Skip to main content

Ο τρόπος για την αναζωογόνηση του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης

Η επέκταση των οικιστικών χρήσεων και η αλλαγή της επαγγελματικής χρήσης ακινήτων θα μπορούσαν να δώσουν άλλη πνοή στο ιστορικό κέντρο της πόλης.

Η εικόνα του κέντρου της Θεσσαλονίκης είναι σε πολλές περιπτώσεις αντιφατική. Από τη μια υπάρχει η εμπορική λάμψη της Τσιμισκή, της Μητροπόλεως, της Αριστοτέλους, της Αγίας Σοφίας –κάτω από την Ερμού- και των γύρω δρόμων, κυρίως προς την πλευρά της θάλασσας. Από την άλλη έχουμε την περιοχή ανάμεσα στην Ερμού και την Εγνατία, στην οποία το φως αχνοφέγγει. Μια τρίτη κατηγορία, είναι οι σκοτεινιασμένες περιοχές, με τα εκατοντάδες κλειστά μαγαζιά και τους άδειους βιοτεχνικούς χώρους, στις οποίες το βράδυ φέγγει μόνο ο δημοτικός φωτισμός. Ολόκληρες πιάτσες που λειτουργούσαν επί δεκαετίες τις σάρωσε η κρίση. Στην κυριολεξία τις ισοπέδωσε, αφού σε μεγάλα τμήματα συγκεκριμένων δρόμων δεν υπάρχει ούτε ένα κατάστημα εν λειτουργία.

Το κακό είναι ότι πολλοί δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν μια απλή πραγματικότητα: η σημερινή εικόνα του κέντρου της Θεσσαλονίκης τείνει να παγιωθεί. Είναι ίδια εδώ και χρόνια, ενώ στα σημεία που πλήττονται η κατάσταση διαρκώς χειροτερεύει. Αντίθετα οι δρόμοι που έχουν ζήτηση –οι λεγόμενοι «λαμπεροί δρόμοι»- καλύπτουν σχετικά γρήγορα τα κενά που δημιουργούνται. Τα μαγαζιά που αδειάζουν γεμίζουν γρήγορα κυρίως με αλυσίδες από την Αθήνα ή το εξωτερικό. Σε λιγότερες περιπτώσεις εμφανίζονται στην Τσιμισκή και τα πέριξ έμποροι από τα… ορεινά της πόλης, οι οποίοι δραστηριοποιούνταν για χρόνια περιφερειακά και τώρα με τη μείωση των τιμών στα ενοίκια βρίσκουν την ευκαιρία να στηθούν σε καλύτερο σημείο.  

Με αυτά τα δεδομένα η λύση για το ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μεσοπρόθεσμα, μπορεί να βρεθεί μόνο αν η περιοχή διευρύνει τις χρήσεις μακριά από τις κλασικές εμπορικές δραστηριότητες. Το κέντρο της πόλης δεν μπορεί να συντηρήσει περισσότερα καταστήματα καταναλωτικών ειδών (ρούχα, παπούτσια, δώρα κ.λπ.), ούτε περισσότερα σούπερ μάρκετ, ούτε καν περισσότερα καφέ, μπαρ και εστιατόρια. Όποιο καινούριο μαγαζί αυτής της κατηγορίας ανοίγει πιθανότατα συμβάλλει στο κλείσιμο κάποιου αντίστοιχου, ενώ από την αρχή είναι μαθηματικώς βέβαιον ότι περιμένει τη δική του σειρά. Τα στοιχεία δείχνουν ενώ ο μέσος όρος ζωής των περισσότερων νέων καταστημάτων αυτού του τύπου δεν ξεπερνάει σε χρόνια τα δάχτυλα του ενός χεριού.

Οι λύσεις για την αναζωογόνηση του ιστορικού κέντρου μέχρι νεοτέρας είναι δύο. Κατ’ αρχήν η επέκταση των οικιστικών χρήσεων, ακόμη και σε δρόμους που μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν πολλοί κάτοικοι. Σε ακίνητα, που δεν κτίστηκαν για να φιλοξενήσουν κατοικίες, αφού και η ζήτηση επαγγελματικών χώρων σε ορόφους(γραφεία κ.λπ.) βρίσκεται στο ναδίρ. Το θέμα βρίσκεται αυτή την περίοδο στην επικαιρότητα, λόγω της έλευσης στη Θεσσαλονίκη των νέων φοιτητών από άλλα μέρη της Ελλάδας. Τις προηγούμενες δεκαετίες η εκτόξευση των τιμών των ενοικίων στο κέντρο συνέβαλε ώστε πολλοί φοιτητές να αναζητήσουν στέγαση σε σημεία που βρίσκονται αρκετά μακριά από τα πανεπιστήμια και τις σχολές τους. Μόνο που για να υπάρξει ουσιαστική οικιστική αναβάθμιση του κέντρου της Θεσσαλονίκης απαιτούνται υποδομές που δεν υπάρχουν, όπως –για παράδειγμα- σχολεία, παιδικές χαρές, χώροι στάθμευσης.  Πρέπει να γίνουν εκτεταμένες παρεμβάσεις από την πλευρά των δημοσίων αρχών και της αυτοδιοίκησης, αλλά και να δοθούν πρόσθετα κίνητρα σε ιδιώτες επενδυτές να προχωρήσουν. Κάτι που στην Ελλάδα της κρίσης είναι μάλλον χλωμό ακόμη και ως σκέψη.

Μια δεύτερη ενδεχόμενη κατεύθυνση είναι η αλλαγή της επαγγελματικής χρήσης ακινήτων. Τα τελευταία χρόνια πολλοί πρώην βιομηχανικοί – βιοτεχνικοί χώροι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης έχουν γίνει γραφεία, αλλά και κατοικίες με σχετικά χαμηλό ενοίκιο. Κάτι που μπορεί να επεκταθεί. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με τα ισόγεια καταστήματα, στα οποία μπορούν να εγκατασταθούν επιχειρήσεις, οι οποίες δε χρειάζονται βιτρίνα και φωτεινή επιγραφή. Έτσι κι αλλιώς σε μεγάλα τμήματα του ιστορικού κέντρου η έννοια της πιάτσας με την εμπορική της διάσταση ουσιαστικά δεν υφίσταται.

Οι λύσεις για την κοινωνική αναγέννηση του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης δεν μπορούν να βασίζονται μόνο στην επιχειρηματική οικονομική δραστηριότητα. Οφείλουν να συμπεριλάβουν οικιστική αξιοποίηση και άλλες δράσεις, κατά το πρότυπο πολλών μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων. Ακόμη και η επιστροφή παραγωγικών δραστηριοτήτων χαμηλής όχλησης, όπου τηρούνται οι σχετικές προδιαγραφές, δεν πρέπει να αποκλειστούν. Διαφορετικά η εικόνα της μιζέριας και της παρακμής σε πολλά σημεία της περιοχής θα διαρκέσει δεκαετίες. Και το κέντρο –ας μη το ξεχνάμε- είναι η βιτρίνα της Θεσσαλονίκης και κάθε πόλης που σέβεται τον εαυτό της.