Το Μπεζεστένι, από τα πιο γνωστά μνημεία οθωμανικής αρχιτεκτονικής στέκει στην οδό Βενιζέλου, λίγο πιο κάτω από την Εγνατία και αποτελεί τοπόσημο της πόλης με τους έξι χαρακτηριστικούς θόλους και τις τέσσερις εισόδους σε σχήμα σταυρού.
Από τον 15ο αιώνα, οπότε και χτίστηκε, για να στεγάσει καταστήματα υφασμάτων και κοσμημάτων, γνώρισε μεγάλη άνθηση, σήμερα ωστόσο οι λιγοστοί καταστηματάρχες κι οι ακόμη πιο λιγοστοί πελάτες βλέπουν πάνω του τα σημάδια της παρακμής.
Η αρχιτέκτονας Πελαγία Αστρεινίδου-Κωτσάκη, που έχει μελετήσει όσο λίγοι τα Μπεζεστένια και ειδικά αυτό της Θεσσαλονίκης, εξηγεί στη Voria.gr, ότι ο χώρος δεν ήταν μονό μια κλειστή αγορά για εξαιρετικής ποιότητας υφάσματα. «Ήδη από τα πρώτα χρόνια που χτίστηκε, φιλοξενούσε καταστήματα χρυσαφικών, αλλά και θυρίδες για πολύτιμα έγγραφα, συμβόλαια, κ.ά., που άφηναν εκεί διάφοροι πολίτες. Ήταν σαν ένα είδος τράπεζας δηλαδή. Κι αυτό, επειδή ήταν το μόνο κτήριο που είχε φύλακες εκείνα τα χρόνια, τους γνωστούς πασβάντηδες. Ήταν επίσης ένας χώρος όπου γινόταν πολύ αυστηρός έλεγχος των τιμών και κρατούνταν οι ισοτιμίες των νομισμάτων τον 18ο αιώνα », αναφέρει κ. Αστρεινίδου.
Όπως προκύπτει από τη μελέτη των πηγών, τα μπεζεστένια σε κάθε πόλη ήταν κάτι σαν άτυπα χρηματιστήρια. Εκεί καθορίζονταν οι ισοτιμίες των νομισμάτων και των πολύτιμων λίθων, ενώ γινόταν και αυστηροί έλεγχοι της ποιότητας και των τιμών των προϊόντων από τις κρατικές αρχές.
Το Μπεζεστένι πήρε το όνομά του από την περσική λέξη "bez" που σημαίνει το βαμβακερό ή λινό ύφασμα, στην οποία προστέθηκε η επίσης περσική κατάληξη "istan". Έτσι το "bezistan" δήλωνε την αγορά υφασμάτων. Οι πόλεις που εμπορεύονταν υφάσματα είχαν τέτοιους τύπου αγορές, όπως η Αδριανούπολη, η Άγκυρα, η Φιλιππούπολη, ενώ αυτό της Θεσσαλονίκης ήταν ονομαστό για τα μάλλινα υφάσματα που κάλυπταν τις ανάγκες του στρατού στα Βαλκάνια και βόρεια του Δούναβη.
Ενδιαφέρον έχει η ανέγερσή του η οποία τοποθετείται χρονικά στην εποχή του Βαγιαζίτ Β΄(1481-1512), άλλοι μελετητές ωστόσο την κατεβάζουν στο α΄ μισό του 15ου αιώνα, ενώ ο ιστορικός Mustafa Cezar, χρησιμοποιώντας το κατάστιχο των εσόδων του 1472, το εντάσσει στα χρόνια του Σουλτάνου Μωάμεθ του Β΄, μεταξύ των ετών 1455-1459.
Γύρω στα 1478 πάντως η αγορά της Θεσσαλονίκης ήταν ήδη αρκετά οργανωμένη και αναπτύσσονταν γύρω από το Μπεζεστένι, που είναι ένα ορθογώνιο λιθόκτιστο κτήριο με έξι μολυβδοσκέπαστους θόλους και τέσσερις εισόδους στο σχήμα του σταυρού.
Όλοι οι περιηγητές που πέρασαν από την πόλη έκαναν ιδιαίτερη αναφορά στο λαμπρό οικοδόμημα με τους έξι μολυβδοσκέπαστους τρούλους. Υφασματέμποροι που έφερναν ακριβά μεταξωτά από την Ανατολή νοίκιαζαν τα καταστήματα στο εσωτερικό για 7-8 άσπρα το χρόνο. Ένας από τους πιο γνωστούς, ο Ελβιγιά Τσελεπή που βρέθηκε στα 1688 στη Θεσσαλονίκη το περιέγραψε εξαιρετικά γλαφυρά: «Υπάρχει όμως εις την πόλιν ταύτην θαυμάσιον λιθόκτιστον κτήριον, μολυβδοσκεπές με σιδηράς θύρας και αυτό είναι το βεζεστένιον. Ο εις τον οίκο του εμπορίου εισερχόμενος τα χάνει κυριολεκτικώς από τας ευωδίας του μόσχου, του αμβάρεως (ανμπέρ) και των άλλων αρωμάτων. Εις το βεζεστένιον τούτο πόσοι και πόσοι μυθικώς πλούσιοι έμποροι, κάτοχοι των θησαυρών της Αιγύπτου μετρούν χρυσόν (λίρας) και γρόσια, τόσον ώστε ο κρότος του μετρήματος προξενεί φρίκην εις τον άνθρωπον".
Στο Μπεζεστένι πωλούνταν εξαιρετικής ποιότητας υφάσματα, κυρίως σατέν. Ο Felix Beaujour, στο έργο του "Πίνακας του εμπορίου της Ελλάδος στην Τουρκοκρατία 1787-1797" -που θεωρείται μια σημαντική μελέτη για τα οικονομικά της χώρας στο τέλος του 18ου αιώνα- αναφέρει ότι «κάθε χρόνο πωλούνταν στο Μπεζεστένι της Θεσσαλονίκης 700-800 κομμάτια σατέν της Φλωρεντίας. Τα σατέν αυτά είναι τα ομορφότερα από όσα κατασκευάζονται στην Ιταλία». Αλλά και χρυσαφικά μεγάλης αξίας βρισκόταν στα καταστήματα εντός του. Λέγεται μάλιστα πως ήταν τόσος πολύς και τόσο καθαρός ο χρυσός, που τη νύχτα έλαμπε όλη η κλειστή αγορά.
Όπως αναφέρει η κ. Αστρεινίδου στη μελέτη της "Οικονομική λειτουργία των μπεζεστενίων στην αγορά της οθωμανική περιόδου", τα έσοδα ήταν αρκετά και οι πηγές του 15ου αιώνα αναφέρουν ότι αυτά προορίζονταν για τη συντήρηση του τεμένους του Μουράτ Β΄ στη Θεσσαλονίκη και του συγκροτήματος του Βαγιαζήτ του Β΄ στην Κωνσταντινούπολη.
Το Μπεζεστένι σήμερα
Στις αρχές του 20ου αιώνα και μέχρι την πυρκαγιά του 1917, το Μπεζεστένι είχε 69 μικρά καταστήματα στο εσωτερικό και στους τριγύρω εξωτερικούς τοίχους άλλα 44. Ο μεγάλος αριθμός των καταστημάτων και το γεγονός ότι εκτός από υφάσματα, πουλούσαν και χρυσαφικά, ενώ επιπλέον εκεί φυλάσσονταν κρατικά έγγραφα και άλλα αρχεία, επέβαλε τόσο τον φρουριακό χαρακτήρα -περίκλειστο και με τρούλους από μολύβι-, όσο και την ύπαρξη φυλάκων.
Η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 λάβωσε το κτήριο μέσα και έξω και με τις επισκευές έγιναν προσθήκες καταστημάτων στο εξωτερικό, ενώ ένα δεύτερο πλήγμα -μικρότερο ωστόσο- δέχτηκε με τον σεισμό του 1978.
Μετά τον σεισμό στις εργασίες που έγιναν βρέθηκαν στους μολυβδοσκέπαστους θόλους επιγραφές στα ελληνικά, στα τουρκικά, στα σλαβικά, αλλά και στα γαλλικά, ενώ το 1996 ολοκληρώθηκαν οι στερεωτικές εργασίες και η ανακαίνισή του.
Σήμερα το Μπεζεστένι διατηρεί την ίδια φυσιογνωμία με την αρχική, αλλά η αίγλη του έχει σβήσει. Τα κοσμηματοπωλεία παραμένουν στην εξωτερική πλευρά, ενώ στο εσωτερικό υπάρχουν μόλις 5-6 καταστήματα, ανάμεσά τους ένα παλιό τυπογραφείο, ένα ανθοπωλείο και μερικά καταστήματα με υφάσματα. Η αρχαιολογική υπηρεσία έχει κλείσει τον δεύτερο όροφο και η πρόσβαση πλέον δεν επιτρέπεται, για λόγους ασφάλειας, επειδή δεν υπάρχει φύλαξη. Όσο για το ιδιοκτησιακό του καθεστώς, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα είχε πουληθεί σε μέλη της εβραϊκής κοινότητας, οι απόγονοι των οποίων το διαχειρίζονται σήμερα.
Οι καταστηματάρχες στο εσωτερικό διαμαρτύρονται αφενός για τις υψηλές τιμές των ενοικίων, αφετέρου γιατί δεν υπάρχει καθόλου κίνηση. Κατά καιρούς και όταν ανοίγει ο δεύτερος όροφος γίνονται οργανωμένες επισκέψεις με ξεναγό, αλλά τα τελευταία δύο χρόνια, λόγω και της πανδημίας του κορωνοϊού και αυτές έχουν διακοπεί.
Η επίσκεψη στο Μπεζεστένι είναι λίγο αποκαρδιωτική. Ούτε ο χρυσός λάμπει, ούτε τα σατέν υφάσματα αστράφτουν, ούτε φύλακες υπάρχουν για να προστατεύσουν τα κρατικά έγγραφα. Η εικόνα θολώνει, αλλά η ιστορία διαβάζεται ακόμη με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Πηγή φωτογραφίας στο κείμενο: Παλιές Φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης