Ο κυρ - Θύμιος έχει ένα γιο σε ηλικία γάμου και ως εκ τούτου κουβαλάει το σύνηθες για πολλούς Έλληνες γονείς άγχος να τον αποκαταστήσει με τρόπο αποδοτικό για όλη την οικογένεια. Τον φωνάζει, λοιπόν, μια μέρα και του λέει: «Γιέ μου ήρθε η ώρα να παντρευτείς και σου έχω βρει την κατάλληλη νύφη». Ο μικρός, που έχει πτυχίο από το πανεπιστήμιο Μακεδονίας, αλλά παραμένει άνεργος επί μια πενταετία, αντιδρά εξηγώντας στον πατέρα του ότι στις μέρες μας οι άνθρωποι επιλέγουν οι ίδιοι ποιόν και πότε θα παντρευτούν. Εκείνος ακούει υπομονετικά και μετά πετάει τη… βόμβα. «Καλά εγώ κανόνισα να παντρευτείς την κόρη του Μπιλ Γκέιτς και δεν θέλεις; Που θα βρεις μια τόσο όμορφη και κυρίως μια τόσο πλούσια κοπέλα;». Με το άκουσμα του… ονόματος ο γιός συμβιβάζεται και λέει στον πατέρα του πως αν έτσι έχουν τα πράγματα δέχεται ευχαρίστως το προξενιό.
Την επομένη ο κυρ – Θύμιος παίρνει το αεροπλάνο από την Ελλάδα και φτάνει μέχρι το Σιάτλ των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου βρίσκεται η έδρα της Microsoft. Προσεγγίζει το γραφείο του Μπιλ Γκέιτς και ζητάει από τη γραμματέα του να τον δεχθεί ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας, ο επί πολλά χρόνια πλουσιότερος άνθρωπος πάνω στον πλανήτη Γη. Εκείνη έκπληκτη τον ρωτάει ποιος τον ζητεί –ταυτόχρονα του εξηγεί τα ραντεβού με το συγκεκριμένο άνθρωπο δεν κλείνονται έτσι- και ακόμη πιο έκπληκτη ακούει την απάντηση «ο πατέρας του άντρα της κόρης του». Με τα πολλά ο κυρ – Θύμιος βρίσκεται στο γραφείο του Γκέιτς, ο οποίος τον ρωτάει ποιος είναι. «Είμαι ο συμπέθερος σου, αφού ο γιος μου θα παντρευτεί την κόρη σου» λέει ο δαιμόνιος Έλληνας αφήνοντας… κάγκελο το αμερικανάκι, που με απολογητικό ύφος λέει «η κόρη μου ήρθε χθες από το σπίτι, αλλά δε μας είπε τίποτα». Τότε ο κυρ – Θύμιος τον βγάζει από τη δύσκολη θέση λέγοντας του πως δεν τους είπε τίποτα διότι ούτε η ίδια γνωρίζει ότι θα παντρευτεί έναν Έλληνα. «Και από πού κι ως που θα τον θελήσει για σύζυγο;» ρωτάει ο Γκέιτς, που έχει αρχίσει να… φορτώνει άσχημα. «Μα επειδή ο γιός μου είναι ο επόμενος πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας» απαντά απτόητος ο κύρ - Θύμιος. «Τότε τα πράγματα αλλάζουν, αλλά πως θα γίνει αυτό;» λέει ο Μπιλ, ο οποίος γνωρίζει τον γραμματέα του διεθνούς οργανισμού και μπορεί να μάθει την αλήθεια. «Ξέρω ότι είστε φίλοι» συνεχίζει απτόητος ο Ελληναράς, ο οποίος έχει εκπαιδευτεί να μεταφράζει υπέρ του κάθε απάντηση, κάθε κατάσταση. «Αν σε ρωτήσει, λοιπόν, πες του καμιά καλή κουβέντα για το γαμπρουδάκι σου», συμπληρώνει.
Την επόμενη ώρα ο κύρ - Θύμιος «πετάει» από το Σιάτλ για τη Νέα Υόρκη. Από το αεροδρόμιο παίρνει ταξί για τον ουρανοξύστη της World Bank κι εμφανίζεται στο γραμματέα του Οργανισμού, ως ο πατέρας του επόμενου προέδρου. «Και με ποια προσόντα ο γιός σου διεκδικεί αυτή τη θέση;» τον ρωτάει ο γραμματέας, για να εισπράξει την απάντηση «μα είναι ο γαμπρός του Μπιλ Γκέιτς». Όπως είναι φυσικό η αντίδραση του γραμματέα είναι προσεκτική. «Αν είναι έτσι τότε τα πράγματα αλλάζουν» λέει και σηκώνει το τηλέφωνο, καλεί Σιάτλ και ρωτάει τον φίλο του τον Μπιλ αν ο γαμπρός του είναι υποψήφιος για την προεδρία της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Η μικρή αυτή ιστορία για το γάμο της κόρης του Μπιλ Γκέιτς –ή αν προτιμάτε για το γάμο του γιού του κυρ – Θύμιου- είναι προφανώς φανταστική. Ονόματα και καταστάσεις ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Πολύ περισσότερο που το φινάλε της ιστορίας είναι ανοιχτό σε κάθε ενδεχόμενο. Αποτυπώνει, όμως, η ιστορία μας με έμμεσο –μεταφορικό όπως λένε οι φιλόλογοι- τρόπο το πώς σκέφτονται κάποιοι ανάμεσα μας. Αλλά και το πώς λειτουργεί το σύστημα σε μια ανοχύρωτη χώρα και σε μια πόλη πραγματικό και απέραντο καφενείο.
Διότι στην Ελλάδα δεν είναι σπάνιο να μιλάνε διάφοροι για λογαριασμό τρίτων, χωρίς αυτοί οι τρίτοι να γνωρίζουν το παραμικρό.
Ειδικά στη Θεσσαλονίκη, όπου η κοινωνία είναι μικρή και κατά καιρούς κυριαρχούν σε πολιτικό επίπεδο μονοπρόσωπες καταστάσεις, η μισή πόλη συνηθίζει να μιλάει εξ’ ονόματος τους. Παλαιότερα –για παράδειγμα- εν ονόματι του Σωτήρη Κούβελα, μετά του Στέλιου Παπαθεμελή και αργότερα του Άκη Τσοχατζόπουλου –για να αναφερθούμε σε τρεις πολιτικούς με πραγματική δύναμη όταν βρίσκονταν στα πάνω τους. Τους σφίγγει το χέρι, φωτογραφίζεται μαζί τους, κάνει ραντεβού για να παρουσιάσει ιδέες, απαιτεί ρουσφέτια και γενικά συμπεριφέρεται ως κομμάτι του κυρίαρχου συστήματος, πέρα από θεσμικές καταστάσεις, οι οποίες θεωρούνται απλώς γραφειοκρατικά εμπόδια.
Το αποτέλεσμα αυτών των κυκλωτικών κινήσεων είναι συνήθως κάποιου είδους ανταμοιβή για τους πολιορκητικούς κριούς, που κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Από λίγη δημοσιότητα και μια μικρή δόση παραγοντιλίκι, μέχρι τη διασφάλιση κάποιας θεσούλας ή μιας επιδότησης. Ούτε το πολιτικό πρόσωπο, που σε αυτή τη φάση μπορεί να θεωρηθεί θύμα, ούτε το κοινωνικό σύνολο κερδίζουν ή έχουν να περιμένουν κάτι, καθώς το παράλληλο προς την πραγματικότητα σύμπαν που στήνεται σε αυτές τις περιπτώσεις είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του κυρ – Θύμιου και κανενός άλλου.