Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Παλαιοχώρι -ή Παλιοχώρι για μας τους ντόπιους- Καβάλας. Ένα χωριό σχετικά άγνωστο στο ευρύ κοινό, έως το περασμένο Σάββατο, αγκαλιασμένο από τους καταπράσινους πρόποδες του Παγγαίου, εμποτισμένο με την πλούσια -και άλλοτε χρυσή- ιστορία του. Εδώ και περισσότερα από 25 χρόνια, όμως, ζω στη Θεσσαλονίκη και τυγχάνει να εργάζομαι ως δημοσιογράφος, καλή ώρα σε αυτό το μετερίζι, τη Voria.gr.
Το μεσημέρι του Σαββάτου έφτασα με όλη μου την οικογένεια (με μέλη από 1,5 έως 65 έτη) στο Παλαιοχώρι, για ένα 24ωρο ηρεμίας και ξεκούρασης στον τόπο καταγωγής μας, μια ανάσα που λόγω πανδημίας, οικογενειακών ζητημάτων και της τρέχουσας ενεργειακής κρίσης είχαμε στερηθεί την τελευταία τριετία. Έναν τόπο που λατρεύουμε για τα φυσικά του χαρακτηριστικά, τα μακραίωνα έθιμά του, αλλά και τον ιδιόμορφο, σχεδόν ομοιογενή, χαρακτήρα των ανθρώπων του, έναν τόπο τον οποίον ερωτεύεται όποιος -έστω και κατά τύχη- επισκέπτεται - παρότι δεν διεκδικεί τουριστικές δάφνες, δεν του ταιριάζει.
Αργά το απόγευμα επιστρέψαμε από την παραλία και καθίσαμε στο μπαλκόνι, απολαμβάνοντας το σβήσιμο της μέρας και τη δροσιά του πυκνού καστανόδασους που περιβάλλει το χωριό, με εξασθενημένες τις έγνοιες, έστω για μερικές ώρες. Λίγο μετά τις 22:00 ήρθαν και κάποιοι αγαπημένοι φίλοι, που είχαμε να δούμε καιρό. Η κουβέντα μας διεκόπη απότομα στις 22:46.
Ήταν όταν ένας ισχυρός μηχανικός ήχος έσκισε στα δύο τη νηνεμία, κομμάτιασε την κάλμα της νύχτας. Ένα αγνώστου τύπου -εκείνη τη στιγμή- αεροσκάφος ακουγόταν να περνά ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας, δεν ήταν καθόλου δύσκολο να καταλάβει κάποιος ότι πετά εξαιρετικά χαμηλά, ότι έχανε ύψος, αφού ο ήχος ήταν συνεχώς αυξανόμενος. Ο εκκωφαντικός θόρυβος μετέφραζε και τι περνούσε: δεν ήταν αεριωθούμενο τζετ, δεν θα μπορούσε να ήταν ελικόπτερο, δεν ήταν μαχητικό, ήταν οπωσδήποτε μεγάλο ελικοφόρο και οι έλικές του κροτάλιζαν με μανία. Ήταν σα να 'δινε την εντύπωση ότι αγκομαχά να κρατηθεί στον αέρα, κάτι δεν πάει καλά.
Σηκώθηκα αντανακλαστικά, να δω μήπως φαίνεται κάτι στον ουρανό, από το μπαλκόνι που βλέπει προς το Παγγαίο. «Τι είναι αυτό, ρε; Έχει καμιά φωτιά εδώ κοντά και πετάνε Καναντέρ;», ήταν η πρώτη κουβέντα ενός από την παρέα. «Μα, ρε συ, δεν πετάνε Καναντέρ τη νύχτα», είχα διαβάσει - το αγριεμένο κροτάλισμα συνέχιζε να δονεί το χωριό, τα ξύλινα παράθυρα, πλέον, έτριζαν ανησυχητικά. Δεν είδα κάτι στον ουρανό και είπα να δοκιμάσω στο δίπλα μπαλκόνι, στο βορινό, που βλέπει προς Δράμα και Κρηνίδες. Η επόμενη ατάκα στην ομήγυρη ήταν μεταξύ σοβαρού και αστείου, με την ακλόνητη πίστη να επιβεβαιωθεί το δεύτερο, το αστείο: «Ρε, μήπως πέφτει;».
Τότε, ένα λεπτό μετά την πρώτη ηχητική επαφή, στις 22:47, είδα για κλάσματα δευτερολέπτου μια πύρινη μπάλα που οριοθέτησα απευθείας στην είσοδο του χωριού, δίπλα στην κεντρική διασταύρωση, το αποκαλούμενο από τους ντόπιους Δέλτα. Πριν καν συνειδητοποιήσω τι ακριβώς βλέπω ήρθε η έκρηξη από την πρόσκρουση: σοκ, σοκ, σοκ.
Ένα τεράστιο μανιτάρι φωτιάς. Όπως αυτά που βλέπουμε σε ταινίες, όπως αυτά που οι περισσότεροι έχουμε δει κατά καιρούς στο YouTube από δοκιμές κάποιας ισχυρότατης βόμβας στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Αλλά είναι πολύ διαφορετικό να το βλέπεις με τα ίδια σου τα μάτια, να συμβαίνει μπροστά σου, μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά σου, σε χωράφια όπου τριγυρνούσες μικρός.
Το ίδιο δευτερόλεπτο που άρχισε να ξεφυτρώνει το πύρινο μανιτάρι όλο το χωριό βυθίστηκε στο σκοτάδι, κάτι που καθιστούσε ακόμη πιο απόκοσμο αυτό που μαρτυρούσαμε, το μόνο φως σε μια τεράστια ακτίνα ήταν μια ουρανομήκης στήλη φωτιάς. Ο εκκωφαντικός κρότος της συντριβής και της έκρηξης μας συντάραξε. «Ρε παιδιά, έπεσε!».
Το βίντεο που κατέγραψε συγγενής έκανε τον γύρο του κόσμου:
Τρέμαμε σύγκορμοι. Δέος, τρόμος, ανατριχίλα, λυγμοί, σπαραγμός, γόοι, απορία, «πώς», «γιατί», «τα παιδιά ξύπνησαν;», ένας αχταρμάς συναισθημάτων ανεβοκατέβαινε με ορμή από την κορφή ώς τα νύχια μας και μας πότιζε αδρεναλίνη. «Γιώργο, φύγαμε;», η μόνη φραστική αντίδραση που έβγαζε νόημα ανάμεσα στους κοπετούς, στον οδυρμό, στα παρακάλια, τα «Θεέ μου», τα «αν είναι δυνατόν», τα «πώς έγινε αυτό». «Ναι, πάμε γρήγορα».
Μία ένεση αλληλεγγύης είχε ενεργοποιήσει όλο το χωριό. Θα μπορούσε να ήταν και επιβατηγό αεροσκάφος, σε κάθε περίπτωση κινδύνευαν ανθρώπινες ζωές, υπήρχε τουλάχιστον το πλήρωμα. Εκατοντάδες κάτοικοι, μαζί κι εμείς, μπήκαμε στα αυτοκίνητα και προστρέξαμε στο σημείο, μήπως μπορούμε να βοηθήσουμε, να σώσουμε κάτι από αυτήν την τραγωδία. Κι ενώ οι εκρήξεις ήταν διαδοχικές, κυριολεκτικά δεκάδες.
Παρκάραμε όπως να 'ναι και τρέξαμε μέσα στο σκοτάδι, μέσα στα χωράφια, να προσεγγίσουμε το σημείο της συντριβής - μόνο φωτιά σε μια έκταση 200 μέτρων μέσα στα χωράφια, 150 μέτρα σε ευθεία γραμμή από το πρώτο σπίτι του χωριού, και οι φακοί από τα κινητά τηλέφωνα, σα σμήνος από πυγολαμπίδες. Όσο πλησιάζαμε, ορισμένοι με τσαλιά και φτέρες στα χέρια, η ατμόσφαιρα γινόταν αποπνικτική, οι εκρήξεις όλο και πιο δυνατές. Τα μάτια έτσουζαν, σχεδόν δακρύζαμε, κάποιοι άρχισαν να βήχουν. Είχε φτάσει μόλις ένα όχημα της Πυροσβεστικής, αλλά στεκόταν σε απόσταση από την άτρακτο χωρίς να επιχειρεί, ενώ δεκάδες διαφορετικές σειρήνες ακούγονταν από μακριά. «Προσέχετε, έχει κομμένα καλώδια και συντρίμμια παντού».
Οι εκρήξεις δεν σταματούσαν. Τότε υποθέσαμε όλοι ότι μάλλον το αεροσκάφος δεν ήταν επιβατηγό και πως μετέφερε κάτι επικίνδυνο. Είχαν αρχίσει ήδη κάποιοι να μιλούν για φορτίο με πυρομαχικά, η επιβεβαίωση δεν ήρθε από τα χείλη κάποιου αρμόδιου, αλλά από τον ίδιο τον ήχο: τα φλεγόμενα βλήματα έσκαγαν και ορισμένα από αυτά εκτοξεύονταν προς κάθε κατεύθυνση, σφύριζαν λες και περνούσαν από δίπλα μας.
Η Αστυνομία, που τώρα πια είχε φτάσει στο σημείο, προσπαθούσε να διώξει με θερμοπαρακάλια τον κόσμο, ενώ οχήματα της Πυροσβεστικής καλούσαν με μεγάφωνα τους κατοίκους να αποχωρήσουν άμεσα, «λόγω επικινδυνότητας του φορτίου». Ένα μεγάλο κατάμαυρο νέφος, που δεν θα ήταν ορατό αν δεν υπήρχαν οι φλόγες και το μισόγιομο φεγγάρι, ταξίδευε ήδη προς το διπλανό χωριό, τους Αντιφιλίππους.
Πίσω στο σπίτι η ανησυχία είχε διογκωθεί. Η οσμή καμένου, το οποίο δεν μπορούσαμε ακριβώς να προσδιορίσουμε αλλά ήταν σα να είχαμε στο στόμα χημικοπλαστική και μεταλλική γεύση, ερχόταν κατά κύματα. Χωρίς ρεύμα, οι μόνες πηγές ενημέρωσης ήταν τα τηλεφωνήματα και τα κινητά τηλέφωνα, που όμως δεν θα είχαν μεγάλη διάρκεια ζωής, αφού οι μπαταρίες αργά ή γρήγορα θα σώνονταν.
Κανείς δεν κοιμήθηκε. Όλοι όσοι επιστρέψαμε από το σημείο της πρόσκρουσης επεξεργαζόμασταν σε ατελέσφορες συζητήσεις αυτό που είχαμε βιώσει, την απειλητική πορεία, την τρομακτική διέλευση, την τραγική κατάληξη. Τα ερωτήματα ήταν δεκάδες και προφανώς αναπάντητα, αλλά όλοι συνηγορούσαμε στο εξής ένα: αυτός ο πιλότος ήταν παλληκάρι, λεβέντης - το γράφω και ανατριχιάζω.
Ανάμεσα στα δημοσιογραφικά κλισέ είναι και η έκφραση «το μέλλον διαγράφεται δυσοίωνο». Το τροποποιώ ελαφρώς για την περίπτωση, «το μέλλον του διαγραφόταν» - σκέτο. Σε στιγμές ασύλληπτης έντασης, είχε τη διαύγεια να συγκρατήσει ένα φλεγόμενο αεροσκάφος, που έχανε ύψος με μεγάλη ραγδαιότητα και μετέφερε άκρως επικίνδυνο φορτίο, τόσο όσο ώστε να μην πέσει μέσα στο χωριό μου, κρατώντας ασφαλείς εμένα, την οικογένειά μου και όλους τους συγχωριανούς μου. Κι ενώ, σε απόλυτη ευθεία, βρισκόταν μπροστά του στα 7-8 χιλιόμετρα απόσταση, πριν τον αποτρεπτικά υψηλό ορεινό όγκο της Καβάλας, το στρατιωτικό αεροδρόμιο του Αμυγδαλεώνα - για ένα τετρακινητήριο ελικόφορο αεροπλάνο είναι μια αστεία απόσταση, καλύπτεται εν ριπή οφθαλμού.
Πολλοί, ιδίως άνδρες, έχουμε βιώσει πολεμικές οπτικές κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μας θητείας. Έγω έτυχε να έχω μια τέτοια εικόνα σε βολές Πυροβολικού, όπου είχα την ευκαιρία να ζήσω ομοβροντία πυροβόλων και ρίψης φωτιστικών βλημάτων επάνω σε πλαγιά λόφου κατά τη διάρκεια διακλαδικής άσκησης - μια ιστορία που συχνά-πυκνά διηγούμαι με γλαφυρότητα, ως η πιο εντυπωσιακή που έχω ζήσει ιδίοις όμμασι. Οι φίλοι μου τη γνωρίζουν απ' έξω κι ανακατωτά.
Αυτό που αντίκρισα, όμως, το βράδυ του Σαββάτου είναι κάτι υπερβατικό, κάτι που ξεπερνά σε εικόνα και αίσθηση οποιοδήποτε άλλο ερέθισμα. Είναι, πλέον, κομμάτι του εαυτού μου, ένα στίγμα, ένα τατουάζ στην ψυχή που δεν θα ξεθωριάσει ποτέ.
Η πιθανότητα να βιώσεις μία συντριβή αεροσκάφους ως αυτόπτης μάρτυρας και μάλιστα στην Ελλάδα είναι απειροελάχιστη - τουλάχιστον μέχρι προχθές μηδαμινή. Να 'χουν συμβεί λίγα πάνω από 10 δυστυχήματα με μεγάλα αεροσκάφη στη χώρα μας, σε όλη την ιστορία της αεροπλοΐας; Και ένα από αυτά να συμβεί μπροστά στα μάτια μου, αφότου πήγα στο χωριό μου μετά από περίπου έναν χρόνο; Τύχη και ατυχία στο ίδιο σημείο, σε μια ανεπαίσθητη απόσταση μεταξύ τους.
Στις 20 Ιουλίου, τέσσερις ημέρες μετά τη συντριβή του φλεγόμενου Antonov An-12, το χωριό μου γιορτάζει έναν από τους προστάτες του, τον Προφήτη Ηλία. Κάθε χρόνο πραγματοποιείται διήμερο πανηγύρι στο εκκλησάκι του που βρίσκεται στην καρδιά του οικισμού. Φέτος, μετά από αυτό που συνέβη, είναι ακόμη άγνωστο αν θα έχει τη μορφή που είχε πάντα, με γλέντια και χορούς.
Σύμφωνα με την Εκκλησία, και κυρίως τον Άγιο Διάδοχο, επίσκοπο Φωτικής της Ηπείρου, ο Προφήτης Ηλίας αναλήφθηκε στον ουρανό διφρηλάτης, δηλαδή οδηγώντας ένα άρμα, με τέσσερα άλογα, το καθένα από τα οποία συμβολίζει τις ισάριθμες αρετές του: τη φρόνηση, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη και την ανδρεία.
Το τέθριππο άρμα ήταν «πυρφόρο», δηλαδή φλεγόμενο...
«Διόπερ όλως και επί άρματος πυρός ανελήφθη ο τοσούτος της σοφίας τρόφιμος, ως ίπποις ταις οικείαις εμοί δοκείν ο σώφρρων χρησάμενος αρεταίς εν τω αρπάξαντι αυτόν εν αύρα πυρός πνεύματι».