Skip to main content

Ομιλία για τον εθισμό σε ναρκωτικά, ποτό και τζόγο στο δήμο Θέρμης

Ομιλία για τον εθισμό σε ναρκωτικά, αλκόολ και τζόγο θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου στα Βασιλικά του δήμου Θέρμης.

«Ο Εθισμός σε ναρκωτικά, αλκοόλ και τζόγο» είναι το θέμα της ομιλίας που θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου, στις 18:00, στην αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου στα Βασιλικά, του δήμου Θέρμης.

Ο σύμβουλος απεξάρτησης και ιδρυτής της «ΟΑΣΙΣ», Δαμιανός Δουΐτσης, θα αναφερθεί στον εθισμό και πως επηρεάζει τη ζωή του εξαρτημένου και της οικογένειάς του. Για την προσωπική τους εμπειρία και όσα έζησαν τα χρόνια της εξάρτησης θα μιλήσουν μέλη της Όασις.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα προβληθούν βίντεο σχετικά με το αποτέλεσμα της χρήσης ενώ θα διανεμηθεί και έντυπο υλικό της  Όασις για τα ναρκωτικά, τον αλκοολισμό, τον τζόγο και το διαδίκτυο. Το κοινό θα μπορέσει επίσης να προμηθευτεί το περιοδικό Oasis Magazine και το βιβλίο που έχει γράψει ο κ. Δουΐτσης με τίτλο «Η αποπλάνηση του εθισμού».

Η διοργάνωση της εκδήλωσης ανήκει στο Δήμο Θέρμης, στο Κέντρο Υποστήριξης Εξαρτημένων «Όασις» και στον Σύλλογο Επιστημόνων Κεντρικής Μακεδονίας «Αριστοτέλης».

Η «ΟΑΣΙΣ» είναι κέντρο υποστήριξης εξαρτημένων ατόμων από αλκοόλ, ναρκωτικά, τζόγο και διαδίκτυο. Αποτελεί μια καινοτόμο προσπάθεια αφού είναι ο μοναδικός φορέας υποστήριξης στο χώρο των εξαρτήσεων, που δημιουργήθηκε από πρώην χρήστες και μέλη των οικογενειών τους.

Στα 13 χρόνια της λειτουργίας της, έχει προσφέρει πολύ σημαντικό έργο σε όλη την Ελλάδα και αποτελεί σημείο αναφοράς στον χώρο της απεξάρτησης.

Για τη δράση της βραβεύθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, το Υπουργείο Υγείας και τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης.

Ο κ. Δουΐτσης, αναφορικά με τον εθισμό στα ναρκωτικά, αναφέρει χαρακτηριστικά:

Κανένας γονιός, τη μέρα που γεννιέται το παιδί του, δεν ονειρεύεται για το μέλλον να το δει μπλεγμένο με τα ναρκωτικά. Και κανένα παιδί όταν το ρωτούν «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;» δεν έχει σαν πρώτη απάντηση, «ναρκομανής». Κι όμως, τα ναρκωτικά μπαίνουν κάποια στιγμή στο σπίτι, μπρος αυτά και πίσω τους οι ενοχές, η ντροπή, ο θυμός, ο φόβος, η απόγνωση.

Οι γονείς μπαίνουν στο φαύλο κύκλο των ερωτήσεων «τι κάναμε;», «γιατί σ' εμάς;», «ποιος ή τι φταίει;». Τα βλέμματα χαμηλώνουν από ντροπή, η σιωπή πέφτει βαριά στο σπίτι, τα πατζούρια κλείνουν. Οι γονείς συμβουλεύουν, προσπαθούν να τον φέρουν στο φιλότιμο, κατηγορούν, απειλούν, νουθετούν, μαλώνουν, ουρλιάζουν, χρησιμοποιούν ακόμη και βία, εξαγοράζουν, διώχνουν από το σπίτι για να τον ξαναδεχτούν αμέσως μετά, καλύπτουν χρέη, λένε ψέματα στη δουλειά ή στο σχολείο, δικαιολογούν συμπεριφορές στους άλλους συγγενείς και στους φίλους. Ξεροσταλιάζουν σε δικηγορικά γραφεία, δικαστήρια, πληρώνουν ποινές και εκλιπαρούν για αθωώσεις. Σε ακραίες περιπτώσεις αγοράζουν οι ίδιοι ναρκωτικά ή υποκατάστατα, για να μη κινδυνέψει ο εξαρτημένος να κλέψει, να διακινήσει ή να πουλήσει το κορμί του.

Πολλές από τις παραπάνω προσπάθειες έχουν σκοπό να προστατεύσουν τον εξαρτημένο από τις συνέπειες της χρήσης, αλλά τελικά καταλήγουν να συμβάλλουν στη διαιώνισή της.

Όταν ρωτάμε τους γονείς «Γιατί τα κάνεις όλα αυτά;», η μόνιμη απάντηση είναι «Για να αποφύγουμε τα χειρότερα... Για να μη γίνει κλέφτης. Για να μη γίνει πόρνη. Για να μη μπει φυλακή». Με αυτό το σκεπτικό, ο φόβος, η αγωνία για το αύριο και ο πανικός γίνονται οι οδηγοί της ζωής.

Συμπεριφέρονται έτσι νιώθοντας ένοχοι για την ανατροφή που του έδωσαν,

θυμώνουν που δε δικαίωσε τις προσδοκίες τους, που τους εξευτελίζει με αυτή τη συμπεριφορά, που τους κακοποιεί εξαιτίας της χρήσης.

Θυμώνουν με την κοινωνία, με το κράτος και με τον εαυτό τους που αποδείχθηκαν ανεπαρκείς να τον προστατέψουν, που δεν το κατάλαβαν νωρίτερα και δεν το πρόλαβαν.

Ο χρήστης, από την άλλη μεριά, βολεύεται. Σιγά σιγά χάνει την αίσθηση της ικανότητας να επιβιώσει μόνος του, μελαγχολεί, νιώθει ενοχές γι' αυτά που κάνει στον εαυτό του και στους άλλους, αντιδρά με θυμό, μετατρέπεται σε μια ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί κάθε φορά που οι άλλοι δεν συναινούν στην εξάρτησή του. Οποιοσδήποτε (φίλος, συγγενής) και οτιδήποτε (νόμος, θεσμός, επαγγελματικές ή σπουδαστικές υποχρεώσεις), εμποδίζει τη  χρήση του, είναι εξ ορισμού «εχθρός».

Καθώς οι άλλοι κάνουν τα πάντα γι' αυτόν, ο εξαρτημένος καλλιεργεί ακόμη περισσότερο την ανάγκη του για εξάρτηση, όχι μόνο από την ουσία, αλλά και από τους άλλους. Καθίσταται όλο και περισσότερο ανίκανος να ζήσει, να δουλέψει, να σχετισθεί. Την ώρα που είναι «πιωμένος» αισθάνεται παντοδύναμος, αυτάρκης, για να κατρακυλήσει στην αίσθηση ανικανότητας στα πρώτα στερητικά. Πικραίνεται και πικραίνει, ταλαιπωρείται και ταλαιπωρεί, εκδικείται τους άλλους και τον εαυτό του για την κατάντια του και για την ανάγκη που τους έχει. Η κατάστασή του ολοένα κι επιδεινώνεται, οι προτεραιότητες γίνονται άνω- κάτω, η λογική χάνει την έννοια και τη σημασία της.

Η οικογένεια νομίζει ότι ελέγχει ή ότι θα ελέγξει τον χρήστη, ο χρήστης νομίζει ότι ελέγχει ή ότι θα ελέγξει τη χρήση και τελικά η χρήση ελέγχει τις ζωές όλων.

Αυτό το ενδοοικογενειακό σύστημα λειτουργίας, δηλητηριάζει όλα τα μέλη της οικογένειας και αυξάνει την ανευθυνότητα όλων. Κανείς δεν είναι υπεύθυνος για την εξέλιξη και την ευημερία του εαυτού του, κανείς δε συμπεριφέρεται ενήλικα, όλοι ασχολούνται με τον άλλον, όλοι βουλιάζουν στη κινούμενη άμμο της εξάρτησης.

Κάνουν σπασμωδικές κινήσεις για να βγουν από το πρόβλημα, αναζητούν μια εύκολη λύση, κάτι που να μη πονάει πολύ, ίσως ένα υποκατάστατο, ίσως μιαν αλλαγή αίματος, μια γεωγραφική απόδραση, ένα βολικό ψυχίατρο που γράφει εύκολα συνταγές.

Καμία από αυτές τις προσπάθειες δεν μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική. Είναι μπλεγμένοι σε ένα φαύλο κύκλο, όπου μονότονα και απελπιστικά η χρήση κερδίζει τον πόλεμο.

Για να βγει η οικογένεια και ο χρήστης από αυτή τη δίνη, χρειάζεται κάποιος απ' όλους να κάνει μιαν αρχή. Να βγει από την άρνηση του προβλήματος, να σταματήσει να διατηρεί την παθητική καταστροφική στάση στο όνομα της «αγάπης», να πάψει να κατηγορεί την ουσία ή την κοινωνία για το δικό του πρόβλημα και να αναζητήσει πραγματική βοήθεια.

Η ερώτηση «ποιος ή τι φταίει;» αντικαθίσταται από την ερώτηση «τι μπορώ να κάνω;».

Όταν σταματήσει η ψευδαίσθηση ότι μόνοι θα λύσουν το πρόβλημά τους, τότε τόσο ο χρήστης, όσο και η οικογένειά του είναι έτοιμοι να βοηθηθούν πραγματικά.

«Άραγε τι κάναν οι άλλοι πριν από εμένα και βρήκαν τη λύση;».

Η ίδια η χρήση, πολύ δε περισσότερο η όποια ουσία προτιμά ο εξαρτημένος, δεν είναι η αιτία του κακού. Η ρίζα του προβλήματος κατοικεί στην «εθιστική» προσωπικότητα του χρήστη και γι' αυτό το λόγο υποκατάστατα, μια απλή σωματική αποτοξίνωση ή ακόμα και αποχή από τη χρήση για κάποιο διάστημα, αποδεικνύονται ανεπαρκή μέσα.

Χρειάζεται μια βαθειά τομή στη προσωπικότητα του εθισμένου, μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο και συναίνεση από το χρήστη, να ξεδιπλώσει όλη τη ζωή του, τις συμπεριφορές και τα συναισθήματά του, όλη τη κουλτούρα του και τα πιστεύω του στο θεραπευτικό τραπέζι και με τη βοήθεια του προγράμματος, των συμβούλων και της ομάδας του, να ανασυνθέσει την κοσμοθεωρία και τον εαυτό του.

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος πρέπει να αναζητήσει βοήθεια από το ίδιο το πρόγραμμα, προκειμένου να εκπαιδευτεί στο να διατηρηθεί η ψυχραιμία, να  μάθει τι σημαίνει η λέξη « όρια»  και με ποιο τρόπο  σιγά σιγά μπαίνουν, να βγουν οι συγγενείς του χρήστη από την παθητικότητα και την εγωιστική αντίληψη ότι οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι για τη χρήση του άλλου ή για τη διάσωσή του και εν τέλει να αναλάβουν ο καθένας την ευθύνη του εαυτού του, επιτρέποντας στον εαυτό του και στον άλλο να ενηλικιωθεί.