Skip to main content

Οι πολλές ταχύτητες το χαρακτηριστικό της αγοράς στη Θεσσαλονίκη

Πώς οι… βιορυθμοί των τοπικών εμπόρων και οι οργανωτικές… αδυναμίες των πολυκαταστημάτων και των αλυσίδων επιβάλλουν τους κανόνες στη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 στις 8 το πρωί τα λεωφορεία του ΟΑΣΘ που κατευθύνονταν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και τότε είχαν μπλε χρώμα ήταν φίσκα στον κόσμο. Τα εμπορικά καταστήματα στην αγορά της πόλης άνοιγαν στις 8.30 και κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή έκλειναν στις 2 και άνοιγαν πάλι από τις 5.30 το απόγευμα μέχρι τις 8.30 το βράδυ, οπότε και πάλι στα αστικά λεωφορεία γινόταν το αδιαχώρητο. Κάθε Δευτέρα και Τετάρτη η αγορά έκλεινε στις 2.30 το μεσημέρι και δεν άνοιγε το απόγευμα, ενώ τα Σάββατα τα μαγαζιά έκλειναν στις 3 το μεσημέρι. Φυσικά την Κυριακή ήταν ερμητικά κλειστά. Ο συγκεκριμένος ρυθμός διατηρήθηκε επί δεκαετίες και στην ουσία έγινε βίωμα για όλους όσοι ασχολούνταν με το λιανεμπόριο. Εμπόρους και εμποροϋπαλλήλους. Το ίδιο ίσχυε και για τις εκπτώσεις, που γίνονταν δύο φορές το χρόνο και διαρκούσαν από δύο εβδομάδες. Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου και το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου ήταν διαστήματα που τα περίμεναν –για διαφορετικούς λόγους- έμποροι και καταναλωτές.

Όλα αυτά άλλαξαν στη δεκαετία του 1990, όταν οι αλλαγές στον τρόπο ζωής και δουλειάς των Ελλήνων –συνεχές ωράριο, πενθήμερο και τα σχετικά-, αλλά και η ανάγκη για… εξευρωπαϊσμό, σε συνδυασμό με τη μαζική έλευση των πολυκαταστημάτων και των πολυεθνικών του εμπορίου, οδήγησαν σε επιλογές απελευθέρωσης πολλών κανόνων. Από το ενοικιοστάσιο που καταργήθηκε, μέχρι το ωράριο που απελευθερώθηκε και από την πλήρη φιλελευθεροποίηση των τιμών, μέσω πολλών, αλλεπάλληλων και απανωτών εκπτωτικών περιόδων και περιόδων προσφορών, μέχρι την κυριακάτικη λειτουργία της αγοράς, τίποτα δεν έμεινε… όρθιο. Οι δεσμευτικοί κανόνες ουσιαστικά καταργήθηκαν και το εμπορικό παίγνιο κρίνεται, πλέον, στα βασικά: στις τιμές ή μάλλον στη σχέση ποιότητα τιμής, στη ρευστότητα των επιχειρήσεων, στη χρηματοπιστωτική τους αξιοπιστία, αλλά και στο διευρυμένο ωράριο. Ακόμη –αν και σαφώς λιγότερο- στο άνοιγμα των Κυριακών, αφού η Θεσσαλονίκη θεωρείται τουριστικός προορισμός και από τον Απρίλιο ως τον Οκτώβριο οι εμπορικές επιχειρήσεις του κέντρου της πόλης μπορούν να λειτουργούν.

Όπως ήταν φυσικό αυτό το κλίμα οικονομικής φιλελευθεροποίησης ευνόησε τις ισχυρότερες οργανωτικά και οικονομικά, δηλαδή τις μεγαλύτερες, επιχειρήσεις, περιορίζοντας το πεδίο δράσεως και εμβέλειας των μεμονωμένων καταστημάτων. Πολύ περισσότερο που –σύμφωνα με το ρητό- «οι έμποροι δεν είναι λαγοί, άρα δε γίνονται κοπάδι». Έτσι η αντιμετώπιση του ανταγωνισμού, δηλαδή οι εμπορικές αντιδράσεις, ήταν μεμονωμένες και ως εκ τούτου ατελέσφορες. Ήδη το 85% του τζίρου στο κέντρο της πόλης –ίσως και λίγο μεγαλύτερο- πραγματοποιείται στα ταμεία των πολυκαταστημάτων, των πολυεθνικών και στα υποκαταστήματα των μεγάλων αλυσίδων, που έχουν καταλάβει το σύνολο σχεδόν των καλύτερων εμπορικών σημείων στους βασικούς άξονες της περιοχής. Σε 30 χρόνια η συσχετισμοί έχουν πλήρως αντιστραφεί. Αν, μάλιστα, δεν είχε μεσολαβήσει στη χώρα η μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010 ίσως η κατάσταση να ήταν ακόμη πιο πιεστική για τους μικρότερους του τοπικού εμπορίου. Διότι όταν αναφερόμαστε στα οκτώ πολύ δύσκολα χρόνια, 2011- 2018, επισημαίνουμε πάντα ότι λόγω της μείωσης του τζίρου της αγοράς έκλεισε περίπου ένα στα τέσσερα καταστήματα του εμπορικού κέντρου, βυθίζοντας στο σκοτάδι άλλοτε κραταιές εμπορικές πιάτσες, δηλαδή δρόμους στις παρυφές του κεντρικών αξόνων. Την ίδια στιγμή ξεχνάμε ότι αν εκείνα τα χρόνια δεν είχαμε ύφεση, αλλά ανάπτυξη, είναι εξόχως πιθανό –στα όρια της βεβαιότητας- ότι στην ελληνική αγορά –και ειδικά στη Θεσσαλονίκη- θα έφταναν κι άλλες ξένες εμπορικές επιχειρήσεις, ενώ θα καταγράφαμε και επέκταση των υφιστάμενων, εις βάρος των μικρότερων και μεμονωμένων.     

Πέρα από αυτά που προβλέπει η νομοθεσία, πέρα από αυτά που… εκπέμπει το υπουργείο Ανάπτυξης, αλλά και εντελώς πέρα από όσα συστήνει ο Εμπορικός Σύλλογος, η αγορά της Θεσσαλονίκης κινείται σε επίπεδο ωραρίου καταστημάτων στους δικούς της ρυθμούς. Μια απλή βόλτα στο κέντρο της πόλης μεταξύ 9 και 11 το πρωί θα δώσει στον καθένα να καταλάβει ότι στην ουσία κάθε εμπορικό κατάστημα έχει το δικό του ωράριο, κυρίως σε ότι αφορά το άνοιγμα, ενώ και σε αρκετές περιπτώσεις προσδιορίζεται με σαφήνεια και η ώρα κλεισίματος. Με αυτό τον τρόπο η ίδια η ζωή στην ουσία βάζει τέλος σε διαμάχες και εκκρεμότητες ετών, που πλέον μοιάζουν εντελώς ξεπερασμένες. Το βέβαιον είναι ότι πολλοί από τους μεμονωμένους εμπόρους της πόλης υπακούν στους δικούς τους… βιορυθμούς. Είναι αυτοί που ανοίγουν μεταξύ 10 και 11 και κλείνουν κάπου ανάμεσα στις 7 και στις 8 το βράδυ, αναλόγως της κίνησης που υπάρχει. Τα πολυκαταστήματα και οι εγχώριες και ξένες αλυσίδες συνήθως εξαντλούν το ωράριο που επιτρέπει ο νόμος -9 το πρωί με 9 το βράδυ είναι το πιο συνηθισμένο-, αφού ο τρόπος που είναι οργανωμένες δεν επιτρέπει να υπάρχει ευελιξία σε καθημερινή βάση.

Η αγορά πολλών ταχυτήτων είναι το μοντέλο που όπως αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ταιριάζει στη Θεσσαλονίκη. Από τη στιγμή που δίπλα – δίπλα, στον ίδιο δρόμο ή σε γειτονικές γωνίες, συνυπάρχουν και λειτουργούν εμπορικές επιχειρήσεις με τόσο διαφορετικά χαρακτηριστικά μεγέθους και οργάνωσης, είναι φυσικό ο συντονισμός τους να μην είναι εφικτός. Και η προσπάθεια θέσπισης ενιαίων κανόνων σκέτη ματαιοπονία. Ίσως, λοιπόν, να μπορεί να χαρακτηριστεί έως υπερβολή η εμμονή που συχνά δείχνουν τόσο τα αρμόδια όργανα του κράτους, κυρίως το υπουργείο Ανάπτυξης, όσο και οι συλλογικές εκφράσεις των εμπόρων –Εμπορικοί Σύλλογοι, ΓΣΕΒΕΕ κλπ.- στην ομογενοποίηση των όρων λειτουργίας της αγοράς και κυρίως του ωραρίου. Μια επιμονή που θεωρητικά σχετίζεται με την προσπάθεια να αποφευχθούν φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού, κάτι που είναι θεωρητικά σωστό, αλλά πρακτικά απολύτως ουτοπικό. Διότι όποιος στις μέρες μας θεωρεί ως ανταγωνιστές το πολυκατάστημα ή την επώνυμη αλυσίδα της Τσιμισκή με το μικρό –πλην εκλεκτικό και γουστόζικο- εμπορικό μαγαζί των λίγων δεκάδων τετραγωνικών μέτρων του παραδοσιακού Θεσσαλονικιού εμπόρου βρίσκεται εκτός πραγματικότητας και καλά θα κάνει να… προσγειωθεί. Στην πράξη ο ανταγωνισμός στην αγορά της Θεσσαλονίκης παίζεται σε δύο επίπεδα:  τα πολυκαταστήματα και οι μεγάλες αλυσίδες ομοειδών εμπορευμάτων μεταξύ τους. Και τα μικρότερα καταστήματα των μεμονωμένων εμπόρων μεταξύ τους. Καθείς με τα όπλα του. Με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του.