Η Ελλάδα θρηνεί την απώλεια της Ελένης Γλύκατζη - Αρβελέρ, η οποία έφυγε σήμερα πλήρης ημερών στα 99 της χρόνια κι αφού η επιβαρυμένη υγεία της είχε επιδεινωθεί τις τελευταίες ημέρες.
Η Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ υπήρξε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, το 1967, και η πρώτη γυναίκα πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόννης στην 700 χρόνων ιστορία του, το 1976.
Το Βυζάντιο, ο Μέγας Αλέξανδρος και τα Γλυπτά του Παρθενώνα
Ήταν η Ελληνίδα που ανέδειξε το Βυζάντιο και τη βυζαντινή ιστορία, ενώ μιλούσε με πάθος για τον Μεγαλέξανδρο και ήταν πεπεισμένη πως ήταν θαμμένος στη Βεργίνα.
«Έχω πλέον πολλά επιχειρήματα που με κάνουν να είμαι πεπεισμένη ότι ο Μέγας Αλέξανδρος είναι θαμμένος στον μεγάλο βασιλικό τάφο της Βεργίνας, και πιστεύω ότι θα δικαιωθώ, αλλά μετά θάνατον», είχε δηλώσει σε συνέντευξή της και κατέληξε: «Ως παρακαταθήκη θα ήθελα να θυμούνται ότι ήμουν πεπεισμένη πως στη Βεργίνα είναι θαμμένος ο Μέγας Αλέξανδρος και όχι ο πατέρας του, Φίλιππος Β΄».
Για την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ πατρίδα δεν ήταν απλώς ένας γεωγραφικός τόπος, αλλά το συναίσθημα: «Πατρίδα είναι η συγκίνηση, είναι ο τόπος που κρατά τις αναμνήσεις και τις συγκινήσεις σου. Πατρίδα είναι τα κοινά μας ενδιαφέροντα, το “εμείς”, το οποίο είναι πολύπλευρο και φυσικά δεν περιλαμβάνει μόνο τους ανθρώπους με τους οποίους είσαι συμπατριώτης, αλλά και αυτούς με τους οποίους συγκινούμαστε από τα ίδια πράγματα».
Πρωτοστατούσε στην επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα και σε κάθε ευκαιρία αποδείκνυε με ιστορικά στοιχεία πως ο Έλγιν δεν είχε φιρμάνι για την απόσπασή τους, ούτε τα αφαίρεσε για να τα προστατεύσει.
Το 2021 σε συνέντευξή της στην «Καθημερινή», είχε απαντήσει σχετικά: «Θα πω δύο πράγματα. Πρώτον, ο Ελγιν δεν πήρε ποτέ φιρμάνι. Ο σουλτάνος Σελίμ Γ΄ δεν έδωσε ποτέ επίσημο φιρμάνι για να πάρει ο Ελγιν αυτά που πήρε. Αυτό δεν το λέω εγώ. Δύο Τούρκοι ακαδημαϊκοί, ερευνητές των οθωμανικών αρχείων, η Ζεϊνέπ Εγκέν και ο Ορχάν Σακίν, απέδειξαν ότι δεν υπήρχε φιρμάνι. Υπήρχε μόνο μία δήθεν μετάφραση, ιταλική. Η επιχείρηση του Ελγιν γίνεται έπειτα από δωροδοκία σε τοπικούς παράγοντες. Δεύτερον, ο Ελγιν παρήγγειλε αμέσως πριόνια, και όταν τα παραλαμβάνει, ζητάει μεγαλύτερα, γιατί αυτά που έλαβε δεν ήταν κατάλληλα για την αποψίλωση τόσων γλυπτών. Δηλαδή, δεν παίρνει μόνο αυτά που ήταν πεσμένα κάτω, αλλά ήταν αποφασισμένος να ξηλώσει τα πάντα. Μιλάμε για 200 μεγάλα κιβώτια, που μεταφέρθηκαν με τουλάχιστον τρία πλοία, και ένα από αυτά, ο «Μέντωρ», ναυάγησε στα Κύθηρα το 1802. Ηρθαν από την Κάλυμνο δύτες για να συλλέξουν γλυπτά που βρέθηκαν στον βυθό. Ολα αυτά δείχνουν ότι εκείνο που έκανε ο Ελγιν ήταν μια απατεωνιά, για να μην πω τίποτα παραπάνω. Και μόνο αυτά αν μάθουν οι Αγγλοι, θα πρέπει να κοιτάξουν τα πράγματα διαφορετικά».
Στη δε ερώτηση για το αν είναι εφικτή η επιστροφή των Γλυπτών δήλωσε: «Ναι, γιατί είναι δίκαιο αίτημα. Εχει περάσει πολύς καιρός και έχει γίνει μια μεταστροφή στην ίδια την αγγλική κοινωνία. Εμείς πρέπει να σταθούμε στο γεγονός ότι η επιστροφή είναι θέμα που σχετίζεται με τον Πολιτισμό και με την έννοια της Δικαιοσύνης. Ενας λαός πολιτισμένος, όπως οι Αγγλοι, πρέπει να σταθεί και στον Πολιτισμό και στη Δικαιοσύνη. Ακριβώς επειδή η Βρετανία είναι μια χώρα με διεθνή εμβέλεια, δεν μπορεί παρά να υπακούσει στην έννοια του Πολιτισμού και της Δικαιοσύνης. Η έννοια του Πολιτισμού και της Δικαιοσύνης, αργά ή γρήγορα, θα φέρει τα Γλυπτά στην Αθήνα, στο Μουσείο της Ακρόπολης, που είναι καλύτερα οργανωμένο από το Βρετανικό Μουσείο για να τα υποδεχθεί. Μια μέρα θα έρθουν τα Γλυπτά στην Ελλάδα και ελπίζω να ζω για να το δω».
Ποια ήταν η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ
Γεννήθηκε στην Αθήνα από Μικρασιάτες γονείς. Πατέρας της ήταν ο Νίκος Γλύκατζης, Μικρασιάτης έμπορος και επιστάτης των κτημάτων της οικογενείας της μητέρας της, Καλλιρόης, το γένος Ψαλτίδη, η οποία προερχόταν από εύπορη οικογένεια της Προύσας.Αποφοίτησε από το Δ΄ Γυμνάσιο Αθηνών και σπούδασε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην Κατοχή εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και ήταν η υπεύθυνη μαθητριών του Παγκρατίου, υπό την καθοδήγηση του Χρήστου Πασαλάρη. Κατά τα Δεκεμβριανά, ακολούθησε τον ΕΛΑΣ Αθηνών, στην υποχώρηση του από την Αττική και επέστρεψε στον Βύρωνα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.
Την περίοδο του 1950, ενώ ήταν φοιτήτρια του πανεπιστημίου, εργάστηκε ως γνώστρια της γαλλικής γλώσσας στον κύκλο της βασίλισσας Φρειδερίκης. Μετά την αποφοίτησή της από τη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ εργάστηκε ως ερευνήτρια στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (1949-1953).
Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1953 για να συνεχίσει τις σπουδές της. Δύο χρόνια μετά την άφιξή της, διορίσθηκε στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (Γαλλία) (CNRS) και το 1964 έγινε διευθύντρια σπουδών του Κέντρου και το 1967 καθηγήτρια στη Σορβόννη. Το 1966 έλαβε το δίπλωμα doctorat ès lettres, με τη μελέτη της για το Βυζάντιο και τη θάλασσα, που εκδόθηκε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις της Γαλλίας (Byzance et la mer, Παρίσι: Presses universitaires de France). Διετέλεσε Διευθύντρια του Κέντρου Ιστορίας και Πολιτισμού του Βυζαντίου και της Χριστιανικής Αρχαιολογίας, έγινε Αντιπρύτανις (1970-1973) και το 1976, Πρύτανις στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris I). Υπήρξε η πρώτη γυναίκα Πρύτανης στην ιστορία των 700 χρόνων του Πανεπιστημίου της Σορβόννης αλλά και η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που είχε τέτοια θέση σε διεθνώς αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο. Εκεί γνώρισε τον σύζυγό της, τον Ζακ Αρβελέρ (1918–2010), που ήταν αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού της Γαλλίας και ο οποίος καταγόταν από μεγαλοαστική οικογένεια του Παρισιού. Με τον Ζακ Αρβελέρ απέκτησε μία κόρη, την Μαρί-Ελέν.
Υπήρξε Πρόεδρος της Επιτροπής Ηθικής του Εθνικού Κέντρου για την Επιστημονική Έρευνα (Γαλλία), του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών (Ελλάδα) και Επίτιμη Πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Βυζαντινών Σπουδών. Επίσης, διετέλεσε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου της Ελλάδας, Πρύτανις της Ακαδημίας και Καγκελάριος των Πανεπιστημίων των Παρισίων, Πρόεδρος του Κέντρου Georges Pompidou-Beaubourg, Πρόεδρος του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης και Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου στο Παρίσι. Ήταν μέλος του επιστημονικού εποπτικού συμβουλίου του Ιδρύματος Λαμπράκη και Επίτιμη Πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Βυζαντινών Σπουδών.
Το συγγραφικό της έργο περιλαμβάνει μελέτες, δοκίμια και παρεμβάσεις για το Βυζάντιο, τη σχέση Ανατολής και Δύσης, την ευρωπαϊκή ιδέα και τον ρόλο της Ελλάδας στον σύγχρονο κόσμο. Με λόγο συχνά αιχμηρό και δημόσια παρουσία που ξεπερνούσε τα ακαδημαϊκά όρια, η Ελένη Αρβελέρ τοποθετήθηκε επανειλημμένα για ζητήματα εθνικής ταυτότητας, εκπαίδευσης και γεωπολιτικής, διατηρώντας ενεργή συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της.