Γενιές και γενιές έχουν γαλουχηθεί με την άποψη πως κάθε οικογένεια θα πρέπει να έχει το δικό της… κεραμίδι. Μάλιστα, στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, περίπου το 80% των Ελλήνων διέθεταν το δικό τους σπίτι, με την ιδιοκατοίκηση να φτάνει στο απόγειό της το 2005, όταν άγγιξε το 84,6%.
Ήταν η περίοδος κατά την οποία η αγορά στεγαστικής πίστης βρισκόταν στο ζενίθ της, καθώς η πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση ήταν πολύ εύκολη σχεδόν για το σύνολο των νοικοκυριών.
Είκοσι χρόνια μετά η ιδιοκατοίκηση έχει διολισθήσει, φτάνοντας πλέον, πανελλαδικά, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, στο 69,6%. Περίπου 3 στους 10 σήμερα ζουν σε ενοικιαζόμενα σπίτια. Η εικόνα για τη Θεσσαλονίκη είναι κατά τι διαφορετική, με το ποσοστό ιδιοκατοίκησης να εκτιμάται πως αγγίζει το 68%, ενώ στην Αθήνα είναι ακόμη χαμηλότερο, κυμαινόμενο γύρω στο 64%-65%.
Όπως λένε γνώστες της αγοράς ακινήτων, αρκετοί ιδιοκτήτες πιεζόμενοι από οικονομικές δυσκολίες κατά την περίοδο της δεκαετούς κρίσης πούλησαν τα ακίνητά τους ή, μη μπορώντας να αποπληρώσουν τα δάνεια, σε περιπτώσεις απόκτησής τους μέσω δανειοδότησης, τα έχασαν.
Σήμερα, στο… ξεθώριασμα της ιδιοκατοίκησης σημαντικό μερίδιο έχει το ράλι των τιμών των ακινήτων, η δυσκολία λήψης δανείου, αλλά και η αλλαγή της οικογενειακής υποστήριξης. Στο παρελθόν ήταν συνηθισμένο οι οικογένειες να βοηθούν τα νέα ζευγάρια να αγοράσουν σπίτι. Μετά την οικονομική κρίση, όμως, τα περιουσιακά στοιχεία έχουν μειωθεί και αυτή η υποστήριξη δεν είναι πια τόσο συχνή ή τόσο μεγάλη.
Ο ρόλος του προγράμματος «Σπίτι Μου ΙΙ»
Ανάσα σε όσους ενδιαφέρονται να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι υπόσχεται το πρόγραμμα «Σπίτι Μου», που τρέχει και σχεδιάστηκε ως συνέχεια της αρχικής στεγαστικής κυβερνητικής πολιτικής για νέους έως 39 ετών, με το ηλικιακό όριο συμμετοχής πλέον να έχει ανέβει στα 50 έτη.
Αν και προβλέπει πρόσβαση στη στέγαση με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, επιδοτούμενα στεγαστικά δάνεια με σχεδόν μηδενικό επιτόκιο, εντούτοις η εφαρμογή του συναντά σοβαρά εμπόδια, που καθιστούν δύσκολη την αγορά ακινήτου για πολλούς δικαιούχους. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που επισημαίνουν οι μεσίτες της Θεσσαλονίκης, πέρα από τη δυσκολία εύρεσης ακινήτου, είναι η σημαντική καθυστέρηση στην εκταμίευση του δανείου. Πριν φτάσουν τα χρήματα στον πωλητή απαιτείται να ολοκληρωθούν κρίσιμες και χρονοβόρες διαδικασίες, με αποτέλεσμα κάποιοι άλλοι ενδιαφερόμενοι να πλειοδοτούν για το ίδιο ακίνητο και το αυξημένο ποσό που προσφέρουν να αποτελεί δέλεαρ για τους ιδιοκτήτες των ακινήτων.
Προτιμούν το ρευστό
Όπως λένε καλοί γνώστες της αγοράς κατοικίας, δεδομένου πως οι τιμές ανεβαίνουν και η ζήτηση είναι υψηλή, οι ιδιοκτήτες, ενίοτε, απορρίπτουν αγοραστές που βασίζονται σε τραπεζικά δάνεια, ειδικά μέσω του προγράμματος «Σπίτι Μου ΙΙ».
Προτιμούν αγοραστές με ρευστότητα, που μπορούν να πληρώσουν άμεσα και να προχωρήσουν σε συμβόλαιο χωρίς καθυστερήσεις ή ρίσκο ακύρωσης. Την ίδια ώρα, οι δικαιούχοι που έχουν ήδη εγκριθεί για δάνειο δυσκολεύονται να βρουν πωλητή πρόθυμο να περιμένει ακόμη και μήνες για την πληρωμή.