Skip to main content

Θεσσαλονίκη: Το ξενοδοχείο «Βαλκάνια» μένει ανοιχτό εν μέσω κορωνοϊού

Το «Ξενοδοχείο Βαλκάνια» παραμένει συνέχεια ανοιχτό κόντρα στη μοίρα των άλλων ξενοδοχείων της πόλης που παραμένουν αμίλητα το τελευταίο διάστημα.

Το ξενοδοχείο «Βαλκάνια» βρίσκεται στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Σε ένα δρόμο που πουλούν μπαχαρικά και τσάι, στα Λαδάδικα. Η μία πλευρά του βλέπει το λιμάνι και τη θάλασσα. Οι καναπέδες και οι πολυθρόνες στη ρεσεψιόν αποπνέουν άνεση και ζεστασιά, έτσι καθώς φωτίζονται με ψηλές λάμπες δαπέδου. Ο χώρος διατηρεί ακόμη την αισθητική των δεκαετιών του 1960 και του 1970, όταν η κοινωνία ολόκληρη και ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά ανακάλυπταν καθημερινά ένα καινούριο κόσμο. Έναν κόσμο ανυπόμονο να πάει έστω ένα βήμα παρακάτω. Όχι βαρετό όπως τον σημερινό, που ενδιαφέρεται περισσότερο να διατηρήσει τα κεκτημένα του χθες.

Ο ποιητής Γιώργος Χρονάς βρίσκεται συχνά εκεί και παρακολουθεί την καθημερινότητά εργαζομένων και πελατών. Είναι ξεχωριστοί και ταυτόχρονα καθημερινοί άνθρωποι. Έχουν αδυναμίες. Δε διστάζουν να περιπλανηθούν στους έρημους δρόμους της πόλης. Να διασπάσουν το πρόσωπο τους στην μισοφωτισμένη βιτρίνα. Να ακουμπήσουν σε ένα τοίχο βαμμένο στο χρώμα της ώχρας. Να ταξιδέψουν όλη τη νύχτα μέσα σε ένα ταξί. Να καταρρεύσουν στον καναπέ της ρεσεψιόν. Να κρυφτούν στο σκοτάδι της γωνίας για να παρακολουθήσουν και να ακούσουν τον λαϊκό τραγουδιστή. Να αποκαλυφθούν μπροστά στα φώτα. Να κρυφτούν στην απελπισία τους. Να ξεχάσουν στο κομοδίνο το βιβλίο που διαβάζουν. Αυτή την ξεχωριστή ατμόσφαιρα του Ξενοδοχείου Βαλκάνια κατάφερε να μεταφέρει ο Χρονάς, άλλοτε με δημοσιογραφική αμεσότητα και άλλοτε με ποιητική υπαινικτικότητα. Αρχικά επί χρόνια σε εβδομαδιαία βάση στη συχνότητα του Γ΄ προγράμματος της ΕΡΤ και τώρα σε βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Οδός Πανός», τον δικό του εκδοτικό οίκο. Με αυτά τα δεδομένα είναι φυσικό το «Ξενοδοχείο Βαλκάνια» να παραμένει συνέχεια ανοιχτό. Κόντρα στη μοίρα των άλλων ξενοδοχείων της πόλης, που όσο γοητευτικά στέκουν ολόφωτα μέσα στη νύχτα με τις φιλόξενες εισόδους τους, αλλά τόσο μοιάζουν εκπίπτουν σε θλιβερά, όταν παραμένουν αμίλητα και σκοτεινά, όπως συμβαίνει το τελευταίο διάστημα. 

 

Κάπως έτσι ο ρεσεψιονίστ Κέβης και η καμαριέρα Ρίτα –και οι δύο με την ανάλογη στολή, όπως αρμόζει στον θεσμικό χώρο που εργάζονται- υποδέχθηκαν ένα βροχερό απόγευμα τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον Τένεσι Ουίλιαμς, μίλησαν μαζί τους και τους καληνύχτισαν με ένα τραγούδι της Τζένης Βάνου. Μια άλλη ημέρα σέρβιραν βραστή σαλάτα με λάδι και λεμόνι στον Κώστα Ταχτσή. Παρακολούθησαν τον Μίνω Βολανάκη να διαβάζει φωναχτά ποιήματα της Παλατινής Ανθολογίας σε δική του μετάφραση. Άκουσαν τη Λιλή, τη Σεβάς Χανούμ και τη Στέλλα Χασκίλ να προβάρουν α καπέλα άγια ρεμπέτικα, την ώρα που έξω έβρεχε, έπεφταν κεραυνοί, φυσούσε άγριος Βαρδάρης και είχε διακοπή ρεύματος. Βοήθησαν την Έλλη Λαμπέτη να ανεβάσει τη βαλίτσα της στο δωμάτιο 19, αλλά και τον Γιώργο Ιωάννου που έμεινε δύο ημέρες στο δωμάτιο 17, όταν η ΔΕΗ έκανε εκτεταμένες εργασίες στην περιοχή του σπιτιού του. Στο ίδιο δωμάτιο που είχαν κοιμηθεί παλιότερα ο Μένης Κουμανταρέας, ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Φερνάντο Πεσόα. Κατάφεραν να κρύψουν απ’ όλους -από ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη και τον πλανήτη- ότι ο Μάικλ Τζάκσον έμεινε στο ξενοδοχείο τους και μάλιστα το βράδυ τον πήγαν να ακούσει ντόπια μουσική. Είδαν την Τζένη Βάνου να μπαίνει ξημερώματα, λιώμα από τις μπόμπες ποτά, συνοδευόμενη από έναν νεαρό, 22 ετών, με μηχανάκι. Υποδέχθηκαν στις 6 το πρωί τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος έφτασε από την Αθήνα ξαφνικά, με ταξί, και συζήτησαν μαζί του για τον κόσμο και τα πρόσωπα του ρεμπέτικου. Έσωσαν τον Έντγαρ Άλαν Πόε που φορτωμένος με μία μεγάλη βαλίτσα είχε χαθεί κάπου στην κρεαταγορά της πόλης και παρακολούθησαν σιωπηλοί την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη να μελετάει το ρόλο της Εκάβης από τις Τρωάδες του Ευρυπίδη σε μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη. Η πιο λαμπερή, όμως, στιγμή του «Ξενοδοχείου Βαλκάνια» ήταν όταν άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε η πελάτισσα που είχε κλείσει δωμάτιο ως Νόρμαν Τζην Μπέηκερ Μόντερσον, ένα ξανθό κορίτσι από την Αμερική που ο κόσμος το ξέρει με το όνομα Μέριλιν Μονρόε. Τον ίδιο αμερικάνικο αέρα έφερε μαζί του και ο Κωνσταντίνος Τζούμας, ο γνωστός ηθοποιός, ραδιοφωνικός παραγωγός και συγγραφέας, που δεν αρνήθηκε να μιλήσει με τον Κέβη και τη Ρίτα για τη συναρπαστική ζωή του.

Όλα αυτά τα θαυμαστά –προφανώς και άλλα πολλά- συμβαίνουν στο «Ξενοδοχείο Βαλκάνια». Στις εκατοντάδες ραδιοφωνικές του ώρες και στις 125 σελίδες του. Διηγήσεις που συνοδεύονται από εξαίσιες μουσικές, σε έντονους και χαλαρωτικούς ρυθμούς, σπαρακτικά τραγούδια, κινηματογραφικά θέματα, κλασικά αριστουργήματα. Διότι οι ξεχωριστοί άνθρωποι, όπως οι πελάτες του «Ξενοδοχείου Βαλκάνια», δεν θα ήταν ξεχωριστοί εάν συμβιβάζονταν με οτιδήποτε δεν ήταν αυθεντικό, άρα υπέροχο και αξιοσημείωτο. Όπως άλλωστε και το ξενοδοχείο που επέλεξαν, αλλά και η Θεσσαλονίκη, η πόλη που επισκέπτονται ή ζουν. Μια πόλη που μέσα στη δυσάρεστη καραντίνα του κορωνοϊού, ξαλαφρωμένη από το βάρος των αυτοκινήτων και των ανθρώπων, οι οποίοι ευθύνονται για τα πολλά τερατουργήματα στο σώμα της, ανέδειξε και πάλι τις ομορφιές της. Τους ψιθύρους της, που σε όποιον ακούει διηγούνται αιώνες ιστορίας. Σημαντικά κτίρια, απόκρυφες γωνιές, μεγάλοι δρόμοι, ευρύχωρα πεζοδρόμια. Μια αρχοντική παραλία και μια απρόσκοπτη θέα στη θάλασσα. Προς την έξοδο του Θερμαϊκού. Ενός κόλπου που συμβολίζει ταυτόχρονα την προοπτική των ανοιχτών οριζόντων, των εμπορικών συναλλαγών, των ταξιδιών και του κοσμοπολιτισμού. Αλλά και την ασφάλεια που προσφέρει η κλειστή θάλασσα απέναντι σε κάθε φοβία.