Skip to main content

Γιατί 4.500 οδηγοί τον χρόνο εντοπίζονται να οδηγούν χωρίς δίπλωμα στη Θεσσαλονίκη

Η αποθέωση της αυθαιρεσίας και της περιφρόνησης του συστήματος, ένα πουλόβερ που έχει αρχίσει να ξηλώνεται και χρειάζεται επειγόντως μαντάρισμα

Τους τελευταίους μήνες η Τροχαία Θεσσαλονίκης κάνει εντατικούς ελέγχους τα βράδια και σε καθημερινή βάση τουλάχιστον όποτε οι έλεγχοι είναι συστηματικοί- εντοπίζει πολλά άτομα νεαρής ηλικίας να οδηγούν χωρίς δίπλωμα. Μόνο το 2024 στον νομό Θεσσαλονίκης εντοπίστηκαν περί τις 4.500 που οδηγούσαν χωρίς δίπλωμα. Πολλοί από αυτούς είναι αρκετά νέοι, μέχρι 30, και εντοπίζονται το απόγευμα και το βράδυ.

Πρόκειται ασφαλώς για μια εικόνα που αναδύεται ακριβώς λόγω των πολλών ελέγχων, αν και η Διεύθυνση Τροχαίας διαβεβαιώνει ότι τα τελευταία χρόνια ο ρυθμός των ελέγχων και των παραβατών δεν έχει αλλάξει, απλώς φέτος δίνεται μεγαλύτερη δημοσιότητα στο θέμα. Επειδή, όμως, οι συγκρίσεις δεν μπορούν να γίνονται μόνο χρόνο με τον χρόνο, είναι βέβαιον ότι πρόκειται για… συνήθεια που παλαιότερα -ας πούμε μία γενιά πριν- δεν υπήρχε. Η αίσθηση ότι για να πιάσουμε τιμόνι στο χέρι μας πρέπει -το λιγότερο- να έχουμε πάρει δίπλωμα σε αρκετούς ανάμεσά είναι, πλέον, εξαιρετικά θαμπή, αφού αντιμετωπίζουν το αυτοκίνητο περίπου σαν το… ποδήλατο, που συνήθως οι άνθρωποι μαθαίνουν σε μικρή ηλικία, χωρίς να χρειάζεται να πιστοποιηθούν. 

Η οδήγηση χωρίς δίπλωμα -όπως και η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ- συνιστούν εγκληματικές ενέργειες, όχι μόνο επειδή αυτό προβλέπει ο ποινικός κώδικας, αλλά κυρίως επειδή συχνά έχουν καταστροφικά αποτελέσματα. Προφανώς ατυχήματα και δυστυχήματα στους δρόμους γίνονται με πρωταγωνιστές και οδηγούς που έχουν δίπλωμα, αλλά κάπου δεν πρέπει να υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή; Το χειρότερο σε αυτήν την υπόθεση της οδήγησης χωρίς δίπλωμα είναι ότι αποτελεί μία ακόμη απόδειξη περιφρόνησης των θεσμών και των κανόνων, που, πλέον, απλώνεται και γενικεύεται στην ελληνική κοινωνία. Διότι όταν κάποιοι καταστρατηγούν με τόση ευκολία έναν τόσο σαφή κι απολύτως βασικός κανόνα συμπεριφοράς, ο καθένας μπορεί να υποθέσει την αντίληψη αυτών των ανθρώπων έναντι και άλλων συμβάσεων στην κοινωνία και την καθημερινότητα.

Πρόκειται για αποθέωση της αυθαιρεσίας και της περιφρόνησης του συστήματος, που εκτός από κοινωνική συνήθεια συχνά εξελίσσεται και σε πολιτική συμπεριφορά. Πρόκειται στην ουσία για ένα πουλόβερ που έχει αρχίσει να ξηλώνεται και χρειάζεται επειγόντως μαντάρισμα, ώστε να μην φτάσει στο τελευταίο στάδιο της αποδόμησης και ο κάτοχος του δεν θα μπορεί να ζεσταθεί. 

Το ζήτημα της οδήγησης χωρίς δίπλωμα, που στη Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια αποτελεί μάστιγα, είναι σοβαρό για έναν ακόμη λόγο. Όσοι συλλαμβάνονται -οι δικαιολογίες που ακούνε οι τροχονόμοι είναι πιθανές και απίθανες- γνωρίζουν πολύ καλά την υποχρέωσή τους να αποδείξουν ότι είναι ικανοί να πιάσουν το τιμόνι. Παραβιάζουν συνειδητά έναν νόμο που αφορά την ανθρώπινη ζωή, ενδεχομένως νιώθοντας σε κάποιες περιπτώσεις ότι αυτή η ανυπακοή είναι κάτι σαν το δικό τους… Πολυτεχνείο. Που προφανώς δεν είναι, καθώς στις μέρες μας η έννοια της «εξέγερσης» και της «επανάστασης» έχει πολύ πιο προσωπικά -και συχνά απολύτως ταπεινά- κίνητρα, που κατά βάσιν εδράζονται στην επιθυμία για φυσική καλοπέραση και ψυχολογική επιβεβαίωση. Όπως φυσικά μεταφράζει ο καθένας αυτές τις έννοιες.

Η ίδια ιστορία των πολλών που στη Θεσσαλονίκη οδηγούν χωρίς δίπλωμα -υποθέτουμε και αλλού στην Ελλάδα, ίσως παντού, αλλά τα στοιχεία του ρεπορτάζ είναι από τη Θεσσαλονίκη- έχει και μία ακόμη αξιοσημείωτη διάσταση. Συνιστά ισχυρή ένδειξη, στα όρια της απόδειξης, ότι οι ανάγκες για αστυνόμευση στους δρόμους -ενδεχομένως και αλλού- αυξάνονται.

Όπως ακριβώς τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, λόγω της συστηματικής δουλειάς των τροχονόμων, οι κεντρικές αρτηρίες της πόλης έχουν «καθαρίσει» από τους επιπόλαιους οδηγούς που παρκάρουν παράτυπα κλείνοντας ένα ρεύμα κυκλοφορίας -ή διπλοπαρκάρουν εμποδίζοντας ακόμη και άλλους οδηγούς- για να πάρουν έναν καφέ ή για να κάνουν μια υποτιθέμενη μικροδουλειά, κάπως έτσι και οι συνεχείς και συστηματικοί έλεγχοι θα μειώσουν το φαινόμενο της δολοφονικής συνήθειας που συνιστά ή άνευ διπλώματος οδήγηση. Διότι η απαγόρευση σε τέτοιες περιπτώσεις εξελίσσεται υποδορίως σε συνήθεια και εν συνεχεία σε κοινωνική συνείδηση. Αν φυσικά υπάρχει συνείδηση, κάτι που δεν είναι δεδομένο για όλους.