του Μιχάλη Κούπκα*
Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι και αυτό δεν είναι μια απλή εθιμοτυπική διαπίστωση. Στοιχειοθετείται από μια σειρά εξελίξεων αλλά και προκλήσεων που εντοπίζονται είτε με γυμνό μάτι, είτε κάποιος ξύσει λίγο την επιφάνεια της καθημερινής επικαιρότητας. Από τη μία πλευρά, οι υποδομές της βελτιώνονται, νέα έργα μπαίνουν σε τροχιά υλοποίησης και ο δημόσιος διάλογος για το μέλλον της πόλης δείχνει πιο ώριμος από ποτέ. Από την άλλη όμως, η ίδια η καθημερινότητα των πολιτών, μας υπενθυμίζει ότι ο δρόμος προς τον πραγματικό μετασχηματισμό είναι ακόμη μακρύς. Για να γίνει η Θεσσαλονίκη μια σύγχρονη, πράσινη και λειτουργική μητρόπολη, χρειάζεται όχι απλώς βήματα προόδου, αλλά ένα συνεκτικό σχέδιο με συνέχεια και επιμονή.
Στο εμπορικό μέτωπο, η εικόνα των κλειστών καταστημάτων είναι αποκαλυπτική. Δεν πρόκειται μόνο για αποτέλεσμα οικονομικών δυσκολιών. Είναι ένδειξη μιας νέας εποχής στο εμπόριο, που φέρνει μαζί της διαφορετικές συνήθειες, άλλες μορφές κατανάλωσης και ανάγκη για προσαρμογή. Η Θεσσαλονίκη οφείλει να αναστοχαστεί τον ρόλο των εμπορικών της κέντρων, του ιστορικού κέντρου και των συνοικιακών αγορών. Να στηρίξει τη μικρή επιχειρηματικότητα, αλλά και να επενδύσει σε ψηφιακές, βιώσιμες μορφές εμπορίου, που θα συνδέουν τον καταναλωτή με την τοπική παραγωγή. Το εμπόριο είναι δείκτης ζωντάνιας· όταν οι βιτρίνες μένουν αναμμένες, η πόλη αναπνέει. Όταν παλιοί εμπορικοί δρόμοι ερημώνουν, πρέπει να αναζητηθεί αντίδοτο. Αντίδοτο που πιθανά να ξεπερνά τις δυνάμεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης - η τελευταία όμως οφείλει να φέρει το ζήτημα στο επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου ως πρόβλημα προς αντιμετώπιση.
Οι συγκοινωνίες αποτελούν άλλο ένα καθοριστικό πεδίο αλλαγής. Το μετρό λειτουργεί και σύντομα θα επεκταθεί, τα λεωφορεία λειτουργούν πιο οργανωμένα, ο στόλος ανανεώνεται, οι πολίτες αρχίζουν να βλέπουν προοπτική. Παρ’ όλα αυτά, η αστική κινητικότητα απέχει ακόμη από το επίπεδο που θα έκανε τη Θεσσαλονίκη πραγματικά βιώσιμη πόλη. Χρειάζεται συνδυασμός μέσων, επένδυση σε ποδηλατοδρόμους, καλύτερη διαχείριση της στάθμευσης, αλλά κυρίως μια κουλτούρα μετακίνησης που να υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το αυτοκίνητο. Η μετακίνηση δεν πρέπει να είναι καθημερινός αγώνας αλλά είναι δικαίωμα. Και όλη αυτή η προσπάθεια πρέπει να έχει χαρακτηριστικά προβλεπτικότητας – να προλάβει τη δημογραφική εξέλιξη των περιοχών, τη δυνητική ανάδειξη νέων σημείων ενδιαφέροντος, τις αλλαγές σε αυτή καθ’ αυτή την οικονομία της πόλης.
Στο ίδιο πνεύμα, οι αστικές αναπλάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη ή προγραμματίζονται —από τα πρώην στρατόπεδα μέχρι τις γειτονιές— οφείλουν να αποκτήσουν ταχύτητα και προσανατολισμό. Δεν αρκεί να γίνονται έργα. Πρέπει να γίνονται με κριτήρια βιωσιμότητας, ανθεκτικότητας και βιοκλιματικής λειτουργίας. Η πόλη χρειάζεται περισσότερο πράσινο, καλύτερη διαχείριση του νερού, σκίαση και μικροκλιματική ισορροπία. Ο μετασχηματισμός δεν θα έρθει μόνο από έργα τσιμέντου, αλλά από έργα που σέβονται και προστατεύουν το περιβάλλον. Πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητας μελέτες που προβλέπουν ένα μέλλον (μακρινό μεν) εφιαλτικό με τις μισές ημέρες του χρόνου την πόλη σε καύσωνα. Προβολή για το έτος 2100 αλλά συνάμα ανάγκη να δράσουμε σήμερα.
Το μεγαλύτερο ζητούμενο όμως είναι το πώς διοικείται συνολικά αυτή η προσπάθεια. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο ο Δήμος Θεσσαλονίκης· είναι ένα ευρύτερο πολεοδομικό σύνολο με εννέα Δήμους, ενιαία οικονομία και κοινές ανάγκες. Χωρίς μητροπολιτική ματιά, κάθε έργο κινδυνεύει να μείνει αποσπασματικό. Χρειαζόμαστε δομές συντονισμού, κοινό σχεδιασμό, θεσμική συνέχεια και μια κουλτούρα συνεργασίας πέρα από εκλογικούς κύκλους και παρατάξεις. Μόνο έτσι μπορούμε να ξεπεράσουμε τον κατακερματισμό που για χρόνια μας κρατά πίσω.
Όλη αυτή η συζήτηση δεν πρέπει να έχει εσωστρεφή ορίζοντα. Πρέπει να κοιτά προς τα έξω. Ο ανταγωνισμός των πόλεων είναι αμείλικτος. Οι πόλεις που επιλέγουν στρατηγικά, σχεδιάζουν μακροπρόθεσμα και αξιοποιούν όλα τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία —από το ΕΣΠΑ μέχρι την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων— είναι αυτές που κερδίζουν σε ανάπτυξη, επενδύσεις και ποιότητα ζωής. Οι άλλες μένουν απλώς να «βελτιώνονται», χωρίς να αλλάζουν πραγματικά. Η Θεσσαλονίκη πρέπει να ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Δεν είναι εύκολο αλλά πρέπει να το κατανοήσουμε σε βάθος. Ο μετασχηματισμός μιας πόλης δεν είναι υπόθεση ούτε μιας δημοτικής αρχής ούτε ενός πολιτικού σχεδίου. Είναι συλλογική διαδικασία. Απαιτεί θεσμική συνέχεια, πολιτική βούληση και κοινωνική συναίνεση. Απαιτεί επίσης καθημερινή φροντίδα για τα μικρά και διορατικότητα για τα μεγάλα.
Η Θεσσαλονίκη έχει τις δυνατότητες, τους ανθρώπους και τη δυναμική να πρωταγωνιστήσει. Το ζητούμενο είναι να το αποφασίσει — και να το κάνει με σχέδιο, συνέπεια και συνεργασία. Γιατί ο μετασχηματισμός της πόλης δεν θα γίνει από μόνος του. Θα είναι το αποτέλεσμα της κοινής μας προσπάθειας να τη φανταστούμε ξανά, όπως της αξίζει.
*Ο Μιχάλης Κούπκας είναι Δημοτικός Σύμβουλος Δήμου Θεσσαλονίκης
