Ανήσυχος και προβληματισμένος παρακολουθεί ο επιχειρηματικός κόσμος της Θεσσαλονίκης τις εξελίξεις μετά την πρωινή επίθεση των ρωσικών δυνάμεων σε στόχους σε ολόκληρη την Ουκρανία.
Με την εικόνα να παραμείνει συγκεχυμένη και τις πληροφορίες που προέρχονται από Ρωσία και Ουκρανία να μην είναι πάντα ασφαλείς οι επιχειρηματίες αγωνιούν για την επόμενη ημέρα καθώς κάποιοι εξ αυτών έχουν «εγκλωβισμένα» κοντέινερ στο λιμάνι της Οδησσού, που πρέπει να παραδοθούν, ενώ παράλληλα κρατούν την αναπνοή τους αναμένοντας τις νέες ανατιμήσεις - φωτιά σε πρώτες ύλες και ενέργεια.
«Από χθες μέχρι σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει. Η εικόνα επί του παρόντος είναι συγκεχυμένη. Μέχρι χθες οι πελάτες μας, μας καθησύχαζαν ζητώντας να αποσταλούν οι παραγγελίες κανονικά ενώ σήμερα προσπαθούμε να μάθουμε πληροφορίες από τις ναυτιλιακές εταιρείες και τα λιμάνια αν παραμένουν ανοιχτά και ποια είναι τελικά η κατάσταση στην Ουκρανία» λέει χαρακτηριστικά μιλώντας στη Voria.gr, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΣΕΒΕ), δρ Γεώργιος Κωνσταντόπουλος.
Όπως λέει ο κ. Κωνσταντόπουλος το εξαγωγικό εμπόριο έχει τους δικούς του νόμους και, εφόσον υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες, θα βρεθούν οι λύσεις, ωστόσο ξεκαθαρίζει πως οι πωλήσεις των ελληνικών προϊόντων προς Ουκρανία και Ρωσία καταλαμβάνουν πολύ χαμηλό μερίδιο στο σύνολο των περίπου 40 δισ. ευρώ, που άγγιξαν πέρυσι -για πρώτη φορά στην ιστορία- οι ελληνικές εξαγωγές.
Είναι χαρακτηριστικό πως οι ελληνικές εξαγωγές προς την Ουκρανία είναι περί το 0,8% επί των συνολικών ελληνικών εξαγωγών ενώ προς τη Ρωσία περί το 0,75%.Ενδεικτικό είναι ότι η αξία των ελληνικών προϊόντων, που πωλούνται προς τις δύο χώρες, δεν φτάνουν ούτε τα 600 εκατ. ευρώ.
Προβλήματα ωστόσο δημιουργούνται και σε χώρες όπως η Λιθουανία και η Πολωνία, που εισάγουν αγροτικά προϊόντα από την Ελλάδα και «διασχίζουν» την Ουκρανία, προκειμένου να εξάγουν τα συγκεκριμένα προϊόντα στη Ρωσία.
Επιφυλακτικότητα επικρατεί και στο «μέτωπο» του τουρισμού, δεδομένου ότι η Ελλάδα υποδέχεται κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες από τις δύο χώρες. Ωστόσο τα απόνερα της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία θα φανούν το επόμενο διάστημα καθώς το μόνο που δεν απασχολεί επί του παρόντος τους πολίτες τουλάχιστον των δυο χωρών και κυρίως της Ουκρανίας είναι οι καλοκαιρινές διακοπές.
Ανατιμήσεις - φωτιά
Όπως λένε επιχειρηματίες, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δημιουργεί γεωπολιτική αναταραχή στην ευρωπαϊκή «γειτονιά μας» με σοβαρές επιπτώσεις στην τροφοδοσία ενέργειας και μεγάλες επιβαρύνσεις στις οικονομίες των χωρών-μελών της ΕΕ.
Παράλληλα επηρεάζεται η παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα για μία σειρά πρώτων υλών, από το σιτάρι και το καλαμπόκι έως βασικά μέταλλα, όπως ο χαλκός και το νικέλιο, και βέβαια το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο καθώς η παραγωγή τους στις περιοχές αυτές είναι μεγάλη.
Η Ουκρανία θεωρείται ο σιτοβολώνας της Ευρώπης, ενώ η παραγωγή σιτηρών είναι μεγάλη και στη Ρωσία, με τις δύο χώρες να έχουν αθροιστικά το 30% της παγκόσμιας παραγωγής. H Ουκρανία διαθέτει, επίσης, μεγάλη παραγωγή κριθαριού και σίκαλης, όπως και καλαμποκιού.Παράλληλα η Ουκρανία αποτελεί μεγάλο προμηθευτή μεταλλευμάτων ενώ η Ρωσία ελέγχει περίπου το 10% των παγκόσμιων αποθεμάτων χαλκού και είναι μεγάλος παραγωγός νικελίου και πλατίνας.
«Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με δυσάρεστες εξελίξεις. Βρισκόμαστε μπροστά σε με ένα νέο κύμα ανατιμήσεων, το ύψος, η ένταση και η διάρκεια των οποίων είναι αδύνατο αυτή τη στιγμή να εκτιμηθεί» αναφέρει ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, Αναστάσιος Καπνοπώλης υπογραμμίζοντας πως η νέα έκρηξη στις τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου αναμένεται να οδηγήσει σε περαιτέρω απόγνωση του βιοτέχνες. Είναι χαρακτηριστικό πως οι τιμές ενέργειας ενισχύονται καθ' όλη τη διάρκεια της εβδομάδας, ενώ πρώτη φορά από το 2014 το πετρέλαιο έσπασε το φράγμα των $100.
«Η κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη του εμπορίου και των σχέσεων της Ε.Ε. και κατ' επέκταση της Ελλάδας με τις δύο χώρες» σημειώνει ο κ. Καπνοπώλης υπογραμμίζοντας πως «η Ευρώπη πρέπει να σταθεί ενωμένη και να λάβει αποφάσεις για έκτακτα μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ώστε να δοθεί ευρωπαϊκή απάντηση στο επώδυνο δημοσιονομικό πρόβλημα που δημιουργείται».