Η ανακοίνωση ότι, πλέον, η Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας αναλαμβάνει να προωθήσει τη Θεσσαλονίκη ως επενδυτικό προορισμό για καινοτομικές εταιρείες, επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας και ερευνητικά κέντρα είναι κάτι συγκεκριμένο. Πιθανώς πολύ μικρότερο από αυτό που εδώ και 12 χρόνια ο καθένας στην ευρύτερη περιοχή θεωρεί ως Ζώνη καινοτομίας, αλλά είναι ένα πρώτο βήμα, που γίνεται με μεγάλη καθυστέρηση.
Στην ουσία η ανακοίνωση της υφυπουργού Μακεδονίας Θράκης κυρίας Τσαρουχά και της διοίκησης της ΑΖΚ ΑΕ λειτουργεί ως «κόκκινη γραμμή», με ό, τι έχει συμβεί μέχρι τώρα. Το κοντέρ μηδενίζεται και όλα όσα ξέραμε περί ειδικών κινήτρων για τις εγκατεστημένες επιχειρήσεις και τους ειδικούς επιστήμονες, για το δικό της θύλακα στα 65 στρέμματα της Θέρμης και τα υπόλοιπα μετατίθενται σε μεταγενέστερο χρόνο. Σα να μην έχει υπάρξει σχετική εκτεταμένη αλληλογραφία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σα να μην έχουν γίνει ενέργειες για την τοπογραφική και πολεοδομική τακτοποίηση του ακινήτου στη Θέρμη. Σα να μην υπήρξαν προηγούμενες διοικήσεις ή σαν οι προηγούμενες διοικήσεις να μην έκαναν τίποτα.
Έστω, πάντως, κι αυτή η νέα αρχή είναι κάτι συγκεκριμένο. Προφανώς και χρήσιμο, αφού στη σχετική εξαγγελία –στην έπαρση της σημαίας- ήταν παρόντες σημαντικοί φορείς που στηρίζουν, όπως η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, ο δήμος Θεσσαλονίκης, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, οι Σύνδεσμοι Βιομηχανικών και Εξαγωγέων Β. Ελλάδος, η Τεχνόπολη Θεσσαλονίκης, το Τεχνολογικό Πάρκο. Πρώτο βήμα σε αυτή τη νέα φάση είναι μια κοινή προσπάθεια που έχει τον τίτλο «Thessaloniki Innovation Friendly Destination» που σκοπό βασικό έχει να τοποθετήσει τη Θεσσαλονίκη στο διεθνή χάρτη της Τεχνολογίας. Αιχμή σε αυτή την κινητοποίηση είναι το branding, ώστε η Θεσσαλονίκη να γίνει γνωστή ως πόλη καινοτομίας και τεχνολογίας στους ίδιους τους κατοίκους της, στην πρωτεύουσα της χώρας και στο εξωτερικό, ώστε να προσελκύσει ανάλογες επενδύσεις.
Η δουλειά δεν είναι εύκολη για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχήν υπάρχουν κι άλλες ευρωπαϊκές πόλεις που διεκδικούν ανάλογες επενδύσεις και μάλιστα νωρίτερα και πιο δυναμικά και επιθετικά από τη Θεσσαλονίκη. Επίσης, τα επιχειρήματα για όσους κρατούν τη σημαία και προσπαθούν να πείσουν δεν είναι πολλά. Αν εξαιρέσει κανείς το ανθρώπινο δυναμικό, που κυρίως λόγω του ΑΠΘ είναι σε υψηλό επίπεδο –σχεδόν καθημερινά απόφοιτοι και ερευνητές του πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης μεταναστεύουν σε σημαντικά ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού- όλα τα υπόλοιπα βρίσκονται σε πολύ αρχικό στάδιο. Με δεδομένο ότι οι θερμοκοιτίδες νεοφυών επιχειρήσεων που υπάρχουν στην πόλη φιλοξενούν επιχειρήσεις για πολλά χρόνια, παίζοντας κυρίως ένα ρόλο μόνιμης στέγης, μόνο η Τεχνόπολη Θεσσαλονίκης είναι το οργανωμένο πάρκο υποδοχής τέτοιων επενδύσεων. Αλλά και σε ότι αφορά τις υποδομές χρειάζονται πολλές βελτιώσεις, που αφορούν πρωτίστως το Διαδίκτυο, που στην περιοχή μας χωλαίνει. Υπάρχουν επιχειρήσεις που καλύπτουν το κενό με δικές τους, ανεξάρτητες επενδύσεις για να διασφαλίσουν μεγάλες χωρητικότητες, γρήγορες ταχύτητες και αξιοπιστία. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι πουθενά στον κόσμο και σε κανέναν τομέα το branding δε γίνεται χωρίς χρήματα. Ο εθελοντισμός έχει τα όρια του, ιδίως όταν φιλοδοξείς να προσελκύσεις επενδύσεις πολλών εκατομμυρίων.
Τον δρόμο για την ανάδειξη της Θεσσαλονίκης σε κέντρο καινοτομίας και τεχνολογίας τον έδειξε ο πρύτανης του ΑΠΘ Περικλής Μήτκας. Εάν με κάποιο μαγικό τρόπο εγκατασταθούν στην πόλη ερευνητικά κέντρα μιας ή δύο μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών παγκόσμιας εμβέλειας η διαφήμιση θα γίνει από μόνη της. Αυτό που χρειάζεται επομένως –εάν πραγματικά οι ιθύνοντες πιστεύουν στις δυνατότητες και δε συζητούν μόνο σε επίπεδο ευχών και προθέσεων- είναι πωλήσεις. Κάτι που στο συγκεκριμένο πεδίο μεταφράζεται αρχικά ως προσπάθεια ενεργοποίησης με κάθε μέσο και με κάθε τρόπο –εμφανή ή αφανή- του μεγάλου δικτύου των Ελλήνων επιστημόνων, ερευνητών και επιχειρηματιών σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο.
Αν και οι υποθέσεις δεν είναι ανάλογες, το παράδειγμα της Ryanair, της αεροπορικής εταιρείας χαμηλού κόστους είναι χαρακτηριστικό. Στη Θεσσαλονίκη και το αεροδρόμιο «Μακεδονία» την έφερε ο Γιάννης Μπουτάρης, στην αρχή για τρία δρομολόγια και με σαφή οικονομική συμφωνία –κάτι σε τρία ευρώ ανά επιβάτη. Οι πτήσεις πήγαν καλά -ο προορισμός άξιζε δηλαδή- και ο πολλαπλασιασμός τους ακολούθησε χωρίς πρόβλημα. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνει –ποιος άραγε θα πάρει την πρωτοβουλία και την ευθύνη;- με τα κρουαζιερόπλοια. Γιατί όχι και με τις επενδύσεις. Όταν η πολιτεία μέσω του αναπτυξιακού ή του ΕΣΠΑ χρηματοδοτεί συστηματικά το μικρομεσαίο επιχειρηματικό real estate, γιατί να μην δώσει «γη και ύδωρ» για να φέρει τη Microsoft, την Apple ή την Rolls Royce; Μα, για τον ίδιο λόγο που η χώρα δεν πληρώνει τα τελευταία χρόνια την εθνική συμμετοχή στον οργανισμό του CERN. Διότι ακόμη κι αν έχεις λεφτά –που σήμερα στην Ελλάδα δεν περισσεύουν- πρέπει να έχεις και συγκεκριμένη αντίληψη του τι θέλεις να πετύχεις. Εκσυγχρονισμό της οικονομίας ή ικανοποίηση των μικρομεσαίων ψηφοφόρων;