Από τη Θεσσαλονίκη στη Σέριφο ταξίδεψε συγγραφικά -αλλά και κυριολεκτικά- η Μαίρη Κόντζογλου για να γράψει τη διλογία «Από ήλιο σε ήλιο». Μια ιστορία που προβάλλεται με φόντο την ματωμένη απεργία των μεταλλεργατών της Σερίφου το 1916 και τα πάθη των ανθρώπων. Μια ιστορία που διασκευάστηκε για την τηλεόραση σε 60 επεισόδια και η προβολή της θα ξεκινήσει το αμέσως επόμενο διάστημα από τη συχνότητα της ΕΡΤ. Με αυτή την αφορμή η συγγραφέας μίλησε στη Voria.gr για το μυθιστόρημά της, για το πώς τα ιστορικά γεγονότα βαραίνουν τις ανθρώπινες σκέψεις, για τη σημερινή Ελλάδα, αλλά και για τη Θεσσαλονίκη -τη χαρακτηρίζει συντηρητική-, όπου γεννήθηκε, ζει και γράφει τα βιβλία της.
Κυρία Κόντζογλου, ποια ήταν η αφορμή και ποιο το πιο δυνατό ερέθισμα για να γράψετε τη διλογία «Από ήλιο σε ήλιο»;
Αφορμή ήταν η ίδια η Σέριφος όταν την αντίκρισα απ’ το πλοίο πηγαίνοντας για διακοπές στη Σίφνο. Μαγεμένη από την άγρια φύση, τα άσπρα βράχια, τον μοναχικό φάρο και στο τέλος τον Τρούλο, το βουνό πάνω από το οποίο η Χώρα βιγλίζει το πέλαγος, όταν έφθασα στον προορισμό μου το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να μπω στο διαδίκτυο και να διαβάσω για το νησί αυτό.
Διαβάζοντας λοιπόν για τη Σέριφο δεν υπάρχει περίπτωση να μη μάθεις και για την ματωμένη απεργία των μεταλλεργατών του νησιού το 1916.
Όταν πληροφορήθηκα δε για το τι έκαναν οι Σερφιώτισσες κατά τη διάρκεια της απεργίας είπα πως αυτή την ιστορία θα την έγραφα, ο κόσμος να χαλούσε.
Θεωρείτε ότι η ιστορική «ματωμένη απεργία της Σερίφου» παραμένει υποφωτισμένη μέχρι τις ημέρες μας; Και αν ναι γιατί;
Η απεργία της Σερίφου είναι γενικά ένα άγνωστο ιστορικό γεγονός, παρά την τεράστια σημασία που έχει για το εργατοσυνδικαλιστικό κίνημα, αφού για πρώτη φορά οι εργάτες των μεταλλείων της Σερίφου οργανώθηκαν σε Σωματείο, υπό την καθοδήγηση του συνδικαλιστή Κωνσταντίνου Σπέρα. Αγωνίστηκαν και κατάφεραν να θεσπιστεί το 8ωρο για όσους εργαζόταν μέσα στις στοές και κάπως να βελτιωθούν οι συνθήκες εργασίας. Καθώς, μέχρι τότε οι άνθρωποι δούλευαν από ήλιο σε ήλιο και κάτω από απάνθρωπες συνθήκες που στοίχιζαν ζωές ή προκαλούσαν μόνιμες αναπηρίες. Ασφαλώς και είναι «υποφωτισμένη». Οι καθοδηγούμενες πολιτικές αποφάσισαν να αποσιωπήσουν τη μεγάλη νίκη των εργατών.

Στα δύο βιβλία σας τα γεγονότα διαδραματίζονται σε μια εποχή περισσότερα από 100 χρόνια από σήμερα. Αυτή η απόσταση συνιστά ασφάλεια ή δυσκολία για τον συγγραφέα;
Θεωρώ πως τα εκατό χρόνια είναι ένα ασφαλές χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έχουν καταλαγιάσει τα πάθη, έχει ξεκαθαρίσει το τι έγινε, έχουν κριθεί άνθρωποι, γεγονότα, αποτελέσματα. Έχει γραφεί δηλαδή η Ιστορία. Επίσης υπάρχουν απόγονοι, δεύτερης γενιάς, που μπορούν να σε διαφωτίσουν και να σου δώσουν μαρτυρίες απ’ τους γονείς τους, όπως ήταν και οι Σερφιώτες που με βοήθησαν στο στάδιο της έρευνας με μαρτυρίες που είχαν βιώσει οι άμεσοι πρόγονοί τους.
Από λογοτεχνικής απόψεως τα ιστορικά γεγονότα πόσο βαρύνουν στις ανθρώπινες σχέσεις;
Πάρα πολύ, όπως συμβαίνει και στους πολέμους. Η απεργία της Σερίφου επηρέασε ολόκληρο το νησί. Η ζωή, στις προηγμένες κοινωνίες και οι συμπεριφορές καθορίζονται, διαμορφώνονται και εξελίσσονται μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο που δημιουργείται από όσα συμβαίνουν. Στο «Από ήλιο σε ήλιο» βλέπουμε όλη την κοινωνία του νησιού να επηρεάζεται άμεσα από την ύπαρξη των μεταλλίων. Όχι μόνο στις εργασιακές σχέσεις αλλά και στις ανθρώπινες. Έρχονται «ξένοι» από άλλα μέρη, αλλάζουν οι συνθήκες διαβίωσης, χωρίζεται «το στάρι από την ήρα», οι γυναίκες αναλαμβάνουν στην ουσία τη γεωργία και την κτηνοτροφία, δημιουργούνται καταστάσεις που δεν προϋπήρχαν, ας πούμε τα τσιράκια των αφεντικών και οι κόλακες.
Ποιες ήταν οι συγγραφικές δυσκολίες να ισορροπήσετε ανάμεσα στα σκληρά γεγονότα της πραγματικότητας που αναφέρεστε και στα ερωτικά και άλλα συναισθήματα των πρωταγωνιστών και ποιες οι προτεραιότητές σας;
Η ζωή τα περιέχει όλα. Χαρά, λύπη, ειρήνη, πόλεμο, έρωτα, μίσος, ψέμα, αλήθεια. Όλο το μυθιστόρημα, έτσι όπως το «έστησα», αφού δούμε τη ζωή στη Σέριφο, τη δουλειά στα μεταλλεία, την απαξίωση, τις ταλαιπωρίες, το ψέμα, τους έρωτες, τους γάμους, την ορφάνια, τα γεννητούρια, τη θέση της γυναίκας, τον ξενιτεμό, τις αντιπαλότητες, τις αντιζηλίες κλπ. καταλήγει στο να ποθεί αυτός/η που το διαβάζει, να ποθεί την απεργία γιατί έχει καταληφθεί από αγανάκτηση. Αυτό μου το είπαν πάρα πολλοί και βέβαια είναι η μεγάλη μου ικανοποίηση. Δε θέλω να ακουστεί εγωιστικό, αλλά το έγραψα σαν να έπινα μονορούφι ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Από πάνω μου φτερούγιζαν οι ψυχές των ανθρώπων που εγκαταλείφθηκαν ζωντανοί και καταπλακωμένοι μέσα στις γαλαρίες και οι ζώντες απόγονοί τους που με βοήθησαν με κάθε τρόπο να γράψω αυτό το βιβλίο. Από το οποίο, όλη η Ελλάδα έμαθε την ιστορία της Σερίφου.

Ποιες αναλογίες υπάρχουν ανάμεσα στην εποχή που αναφέρεστε και τη σημερινή ελληνική κοινωνία;
Τετριμμένο, αλλά θα το πω. «Η Ιστορία επαναλαμβάνεται», άσχετα αν εμείς δεν διδασκόμαστε ποτέ. Άλλαξε η πρόσοψη του κτηρίου «Η Ελλάς», αλλά η εσωτερική διαρρύθμιση παραμένει η ίδια. Συνεχίζει να υπάρχει η καταπίεση. Η αδιαφορία για τους αδύναμους οικονομικά, μορφωτικά, κοινωνικά, νοητικά, που είναι ακόμη «στόχος». Αρκεί ακόμη μια σπίθα για να γίνει το ολοκαύτωμα. Αυτό ακόμη το αγνοούν οι κρατούντες.
Η τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματός σας ασφαλώς αποτελεί δικαίωση, αλλά κατά πόσο θεωρείτε ότι μπορεί να σταθεί πιστή στο πνεύμα της δικής σας ιστορίας;
Δεν πρόκειται για δικαίωση ακριβώς. Είμαι συγγραφέας, ο έρωτας και δουλειά μου είναι να διηγούμαι γραπτά τις ιστορίες μου. Δικαίωση αισθάνθηκα με την απήχηση που έχει το βιβλίο μου στο αναγνωστικό κοινό. Η Τέχνη γεννάει Τέχνη και όπως το παιδί σου γίνεται χορευτής και όχι γιατρός, όπως θα ήθελες εσύ, είμαι χαρούμενη για την εξέλιξη αυτή. Όμως είμαι χαρούμενη κυρίως γιατί περισσότερος κόσμος θα μάθει την ιστορία της απεργίας των μεταλλωρύχων της Σερίφου και θα προβληματιστεί λίγο παραπάνω. Κάθε μέσο έχει άλλον τρόπο προσέγγισης του κοινού του. Πιστεύω πως θα υπάρξει σεβασμός στο πνεύμα του βιβλίου. Πως το «μονοπάτι» της αφήγησης θα οδηγήσει στην απεργία.
Η Θεσσαλονίκη στην οποία ζείτε και εργάζεστε αναγνωρίζει τους συγγραφείς της; Και σας προσφέρει ερεθίσματα;
Ναι, μου έχει προσφέρει ερεθίσματα. Έχω γράψει τις «Μαγεμένες», ένα μυθιστόρημα για το ρωμαϊκό μνημείο της πόλης που το απήγαγαν το 1863 και την έχω κάνει φόντο στην τριλογία «Οι μεσημβρινοί της ζωής». Έχω πολυπληθές και πιστό αναγνωστικό κοινό που με ακολουθεί από το πρώτο μου βιβλίο και εξ αυτού είμαι πολύ ευγνώμων.
Πώς θα περιγράφατε τη δική σας Θεσσαλονίκη;
Είμαι γέννημα θρέμμα της Θεσσαλονίκης, είναι η πατρίδα μου και την αγαπώ. Έχει εκπληκτική ιστορία. Είναι μια όμορφη, αλλά συντηρητική πόλη. Οι κάτοικοί της είμαστε λίγο συντηρητικοί κι αν έχουμε προβλήματα που δεν λύνονται μάλλον εμείς φταίμε. Είμαστε λίγο… συμπρωτεύουσα. Είναι θέμα νοοτροπίας. Ίσως έχουμε ένα κόμπλεξ έναντι της Αθήνας. Νιώθουμε υποδεέστεροι, ενώ δεν είμαστε.
Γράφετε κάτι αυτή την περίοδο; Και αν ναι τι μπορείτε να μας πείτε γι' αυτό;
Γράφω εδώ και δύο χρόνια σχεδόν και οριακά έχω ολοκληρώσει το ένα τρίτο του μυθιστορήματος. Μπορώ να πω ότι, αν δεν το φέρω εκεί που θέλω, θα συνεχίσω να το γράφω και να το σβήνω για όσο αντέξω.