Σήμερα, 8 Ιουνίου, η υφήλιος γιορτάζει την Παγκόσμια Ημέρα Ωκεανών, μία ημέρα που μας καλεί να αναλογιστούμε τον κρίσιμο ρόλο των θαλασσών στη ζωή μας και τις σοβαρές απειλές που αντιμετωπίζουν, κυρίως από εμάς. Από την άνοδο της στάθμης μέχρι την πανταχού παρούσα πλαστική ρύπανση, ο θαλάσσιος κόσμος αλλάζει με ανησυχητικούς ρυθμούς.
Για τις προκλήσεις αυτές και τον οδικό χάρτη προς την προστασία των ωκεανών μιλούν στη Voria.gr δύο επιστήμονες που βάζουν στο μικροσκόπιό τους τον υδάτινο κόσμο, ο Ιωάννης Κρεστενίτης, ομότιμος καθηγητής Παράκτιας Τεχνικής & Ωκεανογραφίας στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ, αλλά και ο Δρόσος Κουτσούμπας, κοσμήτορας της Σχολής Περιβάλλοντος του Πανεπιστήμιο Αιγαίου και καθηγητής Θαλάσσιας Βιολογίας στο Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών.
Το φαινόμενο της ανόδου της στάθμης της θάλασσας εξαιτίας της υπερθέρμανσης, που προκαλεί την τήξη των πάγων, αποτελεί μία ολοένα και πιο ορατή απειλή για τις ελληνικές ακτές. Όπως εξηγεί ο κ. Κρεστενίτης, «εκτός από το ότι οι περιοχές με μηδενικό υψόμετρο μπορούν πλέον πιο εύκολα να πλημμυρίσουν, οι επιπτώσεις υπάρχουν και στο κομμάτι των ανέμων, στους κυματισμούς, γενικά αυτό που ονομάζεται στην ωκεανογραφία μετεωρολογική παλίρροια, δηλαδή η άνοδος της στάθμης όχι μόνο λόγω του λιωσίματος των πάγων, αλλά και γιατί έχουμε συνδυασμό κυμάτων, ανέμου κλπ.». Αυτό σημαίνει ότι οι παράκτιες πλημμύρες γίνονται όλο και πιο επικίνδυνες, ειδικά σε περιοχές χαμηλού υψόμετρου, που συναντώνται συχνά στον μεσογειακό χώρο και, φυσικά, στην Ελλάδα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι Μεσογειακοί κυκλώνες, όπως ο «Ιανός» πριν από μερικά χρόνια, που προκάλεσε τέτοιες εκτεταμένες παράκτιες πλημμύρες στις ακτές του Ιονίου, αλλά και στην ενδοχώρα, στη Θεσσαλία. Οι επιστημονικές προβλέψεις είναι δυσοίωνες, καθώς «η πρόγνωση λέει ότι αυτά τα φαινόμενα θα ενταθούν εφόσον δεν ανατραπεί η πορεία που ακολουθείται αναφορικά με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, άρα οι πλημμύρες θα συνεχίσουν να μας απειλούν». Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Μεσόγειο ο ρυθμός ανόδου της μέσης στάθμης της θάλασσας είναι «ελαφρώς μεγαλύτερος από ό,τι είναι στον Ατλαντικό ή στον Ειρηνικό», καθιστώντας την περιοχή μας ιδιαίτερα ευάλωτη.
Όσον αφορά την αντιμετώπιση, ο ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ προτείνει διάφορα μέτρα. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι η οπισθοχώρηση. «Οι δραστηριότητές μας να οπισθοχωρήσουν, αντί να είναι στα δέκα μέτρα από την παραλία να πάνε στα πενήντα ή στα εκατό». Ωστόσο, ο ίδιος αναγνωρίζει ότι αυτό «δεν είναι εύκολο όπως καταλαβαίνει κανένας αφού πόλεις είναι χτισμένες σχεδόν πάνω στην ακτογραμμή». Ευτυχώς, υπάρχουν και «λύσεις που είναι κοντά στη φύση», όπως η αύξηση των λιβαδιών Ποσειδωνίας κοντά στις ακτές, τα οποία «συγκρατούν την ακτή».

Ρύπανση: Πετρέλαιο και πλαστικό
Πέρα από την άνοδο της στάθμης, οι θάλασσές μας αντιμετωπίζουν και άλλους μεγάλους εχθρούς: τις πετρελαιοκηλίδες και, κυρίως, την πλαστική ρύπανση. Για τις πετρελαιοκηλίδες, ο κ. Κρεστενίτης σημειώνει πως «ναι μεν θα μπορούσε να πει κανένας πως άλλαξαν οι κανονισμοί και έγιναν αυστηρότεροι, τα πλοία δηλαδή που μεταφέρουν πετρελαιοειδή είναι πλέον ασφαλέστερα, αλλά δεν παύουν να εμφανίζονται τέτοια φαινόμενα». Ειδικά στη Μεσόγειο, όπου η κυκλοφορία τέτοιων πλοίων είναι συχνότατη λόγω της διώρυγας του Σουέζ, ο κίνδυνος ελλοχεύει ανά πάσα στιγμή.
Η πιο σύγχρονη, όμως, μάστιγα είναι τα πλαστικά και κυρίως τα μικροπλαστικά. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής, «υπάρχει μεγάλη κατανάλωση πλαστικού και κυρίως πλαστικού μίας χρήσης, το οποίο μέσω των απορροών των ομβρίων, είτε των ποταμών είτε των χειμάρρων κτλ., καταλήγει στη θάλασσα».
Ο όγκος τους αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο, φτάνοντας σε ένα σημείο που «ανιχνεύονται μικροπλαστικά στο στομάχι ψαριών και θαλασσινών οργανισμών και άρα υπάρχει ο κίνδυνος να εισέλθουν και στους ανθρώπινους οργανισμούς μέσω της τροφικής αλυσίδας». Τονίζεται όμως ότι η αντιμετώπιση του πλαστικού «είναι κάτι που πρέπει να γίνει στην ξηρά», καθώς «δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί μαζεύοντας τα πλαστικά στη θάλασσα με απόχες». Παρ' όλα αυτά, ο κ. Κρεστενίτης αισιοδοξεί: «Δεν θεωρώ ότι η υποβάθμιση των θαλασσίων οικοσυστημάτων είναι μόνιμη. Νομίζω ότι είμαστε ακόμα στη φάση που μπορούμε με μέτρα και πρόληψη να αρχίσουμε να βλέπουμε την επανάκαμψη όλων των θαλασσίων οικοσυστημάτων».
Η Ελλάδα και οι δεσμεύσεις για την προστασία των ωκεανών
Η Ελλάδα, ως χώρα με τεράστια ακτογραμμή και πλούσιο θαλάσσιο οικοσύστημα, έχει αναλάβει σημαντικές δεσμεύσεις για την προστασία των ωκεανών. Ένα κομβικό σημείο ήταν η διοργάνωση της 9ης Διάσκεψης Our Ocean στην Αθήνα το 2024.
Ο καθηγητής Θαλάσσιας Βιολογίας Δρόσος Κουτσούμπας τονίζει τον στόχο της «Ατζέντας 30-30», η οποία προβλέπει τη θέσπιση προστατευόμενων περιοχών στο 30% της πλήρης κάλυψης των ωκεανών. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα έχει ανακοινώσει τη δημιουργία εθνικών θαλάσσιων πάρκων σε Ιόνιο και Αιγαίο, για τα οποία όμως ο κ. Κουτσούμπας προτείνει ως αποτελεσματικότερη πρακτική δίκτυα πάρκων με μικρότερη έκταση.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου επισημαίνει την ανάγκη για μεγαλύτερη συνέπεια στην εφαρμογή των δεσμεύσεων. Παρακολουθώντας την πορεία των υποσχέσεων που αναλήφθηκαν, όπως η απαγόρευση της μηχανότρατας σε θαλάσσια πάρκα και η διεύρυνση των προστατευόμενων περιοχών, ο καθηγητής σημειώνει ότι, «δυστυχώς, η εξέλιξη είναι μικρότερη από αυτή που θα θέλαμε».
Για να είναι πραγματικά αποτελεσματικά αυτά τα πάρκα, ο κ. Κουτσούμπας υπογραμμίζει την ανάγκη για αντίστοιχο προσωπικό: «τους επιστήμονες, τους γεωγράφους, τους θαλάσσιους επιστήμονες... Τους "φύλακες του περιβάλλοντος"». Χωρίς αυτούς, ο χαρακτηρισμός μιας περιοχής ως θαλάσσιου πάρκου «δεν μπορεί να προσδώσει και πολλά».

Ωκεάνιος γραμματισμός: Η γνώση κλειδί για το μέλλον
Πέρα από τα άμεσα μέτρα και τις κρατικές δεσμεύσεις, η προστασία των θαλασσών απαιτεί μια θεμελιώδη αλλαγή στην αντίληψη της κοινωνίας. Εδώ έρχεται ο κομβικός ρόλος του «ωκεάνιου γραμματισμού» (ocean literacy) και της «επιστήμης των πολιτών» (citizen science), όπως τονίζει ο κοσμήτορας της Σχολής Περιβάλλοντος του Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Πρόκειται για εργαλεία που στοχεύουν στη μεταφορά της γνώσης για τους ωκεανούς σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, από την πρωτοβάθμια έως την τριτοβάθμια, κάνοντας πλέον τους πολίτες «μέρος της επιστήμης».
Ο ρόλος των πανεπιστημίων και της ερευνητικής κοινότητας είναι ζωτικής σημασίας σε αυτήν τη διαδικασία. Ο κ. Κουτσούμπας επισημαίνει ότι η συμβολή τους πραγματοποιείται μέσα από την ανάπτυξη προγραμμάτων για την ωκεανογραφία και τις θαλάσσιες επιστήμες, καθώς και μέσα από την ανάπτυξη δράσεων στον τομέα της γαλάζιας οικονομίας, εκπαιδεύοντας επαγγελματίες του χώρου.
Ουσιαστικά, η αύξηση της γνώσης μέσω του θαλάσσιου-ωκεάνιου γραμματισμού, δηλαδή της «εκπαίδευσης ανηλίκων-ενηλίκων αλλά και της επιστήμης των πολιτών», αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την αποτελεσματική προστασία των ωκεανών. Η εκπαίδευση, η ευαισθητοποίηση και η ενεργός συμμετοχή όλων αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση μιας κοινωνίας που θα σέβεται και θα προστατεύει τους ωκεανούς, εξασφαλίζοντας ένα βιώσιμο μέλλον για τις επόμενες γενιές.