Ζουν ανάμεσά μας. Κυκλοφορούν στους δρόμους και στα πεζοδρόμια τις ημέρες και τις νύχτες. Στο κέντρο, τις γειτονιές και τις συνοικίες της Θεσσαλονίκης -προφανώς και των άλλων πόλεων του πλανήτη, αλλά εμείς τώρα αναφερόμαστε στη Θεσσαλονίκη. Είναι εργαζόμενοι, βιοπαλαιστές με όλη τη σημασία και την κυριολεξία της λέξης ή απλώς ταλαιπωρημένοι άνθρωποι. Ήσυχες, αόρατες σκιές. Ήσυχες επειδή πράγματι δεν τους ακούς πολύ πολύ, σχεδόν ποτέ. Αόρατες επειδή οι περισσότεροι δεν τους βλέπουμε, ακόμη και όταν τους κοιτάζουμε. Και σκιές, επειδή και οι ίδιοι κινούνται προσεκτικά, τις περισσότερες φορές διστακτικά. Σα να μη θέλουν να ενοχλήσουν. Σαν να αισθάνονται τύψεις που υπάρχουν. Ή ίσως -μερικές φορές- νιώθουν την ανάγκη να κρυφτούν σαν παράνομοι, ενώ δεν είναι. Ίσως πάλι να θέλουν την ησυχία τους, όπως τουλάχιστον την εννοούν οι ίδιοι.
Υπάρχουν πολλές κατηγορίες ήσυχων αόρατων ανθρώπων στη Θεσσαλονίκη, αλλά τρεις είναι από τις πιο χαρακτηριστικές. Μάλλον επειδή υπάρχουν σχεδόν παντού και διαρκώς, ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιούμε ή δεν το καταλαβαίνουμε.
Τοίχο τοίχο
Κατ’ αρχάς έχουμε τους άστεγους. Είναι άνθρωποι, οι οποίοι δεν γεννήθηκαν στον δρόμο, αλλά κατέληξαν στον δρόμο. Όπως θα έλεγαν οι περισσότεροι, «δεν τα κατάφεραν στη ζωή». Ας πούμε ότι τους έφαγαν η ατυχία και τα πάθη. Εκ των πραγμάτων είναι μοναχικοί. Όλη την ημέρα αναζητούν τρόπους να επιβιώσουν πηγαίνοντας τοίχο τοίχο. Με ικεσίες και δημόσια συσσίτια. Και τα βράδια λουφάζουν στο παγκάκι, το πεζούλι ή το γκρέμι που έχουν διαλέξει για τον ύπνο -ο Θεός να τον κάνει ύπνο! (Όπως ο άστεγος της φωτογραφίας που κοιμάται στα σκαλιά του θεάτρου της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, κάτω από την αφίσα του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος για την παράσταση «Το τέλος του έρωτα», ένα έργο που σίγουρα δεν γράφτηκε γι’ αυτόν). Δεν αποχωρίζονται ποτέ τα λιγοστά υπάρχοντά τους, τα οποία τακτοποιούν σε πλαστικές σακούλες και φυλάνε σαν τα μάτια τους. Με το φως τις σέρνουν μαζί τους και στο σκοτάδι τις τοποθετούν με προσοχή δίπλα στο σημείο όπου κοιμούνται. Οι κοινωνιολόγοι λένε πως όταν ένας άνθρωπος μένει στον δρόμο τις πρώτες λίγες ημέρες -ίσως τέσσερις ή πέντε- το μυαλό του διαλύεται από το σοκ. Φτάνει σε ένα σημείο που το μόνο που τον απασχολεί είναι η επιβίωση, ενώ συνηθίζουν τις συνθήκες όσο δύσκολες κι αν είναι. Όταν στα χιόνια και τους καύσωνες ο δήμος τούς παρέχει κάποιον προσωρινό χώρο και ο Ερυθρός Σταυρός τους προμηθεύει με λίγα πρόσθετα εφόδια -ίσα ίσα για να μην πεθάνουν λόγω των δύσκολων καιρικών συνθηκών- αποκαλύπτουν το αγρίμι που έχει «γεννηθεί» μέσα τους. Τότε, λοιπόν, αυτοί οι άνθρωποι που βρίσκονται στο περιθώριο της ζωής, ενδέχεται να μαλώνουν και να αντιδικούν μεταξύ τους για κάτι συχνά απροσδιόριστο, σε βαθμό να παρεμβαίνει η αστυνομία.
Ανακύκλωση πριν την… ανακύκλωση
Οι ρακοσυλλέκτες συνήθως δεν κοιμούνται στους δρόμους, αλλά όπου κι αν έχουν βρει τη γωνιά τους έχουν μαζί και την πραμάτεια που μαζεύουν. Στην αυλή του χαμόσπιτου, στο αντίσκηνο, στο πίσω υπόγειο μια πολυκατοικίας κουβαλούν μαζί τους ό,τι και όσα ξεδιάλεξαν από τους κάδους απορριμμάτων και τα πεζοδρόμια, στα οποία οι… τακτοποιημένοι ανάμεσά μας μετά από ανακαινίσεις παρατούν τα ογκώδη. Κυκλοφορούν με αυτοσχέδια καροτσάκια τα οποία σέρνουν στην αρχή άνετα και μετά με δυσκολία λόγω του βάρους ή και με μικρά τρίκυκλα άλλων εποχών -όπως αυτό της φωτογραφίας-, τα οποία γεμίζουν και τα δικά μας άχρηστα ή πεταμένα, που για εκείνους είναι πηγή ζωής στην κυριολεξία. Βιοπορίζονται με τα πολύ λίγα που κερδίζουν από αυτή την… ανακύκλωση, που την εφηύρε ο άνθρωπος πολύ πριν την κανονική ανακύκλωση και την κυκλική οικονομία.

Πέρα από την ταλαιπωρία στους δρόμους, συχνά οι ρακοσυλλέκτες έχουν να αντιμετωπίσουν το κυνηγητό των αρχών, που θεωρούν ότι κάνουν ζημιά στην επίσημη ανακύκλωση και επιπλέον ψάχνοντας στους κάδους ρυπαίνουν τον γύρο χώρο. Αλλά και κάποιοι γείτονες προσπαθούν να τους απομακρύνουν από την περιοχή τους, ας πούμε για λόγους τάξεως και… αισθητικής. Ίσως γι’ αυτό όσοι ψάχνουν να κερδίσουν τη ζωή τους από τα σκουπίδια στους δρόμους παραμένουν σιωπηλοί, είτε κινούνται ημέρα, είτε νύχτα. Και γι’ αυτό αρκετοί ανάμεσά τους προτιμούν να κινούνται νύχτα και να λουφάζουν όταν ο ήλιος βρίσκεται ψηλά στον ουρανό. Προφανώς σκέφτονται ότι όσο λιγότερο ενοχλούν, τόσο λιγότερο θα τους ενοχλήσουν οι άλλοι. Ή μπορεί ακόμη να υποθέτουν -μάλλον βάσιμα- πως μέσα στην τρέλα, το άγχος και την κούραση της καθημερινότητας, οι… άλλοι δεν έχουν ούτε τον χρόνο, ούτε την ικανότητα να ρίξουν έστω μια ματιά στο δικό τους… περιθώριο.
Τα φωσφορίζοντα γιλέκα
Η τρίτη κατηγορία των αόρατων και σιωπηλών σκιών της Θεσσαλονίκης αποτελείται από ανθρώπους της διπλανής -κυριολεκτικά- πόρτας. Γι’ αυτούς ίσως η έννοια του αόρατου και της σκιάς να ισχύει λιγότερο. Είναι οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα των δήμων, οι οποίοι κινούνται με τα απορριμματοφόρα, τις σακούλες, τις σκούπες και τα φαράσια τους όλο το 24ωρό. Κάποτε στη Θεσσαλονίκη η αποκομιδή των σκουπιδιών γινόταν μόνο το βράδυ, όταν «η νύχτα περισυνέλλεγε τις αμαρτίες της ημέρας και την παρέδιδε και πάλι το πρωί άσπιλη και αμόλυντη». Επειδή, όμως, ο πληθυσμός αυξήθηκε και ο καταναλωτισμός γιγαντώθηκε -από το σούπερ μάρκετ βγαίνει κανείς με δύο σακούλες, αλλά πετάει τα σκουπίδια του σε τρεις- η υπηρεσία καθαριότητας του δήμου δουλεύει όλη την ημέρα για να προλαβαίνει. Και οι άνθρωποί της κυκλοφορούν όλο το 24ωρο με το βλέμμα τους εν πολλοίς χαμηλωμένο. Αν και τα απορριμματοφόρα από φυσικού τους κάνουν θόρυβο, οι ίδιοι εργάζονται αθόρυβα. Το πολύ πολύ να ανταλλάσσουν από καμιά κουβέντα. Αν τους παρατηρήσεις αντιλαμβάνεσαι ότι ο καθένας είναι κλεισμένος στον εαυτό του, στις σκέψεις του, στα προβλήματά του. Έτσι κι αλλιώς η ζωή είναι δύσκολη και για κάποιους δυσκολότερη. Οπότε δεν υπάρχει διάθεση για κουβέντα. Άντε να τελειώσει η βάρδια, να «γραφτεί» το μεροκάματο και αύριο πάλι! Στο μεταξύ δίπλα τους οι δρόμοι είναι γεμάτοι με αυτοκίνητα. Στις βιτρίνες των καταστημάτων υπάρχουν φώτα για να τραβήξουν την προσοχή. Και στα διαμερίσματα των πολυκατοικιών, που, καθώς εκείνοι φωσφορίζοντας μέσα στα ειδικά τους γιλέκα αδειάζουν τους κάδους ή καθαρίζουν τα πεζοδρόμια, «κρέμονται» πάνω από τα κεφάλια τους, αχνοφέγγει μια τηλεόραση, ίσα ίσα για να βοηθάει τους ανθρώπους να ξεχαστούν. Ή είναι αναμμένη κάποια λάμπα γραφείου που στηρίζει τον φοιτητή στο διάβασμα και τις ελπίδες του. Συχνά, στις βραδινές βάρδιες, στα διαμερίσματα πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων της καθαριότητας που δουλεύουν στο δρόμο επικρατεί ησυχία και σκοτάδι, σημάδι πως οι άνθρωποι κοιμούνται και ονειρεύονται. Το πρωί, όμως, όταν ξυπνήσουν και κατεβάσουν τα σκουπίδια τους στον άδειο κάδο, μάλλον δεν θα τους περάσει ούτε για ένα δευτερόλεπτο ότι κάποιοι ανάμεσά τους ξενύχτησαν για να τους καθαρίσουν.
