Skip to main content

Μήπως ήρθε η ώρα να μιλήσουμε και για το ΑΠΘ;

Μήπως ένα τόσο κεντρικό κομμάτι της πόλης δεν μπορεί να μένει εκτός του δημόσιου διαλόγου για τη βιώσιμη ανάπτυξη;

του Χρήστου Αβδελά*

Μια βόλτα στην Εγνατία ή στην Εθνικής Αμύνης αρκεί για να αντιληφθεί κανείς την κατάσταση των κτηρίων και των εξωτερικών χώρων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας, με ιστορία και διεθνή αναγνώριση, παρουσιάζει μια εικόνα που δεν συνάδει ούτε με το κύρος του, ούτε με τη θέση του στο κέντρο της πόλης. Κι αν αυτή είναι η εικόνα που αντικρίζει ο περαστικός, η κατάσταση στο εσωτερικό των κτηρίων είναι ακόμη πιο δύσκολη: ελλείψεις βασικών υποδομών, προβλήματα συντήρησης, απουσία ενός συνολικού σχεδίου αναβάθμισης.

Η συζήτηση για τη Θεσσαλονίκη σήμερα περιστρέφεται γύρω από την ανάπλαση της ΔΕΘ, τη δημιουργία μητροπολιτικού πάρκου, την έλλειψη πρασίνου, την ανάγκη για χώρους στάθμευσης. Όμως, μήπως ήρθε η ώρα να στραφούμε και προς το ΑΠΘ; Μήπως ένα τόσο κεντρικό κομμάτι της πόλης δεν μπορεί να μένει εκτός του δημόσιου διαλόγου για τη βιώσιμη ανάπτυξη;

Τα ερωτήματα είναι αναπόφευκτα, όχι για να κατηγορήσουν, αλλά για να προβληματίσουν. Οι καθηγητές και το ακαδημαϊκό προσωπικό αισθάνονται άνετα και περήφανα για τις εγκαταστάσεις στις οποίες εργάζονται; Τα κτήρια της Πολυτεχνικής Σχολής, για παράδειγμα, που φιλοξενούν αρχιτέκτονες και μηχανικούς, αντανακλούν πράγματι τις αρχές του σύγχρονου και βιοκλιματικού σχεδιασμού; Οι χώροι πρασίνου, όπως τα γρασίδια της Γεωπονικής, της Ιατρικής, της Φιλοσοφικής, η πλατεία Χημείου, θα μπορούσαν να λειτουργούν ως ζωντανά εργαστήρια βιώσιμου σχεδιασμού και περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Γιατί να μην είναι πρότυπα εφαρμογής λύσεων που το ίδιο το Πανεπιστήμιο διδάσκει; Και γιατί οι φοιτητές να μη μαθαίνουν στην πράξη, μέσα στον ίδιο τους τον χώρο σπουδών, τις πρακτικές που αύριο θα κληθούν να εφαρμόσουν στην κοινωνία;

Φυσικά, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη βασική αιτία: τη διαχρονικά ελλιπή κρατική χρηματοδότηση των πανεπιστημίων. Σύμφωνα με διεθνείς συγκρίσεις, η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στις δαπάνες ανά φοιτητή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το ΑΠΘ δεν έχει τα απαραίτητα κονδύλια για μια γενναία ανακαίνιση των κτηριακών του υποδομών, ούτε για την αναβάθμιση των εξωτερικών του χώρων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η συζήτηση πρέπει να μείνει στο περιθώριο. Το αντίθετο: η υποχρηματοδότηση είναι το πρώτο ζήτημα που πρέπει να αναδειχθεί με τρόπο τεκμηριωμένο και συλλογικό.

Το ΑΠΘ δεν είναι αποκομμένο campus, όπως συμβαίνει σε πολλές άλλες πόλεις. Είναι κομμάτι της καθημερινότητας της Θεσσαλονίκης. Με περισσότερους από 70.000 ενεργούς φοιτητές, καθορίζει την εμπορική κίνηση, επηρεάζει τις τιμές ακινήτων σε μια μεγάλη γεωγραφική ακτίνα, καθορίζει το ρυθμό της πόλης. Επιπλέον, το πανεπιστήμιο καταλαμβάνει μερικές εκατοντάδες χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, μια έκταση με τεράστια σημασία για τη φυσιογνωμία και τη λειτουργία της πόλης.

Ακόμη και ζητήματα όπως η στάθμευση δείχνουν την αλληλεπίδραση πανεπιστημίου και πόλης. Το εγκαταλελειμμένο πολυόροφο κτήριο στη γωνία Αγίου Δημητρίου και Γ’ Σεπτεμβρίου θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως χώρος στάθμευσης, αποσυμφορώντας την περιοχή. Σήμερα όμως παραμένει μια πληγή, χωρίς να προσφέρει τίποτα.

Η αποστολή του πανεπιστημίου είναι πρωτίστως ακαδημαϊκή: διδασκαλία, έρευνα, ελευθερία σκέψης. Όμως, η γεωγραφική του θέση και η ιστορική του σχέση με τη Θεσσαλονίκη καθιστούν το ΑΠΘ αναπόσπαστο κομμάτι του αστικού ιστού. Επομένως, δεν είναι απλώς δικαίωμα αλλά και ευθύνη όλων, της Πολιτείας, της Πανεπιστημιακής Κοινότητας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, να δουν το ΑΠΘ ως μέρος της λύσης στα μεγάλα ερωτήματα της πόλης.

Το ζητούμενο δεν είναι η κριτική, αλλά ο ουσιαστικός διάλογος που θα δει το ΑΠΘ ως δυνατότητα. Να γίνει πρότυπο αστικού σχεδιασμού, βιώσιμης λειτουργίας και ακαδημαϊκής υπερηφάνειας. Γιατί αν το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας, με τέτοια κλίμακα και θέση, καταφέρει να αλλάξει την εικόνα του, τότε θα έχει αλλάξει μαζί και η εικόνα της ίδιας της Θεσσαλονίκης.

*Ο Χρήστος Αβδελλάς είναι σύμβουλος στην Α’ Δημοτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, Project Manager, reframe.food και σύμβουλος Ευρωπαϊκών πολιτικών

Image