπροσθέτως, αποτελεί ένα εξαιρετικό κανάλι διοχέτευσης του πλεονάζοντος αποθέματος, κάτι που αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για κάθε λιανέμπορο.
Καταλυτική αναμένεται η συμβολή του προγράμματος ΕΠΑνΕΚ «e-λιανικό», που βρίσκεται στον αέρα και αφορά στην επιχορήγηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων για τη δημιουργία ή την αναβάθμιση ηλεκτρονικού καταστήματος, συνολικού προϋπολογισμού 80 εκατ. ευρώ.
Η επιδότηση φτάνει έως και 5.000 ευρώ για κάθε επιχείρηση ενώ οι ωφελούμενοι αναμένονται σε 16.000 επιχειρήσεις.