Skip to main content

Ο ψηλός με το μούσι και η Τζόαν τραγουδούν στην Αριστοτέλους και βολτάρουν στην παραλία

Η ιστορία μας είναι λίγο παλιά, αλλά καθόλου ξεπερασμένη. Ανασύρθηκε στην επιφάνεια λόγω της είδησης του θανάτου του Διονύση Σαββόπουλου. Που ως γνωστόν «Γεννήθηκε στη Σαλονίκη / και ξέρει απέξω τη διαδρομή»

Ένα χειμωνιάτικο σούρουπο πριν από λίγα χρόνια, κοντά στα Χριστούγεννα, δύο νεαροί κιθαρωδοί έπαιζαν και τραγουδούσαν 20 – 30 μέτρα πάνω από την Τσιμισκή, σχεδόν απέναντι από τον Ιανό και το Hondos Center. H κίνηση είχε αραιώσει, αλλά εκείνοι έμοιαζαν συνεπαρμένοι καθώς περνούσαν από κομμάτι σε κομμάτι. Από Μάλαμα και Μικρούτσικο, σε Ντύλαν και Σάιμον & Γκαρφάνγκελ. Και από Χατζιδάκι και Κατσιμιχαίους σε Σπρίνγκστιν και Μπιτλς.

Κάποια στιγμή φάνηκε να κατηφορίσει  ένα ενδιαφέρον οπτικά ζευγάρι. Εκείνος ψηλός με λευκό μούσι και στρόγγυλα γυαλιά, καπέλο κατεβασμένο στα μάτια, μακρύ παλτό και κασκόλ για να προστατεύεται από το κρύο, βάδιζε αγέρωχος. Εκείνη ψιλόλιγνη, με τζιν παντελόνι, μποτάκια, σκούφο και χοντρό μπουφάν, περπατούσε στο πλάι του. Η μουσική από τις δύο κιθάρες και τις δύο φωνές τους συνάντησε μόλις πέρασαν την Ερμού και πλησίασαν στη Βασ. Ηρακλείου.

Δυνάμωνε όσο έπεφτε η νύχτα και όσο πλησίαζαν στους δύο τροβαδούρους του δρόμου. Λίγο πριν φτάσουν δίπλα τους σταμάτησαν. Κάθισαν στο πέτρινο πεζούλι και συνέχισαν να ακούνε, όπως έκαναν και ορισμένοι ακόμη περαστικοί που είχαν ξεμείνει στο κέντρο από τη μεσημεριάτικη κίνηση. Πέρασε έτσι ένα τέταρτο. Ο άνδρας και η γυναίκα κοιτάχτηκαν κι εκείνη κάτι έσκυψε και του είπε στο αφτί. Ο ψηλός μουσάτος σηκώθηκε, πλησίασε τους δύο μουσικούς και ανάμεσα σε δύο κομμάτια τους μίλησε. Κάτι τους είπε ψιθυριστά, που το άκουσαν μόνο οι τρεις τους. Εκείνοι αναψοκοκκινισμένοι και σε ένταση από την προσπάθεια να τραγουδήσουν έσπευσαν να συμφωνήσουν, λέγοντας κάτι που ακούστηκε σαν «πολύ ευχαρίστως». Ξεκρέμασαν τις κιθάρες και τις παρέδωσαν στο ζευγάρι –η γυναίκα είχε κι αυτή ήδη πλησιάσει. Χωρίς πολλά πολλά ο άνδρας με το λευκό μούσι γρατζούνισε το όργανο και με τη βαθιά ταξιδιάρικη φωνή του άρχισε να τραγουδάει:

Μη μου το πεις /
οι παλιοί μας φίλοι μην το πεις /
για πάντα φύγαν. /
Μη, το ’μαθα πιά /
τα παλιά βιβλία, τα παλιά τραγούδια /
για πάντα φύγαν. /

Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται /
όταν τα γιοφύρια πίσω μας θα κόβονται /
εγώ θα είναι εδώ /
να σας θυμίζω τις μέρες τις παλιές».

Στον απόηχο του ρεφρέν η γυναίκα κτύπησε αποφασιστικά τις χορδές της δεύτερης κιθάρας και άρχισε να τραγουδάει με την κοφτερή σαν λάμα φωνή της:                    

Gracias a la vida que me ha dado tanto. /
Me dio dos luceros, que cuando los abro, /
perfecto distingo lo negro del blanco /
y en el alto cielo su fondo estrellado /
y en las multitudes el hombre que yo amo. /
 
Gracias a la vida que me ha dado tanto. /
Me ha dado el oído que en todo su ancho /
graba noche y día, grillos y canarios, /
martillos, turbinas, ladridos, chubascos, /
y la voz tan tierna de mi bien amado».

Κόσμος άρχισε να μαζεύεται σε χρόνο ρεκόρ. Πριν τελειώσουν τα δύο κομμάτια τα πρώτα ψιλά είχαν πέσει στη… σφουγγάρα. Το ζεύγος αισθάνθηκε άβολα, αφού το σημείο ανήκε σε άλλους. Παρέδωσαν τις κιθάρες και συνέχισαν να προχωρούν προς την Τσιμισκή. «Γιατί δεν μας λέτε κάτι ακόμη;» ρώτησε μια κυρία που νόμισε ότι αναγνώρισε τον μουσάτο, ειδικά μετά το τραγούδι, αλλά πάλι δεν ήταν σίγουρη. Εκείνος χαμογέλασε και απάντησε αφοπλιστικά «Δε γίνεται, είμαστε βιαστικοί και η Τζόαν κρυώνει». Οι δύο φιγούρες χάθηκαν προς την Τσιμισκή, πέρασαν στην απέναντι όχθη, έφτασαν στην παραλία και συνέχισαν τη βόλτα τους προς το Λευκό Πύργο, τυλιγμένοι στην υγρασία και στην ομίχλη.

Η κυρία στεκόταν ακόμη ακίνητη και σκεφτόταν τις δύο φιγούρες. Δεν πίστευε αυτό που είχε φανταστεί. Προχώρησε αργά, μπήκε σε ένα ταξί, είπε στον οδηγό την κατεύθυνση και βυθίστηκε στις σκέψεις της. Μέχρι τη στιγμή που ανατρίχιασε, όταν από το ραδιόφωνο του ταξί ακούστηκε ο Σαββόπουλος να τραγουδάει τη «Συννεφούλα». Το πώς κύλησε η υπόλοιπη βραδιά δεν είναι ξεκαθαρισμένο ούτε για την κυρία, ούτε για το ζευγάρι. Το μόνο που ακούστηκε σαν φήμη στα στενά της πόλης είναι ότι η κυρία που τους παρακάλεσε να συνεχίσουν, μόλις μπήκε στο σπίτι της βρήκε τον άντρα της να ακούει τραγούδια της Τζοάν Μπαέζ, από έναν αγαπημένο του δίσκο. Δεν είπε λέξη για να μη του χαλάσει την απόλαυση. Μόνο του χαμογέλασε γλυκά…