Skip to main content

Ο Χρονάς της Θεσσαλονίκης, η Θεσσαλονίκη των ποιητών και μια βραδιά στη «Ζώγια»

Η πόλη τού ταιριάζει και γι’ αυτό, την επισκέπτεται συχνά. Η υγρασία, η ομίχλη, τα κρύα βράδια, τα περιορισμένα πεζοδρόμια, τα κεντροευρωπαϊκής όψης κτήρια, τα μισοφωτισμένα καφέ, τα διακριτικά ξενοδοχεία. Και οι άνθρωποι. Όσοι γνωρίζει και συνδέεται μαζί τους.

Ο Γιώργος Χρονάς γεννήθηκε στον Πειραιά. Εδώ και δεκαετίες ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Του αρέσει, όμως, πολύ η ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης. Η πόλη τού ταιριάζει και γι’ αυτό, την επισκέπτεται συχνά. Η υγρασία, η ομίχλη, τα κρύα βράδια, τα περιορισμένα πεζοδρόμια, τα κεντροευρωπαϊκής όψης κτήρια, τα μισοφωτισμένα καφέ, τα διακριτικά ξενοδοχεία. Και οι άνθρωποι. Όσοι γνωρίζει και συνδέεται μαζί τους. Αλλά και οι υπόλοιποι που απλώς βλέπει όταν περπατάει στο δρόμο ή από το παράθυρο συναντά στο δρόμο. Νεαροί φοιτητές, καθώς πρέπει κυρίες, συνταξιούχοι με σακούλες στα χέρια για τα ψώνια. Του αρέσει και η θάλασσα με τα πλοία στο βάθος του ορίζοντα, η παραλία με τον Λευκό Πύργο, το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τους περιπατητές.

Έτσι κι αλλιώς σε όλη του τη ζωή ο Χρονάς παρατηρεί τους ανθρώπους και μέσα στους ανθρώπους. Βλέπει τα μάτια και τα βλέμματά τους και προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες και τα κλειστά παράθυρα. Όχι από περιέργεια. Από ενδιαφέρον. Άλλωστε, το βραδάκι της περασμένης Πέμπτης στη φιλόξενη «Ζώγια» της Αλεξάνδρου Σβώλου, στη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου του «Το όνομά μου είναι Γιώργος Χρονάς» (Εκδόσεις Οδός Πανός) εξομολογήθηκε: «Εγώ τους φίλους μου τους υπηρετώ». Κυρίως, όμως, ο Γιώργος Χρονάς συνδέθηκε με τους ποιητές της Θεσσαλονίκης. Ιδιαιτέρως με τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου, για τον οποίο οι αναφορές στο βιβλίο είναι εκτενείς, αλλά και τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον οποίο επίσης εκτιμούσε πολύ.

Image

 

Η πρώτη φορά που ο Γιώργος Χρονάς έφτασε στη Θεσσαλονίκη ήταν το 1968 με τρένο, χάρη σε έναν συμμαθητή του από το γυμνάσιο, που μπήκε στην Ιατρική στο Αριστοτέλειο και έμενε κάπου στην περιοχή της Λεωφόρου Στρατού. Νωρίτερα ότι ήξερε από την πόλη ήταν από διηγήσεις του πατέρα του, που είχε δύο Εβραίους φίλους στην πόλη και μια φωτογραφία του αδελφού του, ο οποίος ως έφεδρος αξιωματικός πόζαρε μπροστά στον Λευκό Πύργο.

Από το 1981 που δημιούργησε το περιοδικό «Οδός Πανός» και τις εκδόσεις του ο ποιητής ανεβαίνει κάθε χρόνο στο Φεστιβάλ Βιβλίου στην παραλία, εκτός από το 2015 και το 2024. Σε αυτές τις δεκαετίες γνώρισε πολύ κόσμο, που τον μύησε στα ορατά και λιγότερα ορατά σημεία της πόλης. «Ένα ταξίδι σαν της Αλίκης στη Χώρα των θαυμάτων» γράφει χαρακτηριστικά. Και θυμάται ομάδες διαφορετικών μουσικών ακροάσεων και ενδυμάτων που κάθε Σάββατο πλακώνονταν στα παράλληλα της παραλίας στενά.

Image

 

Όπως διηγείται στο βιβλίο: «Το περίφημο Μπανάλ του Ηρακλή, που έδωσε τροφή Καβαφική στην πόλη μαζί με τα ερωτικά σινεμά στον Βαρδάρη. Όλα πια σκεπασμένα με χρυσόσκονη μνήμης. Πομπηίας. Πόσο τυχεροί που τα ζήσαμε. Και επιζήσαμε μέχρι τώρα. Και φυσικά ο αυθεντικός Φασμπίντερ πριν από τον Φασμπίντερ, όπου το πρόγραμμα τραγουδιού το κρατούσαν τραβεστί, άντρες με παιδιά το πρωί, όπως στην αρχαία τραγωδία ή στον Σαίξπηρ, που όλοι οι ρόλοι παίζονται από άντρες, ντυμένους τώρα γυναικεία για μεροκάματο.

Στη Σταυρούπολη το Στάσα, δίπλα σε ένα ρυάκι γεμάτο απορρίμματα, όπου είδα την πρώτη τραβεστί από τον Βόλο. Λάουρα λατινιστί, Δάφνη στη γλώσσα μας. Μετά η κυρία Στάσα άνοιξε στον Βαρδάρη το περίφημο Σεχραζάτ για τον γιο της Πρόδρομο, όπου ο Φασμπίντερ και ο Τένεσι Ουίλιαμς έπαιρναν σκηνές που αναφέρω πιο πάνω για τους ρόλους τους στα έργα τους. Αν συνοδευόσουν από γυναίκα , την κέρναγαν μπίρα. Μεγάλο δέλεαρ».

Στην εκδήλωση της Πέμπτης στη «Ζώγια» για το βιβλίο, που στο εξώφυλλο χαρακτηρίζεται ως αυτοβιογραφία, αλλά ο ίδιος ορθώς αναιρεί ήδη τον χαρακτηρισμό αναγνωρίζοντας τον αποσπασματικό χαρακτήρα των διηγήσεων και των περιγραφών του, μίλησε για τον Χρονά και την ταυτότητα του έργου του «ποιητή εργοταξίου εξαιρετικών αισθημάτων» ο δικός μας Θωμάς Κοροβίνης. Με γλαφυρό και διεισδυτικό τρόπο, όπως το συνηθίζει.

Image

 

Μεταξύ άλλων σημείωσε τα εξής: «Τιμά την ποίησή μας, και η ποίησή του τιμά εμάς μα η έννοια ποιητής δεν τον καλύπτει. Ναι μεν εξαίρετος λυρικός και κοινωνικός ποιητής της μεταπολεμικής Ελλάδας, όσο και σημαντικός και ρηξικέλευθος εκδότης, αλλά ευρύτερα ένας ιδιότυπος, καινοτόμος, ιδιοσυγκρασιακός στοχαστής κι ένας από τους τελευταίους γνήσιους  ρομαντικούς του καιρού μας. Ρομαντικός, όχι με την έννοια του αιθεροβάμονα κυνηγού άπιαστων ονείρων, αλλά με τη σημασία του οραματιστή μιας παραδείσιας κιβωτού προορισμένης να περιθάλπει όλα τα κολασμένα απολωλότα, τους "αμαρτωλούς" που τη βγάζουν ισόβια στην κόψη του ξυραφιού, τα άστεγα πάθη, τους ευσπλαχνικούς φονιάδες, τους "ιδανικούς αυτόχειρες". Παραμένοντας εμμονικά αντι-μπουρζουάς δίπλα στον ιδιότυπο αντι-αριστερισμό του. Κάποιες φορές αποφαινόμενος με επικίνδυνους γι’ αυτόν ή ακραίους χαρακτηρισμούς για πρόσωπα και πράγματα του καιρού μας που την ευθύνη τους όμως χρεώνεται πεισματικά ο ίδιος. Υμνολογώντας τα έργα και τις ημέρες έξοχων κινηματογραφιστών όπως ο Παζολίνι, ο Βισκόντι, ο Φασμπίντερ, γράφοντας συναξάρια τραγικών βίων υπέρλαμπρων χολιγουντιανών αστέρων σαν το Μάρλον Μπράντο, τον Τζαίημς Ντην και τη Μονρό. Κάνοντας ισόβια υπόκλιση στους αθανάτους δασκάλους του τον Τσαρούχη και τον Χατζιδάκι, και πλέκοντας εγκώμια για εμβληματικές περσόνες του καθαρόαιμου λαϊκού μας τραγουδιού, τον Άκη Πάνου, τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Στέλιο Καζαντζίδη, την Καίτη Γκρέϋ, την Πόλυ Πάνου».

Επίσης ο Κοροβίνης αναφέρθηκε στα περίπου 100 ποιήματα του Χρονά που έγιναν τραγούδια από σπουδαίους δημιουργούς, παρά το ότι στις περισσότερες περιπτώσεις τους λείπει η ομοιοκαταληξία και κυκλοφορούν αθόρυβα, αλλά διαρκώς παρόντα, ανάμεσα μας. 

Image

 

Η σχέση του Γιώργου Χρονά με τη Θεσσαλονίκη καταγράφεται μοναδικά στο βιβλίο. Με τον τρόπο του ποιητή, που γράφει με ποιητική διάθεση και τα πεζά του κείμενα. Μια σχέση που αναδύθηκε για μία ακόμη φορά το βράδυ της Πέμπτης, αφού οι φίλοι που απέκτησε στην πόλη έσπευσαν να τον δουν και να τον τιμήσουν με την παρουσία τους. Ανάμεσά τους και ο δήμαρχος της πόλης Στέλιος Αγγελούδης, ο οποίος έφτασε αθόρυβα στο χώρο, παρέμεινε διακριτικά σε μία γωνία της αίθουσας και στο τέλος χαιρέτησε τον ποιητή, αγόρασε το βιβλίο και αποχώρησε εξίσου διακριτικά.