Πολύ μεγάλο πρόβλημα για τους χώρους φιλοξενίας του κέντρου της Θεσσαλονίκης και ειδικά για τα ξενοδοχεία που γειτνιάζουν με τα Λαδάδικα εξακολουθεί να αποτελεί η ηχορύπανση. Διότι μπορεί οι «άγριες νύχτες» της Θεσσαλονίκης, που ξενυχτούσε μέχρι το πρωί στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 να ανήκουν στο παρελθόν, αλλά όπως φαίνεται υπάρχουν ακόμη… πυρήνες φασαρίας, που επιμένουν να χαλούν τον κόσμο -ιδιαίτερα τα βράδια της Παρασκευής και του Σαββάτου- καταπατώντας κάθε έννοια νομιμότητας, τόσο σε ό,τι αφορά τα ντεσιμπέλ, όσο και τα ωράρια.
Παρά τις συλλήψεις για το συγκεκριμένο θέμα που ανακοινώνει η αστυνομία τους τελευταίους μήνες, το πρόβλημα παραμένει, καθώς όσοι καλούνται να λογοδοτήσουν συνήθως είναι τυπικά και όχι ουσιαστικά υπεύθυνοι για τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος -οι περίφημοι αυτοφωράκηδες, επαγγελματίες του εδωλίου-, με αποτέλεσμα οι… θορυβώδεις πρακτικές να διαιωνίζονται. Όλα αυτά άνετα μπορούν να χαρακτηριστούν ως «μουτζούρα» στο πολιτισμικό πρόσωπο της Θεσσαλονίκης, που στην παρούσα συγκυρία προσπαθεί να ανασυνταχθεί τουριστικά, ώστε να καρπωθεί τα οφέλη της αυξημένης επισκεψιμότητάς της, που παρά την ανοδική πορεία των τελευταίων χρόνων έχει ακόμη πολύ σημαντικά περιθώρια βελτίωσης.
Το χειρότερο αυτών των ούτως ή άλλως δυσάρεστων καταστάσεων είναι ότι δημιουργούν διαρκή και σημαντικά προβλήματα στις επιχειρήσεις φιλοξενίας του κέντρου και ειδικά στα ξενοδοχεία και τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης που βρίσκονται μέσα και γύρω από τα Λαδάδικα. Ιδιαίτερα από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο -για οκτώ μήνες το χρόνο, ίσως και περισσότερο-, όταν αυτές οι επιχειρήσεις διασκέδασης λειτουργούν σε εξωτερικούς χώρους.
Το πρόβλημα είναι τόσο μεγάλο, που τα συγκεκριμένα ξενοδοχεία σε ορισμένες περιπτώσεις επιστρέφουν χρήματα στους πελάτες τους, οι οποίοι έρχονται από το εξωτερικό έχοντας κλείσει και πληρώσει για τη διαμονή τους, αλλά μετά την πρώτη… ξάγρυπνη νύχτα, ζητούν να αλλάξουν κατάλυμα και φυσικά απαιτούν πίσω αυτά που προπλήρωσαν χωρίς να μείνουν! Και τα παίρνουν, με ό,τι σημαίνει αυτό όχι μόνο για τα ταμεία των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, οι οποίες προσπαθούν να διασώσουν ότι μπορεί να διασωθεί από τη φήμη τους που αμαυρώνεται. Διότι η θετική εικόνα είναι η βιτρίνα και το βασικό πλεονέκτημα ενός ξενοδοχειακού καταλύματος και οι ξενοδόχοι είναι απολύτως λογικό να θέλουν να την προστατεύσουν και να τη διατηρήσουν. Κάτι δύσκολο αφού στην εποχή των κοινωνικών δικτύων οι δυσαρεστημένοι πελάτες δεν διστάζουν να κάνουν αρνητικές αναφορές στο Διαδίκτυο.
Το αποκαλυπτικό εξώδικο
Όλα αυτά καταγράφονται παραστατικά και αναλυτικά σε επίσημες καταγγελίες που έχουν υποβάλει στις αρχές ξενοδοχειακές μονάδες του κέντρου της Θεσσαλονίκης, αλλά και η Ένωση Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης χωρίς, όμως, κανένα ουσιαστικό αντίκρισμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα τέλη του περασμένου Ιουλίου -το καλοκαίρι το πρόβλημα διογκώνεται ανεξέλεγκτα λόγω της λειτουργίας θορυβωδών μπαρ σε ανοιχτές αυλές και ταράτσες επί επτά ημέρες την εβδομάδα- έξι ξενοδοχεία της περιοχής (τα στοιχεία τους είναι σε γνώση της Voria.gr που τότε είχε αναδείξει ξανά το θέμα) απέστειλαν εξώδικη δήλωση – κλήση – διαμαρτυρία προς την Ελληνική Αστυνομία αλλά και τον δήμο Θεσσαλονίκης (με κοινοποίηση στα υπουργεία Εσωτερικών και Προστασίας του Πολίτη). Στο έγγραφο αφενός περιγράφουν λεπτομερώς την κατάσταση και αφετέρου επισημαίνουν τις επιπτώσεις στη λειτουργία των ξενοδοχείων τους, αφού -όπως υπογραμμίζουν- λόγω της αυθαίρετης συμπεριφοράς ορισμένων μαγαζιών διασκέδασης «τα έσοδά μας ήδη παρουσιάζονται σημαντικά μειωμένα σε σχέση με την περσινή αντίστοιχη περίοδο».
Αξίζει να σημειωθεί ότι στο συγκεκριμένο εξώδικο, που έχει ημερομηνία 24 Ιουλίου 2024, ο μεν δήμος Θεσσαλονίκης δεν απάντησε ποτέ, η δε Ελληνική Αστυνομία απάντησε τυπικά οχυρωμένη πίσω από το ουδέτερο και άνευ νοήματος «κάνουμε το καθήκον μας».
Βέβαια -όπως λένε σήμερα οι συγκεκριμένοι ξενοδόχοι- ουδεμία ουσιαστική παρέμβαση έγινε ούτε τότε, αλλά ούτε από τότε μέχρι σήμερα. Αντίθετα τα ντεσιμπέλ συνεχίζουν το πάρτι τους και όπως φαίνεται και η επερχόμενη ανοιξιάτικη και καλοκαιρινή περίοδος θα σημαδευτεί από ανάλογα γεγονότα. Με αυτή την έννοια το εξώδικο της 24ης Ιουλίου 2024 παραμένει επίκαιρο. Οι έξι ξενοδόχοι των Λαδάδικων καταγράφουν την κατάσταση ως ακολούθως: «Τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε έρμαια της αυθαίρετης πρακτικής των διαφόρων καταστάσεων εστίασης, που επίσης δραστηριοποιούνται στην ίδια περιοχή (Λαδάδικα και τα πέριξ) και της ανεξέλεγκτης ηχορύπανσης...
Συγκεκριμένα, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες, οπότε και τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος όλων των ειδών (εστιατόρια – μπαρ – καφέ – κέντρα διασκέδασης) μετατρέπονται σε υπαίθρια με την τοποθέτηση καθισμάτων στον αύλιο χώρο τους, παρατηρείται η απόλυτη αδιαφορία για τις ώρες κοινής ησυχίας, αλλά και για το ανώτατο μέτρο κατά το οποίο επιτρέπεται να εκπέμπεται μουσική. Με άλλα λόγια, όλα τα ως άνω καταστήματα συνεχίζουν να εκπέμπουν μουσική και θόρυβο σε ένταση πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες χωρίς καμία απολύτως έγνοια ως προς τις λοιπές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην περιοχή, αλλά και ως προς τους κατοίκους της. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται γενικότερα τα τελευταία χρόνια, αλλά το παρόν έτος ήδη από τον Μάιο του 2024 η κατάσταση έχει γίνει ανυπόφορη. Στο πρόβλημα, μάλιστα, συμβάλλουν τα μέγιστα τα εποχικά εκείνα μαγαζιά – κέντρα διασκέδασης που βρίσκονται σε ταράτσες οικοδομών, χωρίς κανένα απαραίτητο εμπόδιο για τον ήχο, που λειτουργούν με τέτοιο τρόπο , ώστε η μουσική που παίζουν να ακούγεται σε όλα τα διπλανά τετράγωνα.
Η εν λόγω ανεξέλεγκτη κατάσταση και συμπεριφορά επηρεάζει άμεσα τις δικές μας επιχειρήσεις. Η συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων που επισκέπτονται την πόλη και επιλέγουν τα ξενοδοχεία μας δεν το πράττουν αυτό μόνο για να βιώσουν τη νυχτερινή ζωή της πόλης, αλλά και για να επισκεφθούν τα αξιοθέατά της, να την εξερευνήσουν και να γνωρίσουν την κουλτούρα της. Σαφώς η εμπειρία τους δεν θα είναι αυτή που επιθυμούν, εάν δεν μπορούν να κοιμηθούν λόγω της ανεξέλεγκτης ηχορύπανσης. Ήδη λαμβάνουμε καθημερινά πλείστα παράπονα από πελάτες μας οι οποίοι έχουν ταξιδέψει πολλές ώρες για να βρίσκονται εδώ και επιλέγουν τα ξενοδοχεία μας για να ξεκουραστούν και να απολαύσουν το ταξίδι τους, αλλά αντ’ αυτού αναγκάζονται να υποστούν τον αφόρητο θόρυβο των γύρω καταστημάτων μέχρι τα ξημερώματα. Η κατάσταση αυτή έχει έντονα αρνητικό αντίκτυπο σε εμάς, τόσο καθώς οι ίδιοι οι πελάτες δεν πρόκειται να μας ξαναπροτιμήσουν σε περίπτωση μελλοντικής τους επίσκεψης, αλλά κυρίως στη φήμη και την εικόνα των ξενοδοχείων μας, οι οποίες είναι το ισχυρότερο χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας επιχείρησης που δραστηριοποιείται στον χώρο του τουρισμού… Όλη η ως άνω κατάσταση, φαίνεται να ενθαρρύνεται από την αδιαφορία που επιδεικνύετε κι εσείς, τόσο ο Δήμος, όσο και η αστυνομία, ως αρμόδιοι φορείς, όταν μετά από τόσες οχλήσεις εκ μέρους τόσο ημών, όσο και λοιπών επιχειρηματιών από διαφορετικούς κλάδους, εξακολουθείτε να μην πράττετε αυτά που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητά σας».
Η Ένωση Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης
Σχετικές επιστολές διαμαρτυρίας έχει αποστείλει προς τον δήμο Θεσσαλονίκης -συγκεκριμένα προς την Αντιδημαρχία Δημοτικής Αστυνομίας με κοινοποίηση προς τον δήμαρχο- στις 24 Μαΐου και στις 13 Ιουνίου 2024 και η Ένωση Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης, η οποία έγινε αποδέκτης παραπόνων από τα μέλη της. Και πάλι, όμως το αποτέλεσμα ήταν… μηδενικό.
Αξίζει να σημειωθεί ότι παράγοντες της αγοράς που επικοινώνησαν για το θέμα με τις αρχές έχουν επισημάνει κι ένα ακόμη ανοιχτό ζήτημα. «Πολλά από τα κέντρα διασκέδασης που προκαλούν ηχορύπανση στα Λαδάδικα στεγάζονται σε παλιά κτίρια και σε ταράτσες αμφιβόλου φέρουσας ικανότητας, καθώς δεν έχουν κατασκευαστεί για να φιλοξενούν τις εκατοντάδες του κόσμου που τα επισκέπτονται, κάτι που εξ’ ορισμού είναι στατικά προβληματικό, εάν όχι επικίνδυνο» λένε χαρακτηριστικά.