Μεγάλα λιμάνια, πλήθους κόσμου, ιερείς και ψαλτάδες, σκάφη, ψαρόβαρκες είναι οι εικόνες που κυριαρχούν στο μυαλό μας για την σημερινή ημέρα του αγιασμού των υδάτων. Ελλάδα δεν είναι μόνο θάλασσες και λίμνες όμως, είναι και πόλεις και χωριά που δεν βρίσκονται κοντά σε τέτοιες. Ένα τέτοιο χωριό είναι το Μόδι ,70 χιλιόμετρα μακρυά από την Θεσσαλονίκη, όπου η γιορτή των Θεοφανείων που αρχίζει κατανυκτικά στην εκκλησία, εξελίσσεται παραδοσιακά σε μεγάλο γλέντι με φαγητό, μουσική και χορούς .
Οι 200 κάτοικοι του ξύπνησαν σήμερα στην πλειοψηφία τους από τους ήχους της καμπάνας, έτσι όπως αυτή ακούστηκε σε ολόκληρο το χωριό από το καμπαναριό του ναού της Αγίας Τριάδας που βρίσκεται σε ένα ύψωμα ακριβώς στο κέντρο του οικισμού. Φορώντας τα «γιορτινά» τους ακόμα και οι νεότεροι -γιατί στο Μόδι έχει ακόμα αρκετούς νέους- έφτασαν και οι τελευταίοι και γέμισαν την μικρή εκκλησία με τις ωραίες τοιχογραφίες , προλαβαίνοντας σχεδόν όλοι τον ντόπιο ιερέα να τελεί τον αγιασμό εντός του ναού μετά το τέλος της Θείας λειτουργίας.Στη συνέχεια αρχίζουν να εκτυλίσσονται εικόνες διαφορετικές από αυτές που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε.

Ένας, ένας ή σε μικρές παρέες οι κάτοικοι κατέβηκαν τα δεκάδες σκαλοπάτια της εκκλησίας και πήραν τον δρόμο για τον παρακείμενο χείμαρρο που χάρη στις τελευταίες βροχές μάζεψε λίγο νερό κι όποιος μπορεί να βρίσκετε σχετικά κοντά όμως μόνο εύκολα προσβάσιμος, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Ένα μονοπάτι σε μια απότομη χαράδρα βάθους 300 μέτρων οδηγεί στο σημείο εκείνο που η κοίτη του χειμάρρου ηρεμεί και πλατιάζει και που όχι τυχαία όλοι στο χωριό γνωρίζουν ως «σταυρό». Πρώτα φθάνουν οι νεότεροι και περιμένουν υπομονετικά μαζί με τον ιερέα να κατέβουν όλοι όσοι ξεκίνησαν από την εκκλησία . Το βάθος του νερού στο σημείο δεν ξεπερνά τα 60 εκατοστά, αλλά είναι ότι βαθύτερο υπάρχει σε κοντινή απόσταση . Οι «βουτηχτές» γιατί κολυμβητές δεν τους λες, οι οποίοι έχουν έρθει από νωρίς και περίμεναν υπομονετικά γύρω από μια φωτιά που είχαν ανάψει παίρνουν θέση στους γύρω βράχους. Μόλις ο ιερέας ψάλει τα πρώτα λόγια τίθενται σε ετοιμότητα όπως και όλοι οι παριστάμενοι προκειμένου να δουν τους νεαρούς να πέφτουν στα νερά.

Παφλασμοί, κραυγές κι επιφωνήματα δίνουν την θέση τους στα τροπάρια για λίγα δευτερόλεπτα μόλις ο ξύλινος σταυρός προερχόμενος από το χέρι του ιερέα ακουμπήσει τα νερά του χειμάρρου. Σε ελάχιστο χρόνο έχουμε... νικητή και σε ακόμη πιο ελάχιστο αυτοί που βούτηξαν φιλούν τον σταυρό και το χέρι του παπά και παίρνουν γρήγορα την μεγάλη ανηφόρα για το χωριό όπου θα ξεφορτωθούν τα βρεγμένα ρούχα τους. Η διαδικασία της επιστροφής παίρνει λίγο περισσότερο χρόνο καθώς η ανάβαση στην απότομη πλαγιά είναι ένα τεστ αντοχής ακόμα και για τους νεότερους . Η επιστροφή όλων πίσω στο χωριό σημαίνει το τέλος των θρησκευτικών υποχρεώσεων της ημέρας και την έναρξη των κοσμικών δραστηριοτήτων για όλους. «Λουκαντζάρια» λέγεται στο Μόδι η γιορτή που ξεκινάει και κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει αν ο όρος προέρχεται από τα «καλικάντζαρια» που πρέπει να εγκαταλείψουν θέλοντας και μη αυτή την γη ή από τα δεκάδες κιλά χωριάτικα λουκάνικα τα οποία ψήνονται στις αυτοσχέδιες ψησταριές, οι οποίες έχουν στηθεί στο κέντρο του χωριού από το προηγούμενο βράδυ.
Όπως και να έχει μετά από λίγη ώρα ελάχιστοι ασχολούνται με τέτοια διλήμματα. Αυτό που έχει σημασία είναι να περάσουν καλά αυτοί αλλά και οι επισκέπτες από τα γύρω χωριά που έρχονται να ανταλλάξουν ευχές αλλά κυρίως να διασκεδάσουν τρώγοντας και πίνοντας. Η σημερινή ημέρα ήταν ιδανική από άποψη καιρικών συνθηκών οπότε όλα συνετέλεσαν όπως έπρεπε και σίγουρα η τελευταία των γιορτών, ήταν για τους κατοίκους του χωριού όμως σίγουρα η πιο μεγάλη.