Γενιές ολόκληρες γαλουχήθηκαν με τη σημασία και την «αναγκαιότητα» κάθε οικογένεια να κατέχει το δικό της… κεραμίδι, ό,τι τύπου και αν ήταν αυτό, μονοκατοικία, διαμέρισμα, προνομιακό ή μη ακίνητο, η ιδιόκτητη κατοικία ήταν σχεδόν απαραίτητη και προπάντων αυτονόητη στην Ελλάδα.
Πλέον ο χάρτης της κατοικίας αλλάζει σταδιακά, απομακρύνοντας τη χώρα από το μοντέλο της σχεδόν καθολικής ιδιοκατοίκησης που χαρακτήρισε τις προηγούμενες δεκαετίες. Η κατοχή σπιτιού παραμένει πλειοψηφική, όμως το ποσοστό υποχωρεί σταθερά, ενώ η ενοικίαση αυξάνεται κυρίως σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη βρίσκοντας το κοινό της κυρίως στις νεότερες ηλικίες.
Η εικόνα στη Θεσσαλονίκη
Στις αρχές της οικονομικής κρίσης το ποσοστό ιδιοκατοίκησης σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη διαμορφωνόταν κοντά στο 85% με τους ενοικιαστές να περιορίζονται στο 15%. Πλέον, έχοντας περάσει από την οικονομική κρίση, όχι…χωρίς κόστος για χιλιάδες νοικοκυριά, το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στα δυο μεγάλα αστικά κέντρα, που ακολουθούν αντίστοιχη πορεία, όπως αποκαλύπτουν οι αριθμοί, έχει διολισθήσει περίπου κατά 20% με τους ενοικιαστές να αγγίζουν πλέον το 35%, όταν, μάλιστα, ο μέσος ευρωπαϊκός όρος κινείται στο 28%.
Το ποσοστό των ενοικιαστών στη Θεσσαλονίκη δεν αποκλείεται, μάλιστα, να ενισχυθεί καθώς η αύξηση των τιμών των ακινήτων, το υψηλό κόστος δανεισμού, η περιορισμένη πρόσβαση σε στεγαστική πίστη, η συχνά επαγγελματική ανασφάλεια, έχουν μεταβάλει τις δυνατότητες των νοικοκυριών. Για πολλούς νέους εργαζόμενους και ζευγάρια, η αγορά κατοικίας απομακρύνεται, με αποτέλεσμα η ενοικίαση να μετατρέπεται από προσωρινή λύση σε μακροχρόνια επιλογή.
Από ιδιοκτήτες, ενοικιαστές
«Από μια χώρα ιδιοκτητών, καταλήξαμε σε χώρα ενοικιαστών», αναφέρει χαρακτηριστικά μιλώντας στη Voria.gr, ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων (ΠΟΣΜΑΣ), Λευτέρης Ποταμιάνος υπογραμμίζοντας πως η στροφή στο ενοίκιο δεν αποδίδεται σε πληθυσμιακή αύξηση, αλλά στην έλλειψη διαθέσιμων και οικονομικά προσιτών κατοικιών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αυξανόμενη στροφή στη μίσθωση εντείνει τον ανταγωνισμό, ωθώντας τα ενοίκια σε υψηλά επίπεδα, περιορίζοντας, παράλληλα, τις επιλογές για τους ενδιαφερόμενους. Επισημαίνει, δε, πως δεδομένου πως η ιδιοκατοίκηση περιορίστηκε περίπου στο 65% αυτό σημαίνει πως θα έπρεπε να έχουν βγει στην αγορά χιλιάδες ακίνητα, κάτι που ωστόσο δεν έχει συμβεί. «Αν δεχτούμε πως ένα ποσοστό των ακινήτων πωλήθηκε μέσω της golden visa και ίσως ένα άλλο ποσοστό μετακινήθηκε στη βραχυχρόνια μίσθωση, τα υπόλοιπα ακίνητα, βρίσκονται σε χέρια funds και παραμένουν ανεκμετάλλευτα, την ώρα μάλιστα που βιώνουμε στεγαστική κρίση» σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Ποταμιάνος.
«Ενώ ο πληθυσμός μειώνεται, δεν μας φτάνουν τα σπίτια», λέει χαρακτηριστικά ο CEO και συνιδρυτής της Georgakos and Parthenon Real Estate και α΄ αντιπρόεδρος της ΠΟΣΜΑΣ, Κώστας Γεωργάκος.
Αναφερόμενος στο προφίλ όσων στρέφονται στο ενοίκιο στη Θεσσαλονίκη υπογραμμίζει πως πρόκειται για νεαρά ζευγάρια, που αναζητούν διαμερίσματα 50 - 60 τμ με τη μέση τιμή τους να κυμαίνεται από 400 έως 600 ευρώ, καθώς και οικογένειες με παιδιά, οι οποίες αναζητούν κατοικίες από 75 έως 90 τμ. Η μέση τιμή για τα εν λόγω διαμερίσματα κυμαίνεται στα 500 με 700 ευρώ.
Δεν λείπουν φυσικά οι περιπτώσεις ακινήτων που οι τιμές τους ανάλογα και με το τι προσφέρουν, πού βρίσκονται, αλλά και τις απαιτήσεις των ιδιοκτητών τους εκτινάσσονται περαιτέρω.
ΕΕ: Πού καταγράφονται τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης και ενοικίασης
Τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης εντοπίζονται σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 στη Ρουμανία, με το 94% του πληθυσμού να ζει σε ιδιόκτητη κατοικία, ενώ ακολουθούν η Σλοβακία με 93% και η Ουγγαρία με 92%.
Στον αντίποδα, στη Γερμανία το 53% του πληθυσμού ζει σε ενοικιαζόμενη κατοικία και έπονται η Αυστρία, με τους ενοικιαστές να φτάνουν το 46% και η Δανία με ποσοστό 39%. Στις εν λόγω χώρες, η ενοικίαση συνοδεύεται συχνά από ισχυρό θεσμικό πλαίσιο προστασίας των ενοικιαστών και μακροχρόνια μισθωτήρια, γεγονός που την καθιστά κοινωνικά αποδεκτή.